Chapitre 10
Σειρήνα στον Υπόγειο Άξονα
Το τερματικό χτύπησε αλλού, αργότερα — όχι στην αυλή, αλλά στον νυχτερινό διάδρομο του θαλάμου, όταν η Μίρα είχε ήδη περάσει πίσω από κλειδωμένη πόρτα και το χαρτί με τη διαδρομή δεν ήταν πια μπροστά της, παρά μόνο μέσα στο κεφάλι της, με το τελευταίο σημάδι εκεί όπου ο Γιόνας είχε βάλει το δάχτυλο και είχε πει, χωρίς να την κοιτάξει, ότι από εκεί και μετά δεν θα γύριζε. Όταν τελείωσε η αλλαγή της βάρδιας, οι φωνές έγιναν άλλες. Το φως έπεφτε χαμηλότερα. Βγαίνοντας στον κοινό διάδρομο, το πρώτο που είδε ήταν ένας τρόφιμος ξυπόλυτος, με το χέρι του ήδη σηκωμένο προς το σημείο συναγερμού.
Δεν έτρεξε αμέσως. Σταμάτησε μία ανάσα μέσα στο άνοιγμα της πόρτας και μέτρησε αυτό που θα ακολουθούσε αν ακουγόταν ο γενικός τόνος. Οι ζώνες θα έκλειναν με διακοπή και μετατόπιση. Οι διαδρομές θα άλλαζαν. Οι μετακινήσεις θα πάγωναν ή θα περνούσαν σε άλλο καθεστώς. Ο χρόνος που είχε μόλις δεχτεί να αγοράσει με το σώμα της θα χανόταν εκεί, σε ένα κουμπί στον τοίχο. Ο τρόφιμος είχε αίμα στο δεξί του μπράτσο, φρέσκο, μια ανοιγμένη γραμμή από τον αγκώνα προς τον καρπό. Δεν ήξερε αν το είχε κάνει μόνος του ή αν είχε προηγηθεί πάλη. Δεν είχε σημασία.
«Σταμάτα», είπε.
Εκείνος γύρισε απότομα το κεφάλι. Τα μάτια του άνοιξαν χωρίς αναγνώριση. Το χέρι του ήταν ακόμη ψηλά· δύο βήματα ακόμα και θα έφτανε.
Το κρύο δάπεδο πέρασε μέσα από τις λεπτές κάλτσες. Άκουσε πόρτα να ανοίγει πιο κάτω, έναν φύλακα να φωνάζει κάτι που δεν έπιασε ολόκληρο. Ο τρόφιμος κοίταξε μια στιγμή προς τον ήχο και ύστερα ξανά το σημείο συναγερμού. Η παλάμη του άνοιξε.
Εκείνη είδε μόνο την κομμένη γραμμή στο μπράτσο του.
Το έκανε πριν προλάβει να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Έσφιξε τη γροθιά της χαμηλά, δίπλα στον μηρό της, και κράτησε μέσα της το σπρώξιμο που ήξερε. Το αίμα στο χέρι του άντρα σταμάτησε για ένα κλάσμα και ύστερα γύρισε βίαια προς τα μέσα. Εκείνος τινάχτηκε. Τα δάχτυλά του λύγισαν πριν αγγίξουν το κάλυμμα του συναγερμού. Έβγαλε έναν ήχο πνιχτό, όχι κραυγή, περισσότερο κομμένη ανάσα. Το άλλο του χέρι μάζεψε προς το στήθος. Τα γόνατά του λύγισαν.
Χτύπησε πρώτα στον ώμο και μετά στο μάγουλο. Το χέρι του έπεσε λίγα εκατοστά από τον τοίχο.
Για μια στιγμή κανείς δεν κινήθηκε.
Άφησε τη γροθιά της. Σχεδόν αμέσως η ζάλη τής τράβηξε το πίσω μέρος του κεφαλιού. Την ήξερε. Την κράτησε μακριά μένοντας ακίνητη. Στο πάτωμα, κάτω από το μπράτσο του τροφίμου, το αίμα άρχισε πάλι να βγαίνει, πιο αργά τώρα. Ο λαιμός της έσφιξε. Είχε ρίξει άνθρωπο πριν πατήσει το κουμπί.
«Πίσω!» ακούστηκε αντρική φωνή.
Δύο φύλακες βγήκαν από τη γωνία σχεδόν μαζί, ο ένας με φακό ήδη σηκωμένο, ο άλλος με το χέρι στο ζωνάρι. Πίσω τους ήρθε μια νοσηλεύτρια, με τη ρόμπα μισάνοιχτη και τα μαλλιά πιασμένα πρόχειρα. Ο φακός πέρασε πάνω από τον πεσμένο, πήγε στο σημείο συναγερμού, μετά στάθηκε πάνω της.
«Τι έγινε εδώ;»
Δεν απάντησε αμέσως. Ο πρώτος φύλακας γονάτισε δίπλα στον τρόφιμο, δύο δάχτυλα στον λαιμό του. Η νοσηλεύτρια έπεσε στα γόνατα από την άλλη πλευρά, πίεσε το τραύμα στο μπράτσο με γάζα που έβγαλε από τσέπη. Ο δεύτερος φύλακας δεν πλησίασε τον πεσμένο· έμεινε απέναντί της.
«Μίλα.»
Ο τρόφιμος ήταν αναίσθητος. Το έβλεπε στο πρόσωπό του. Δεν είχε προλάβει να αγγίξει τον συναγερμό. Ο ήχος που ακουγόταν τώρα από πιο μακριά ήταν άλλος, τοπικός, όχι γενικός. Από κάποια πόρτα ασφαλείας, όχι ακόμη από σφράγιση ολόκληρου τομέα. Όχι ακόμη.
«Πήγε να τον πατήσει», είπε.
«Το βλέπουμε.» Ο φύλακας πλησίασε ένα βήμα. «Τι έκανες;»
Η νοσηλεύτρια σήκωσε απότομα τα μάτια, κοίταξε τον πεσμένο, μετά τη Μίρα, ύστερα πάλι το τραύμα στο μπράτσο. Το πρόσωπό της άλλαξε. Στάθηκε μια στιγμή στο χέρι, μετά γύρισε πάλι στη Μίρα.
«Το αίμα», είπε χαμηλά.
Ο γονατισμένος φύλακας την κοίταξε.
Όταν έσπασε η ακινησία, ο διάδρομος δεν ήταν πια ο ίδιος διάδρομος της νύχτας. Τα βήματα ήρθαν από δύο κατευθύνσεις, μια πόρτα χτύπησε πιο μέσα, και ο στενός χώρος γέμισε φωνές που δεν περίμεναν απάντηση αλλά υπακοή. Η ρήξη ήταν απότομη, πλήρης. Από το σημείο του τραύματος και του τοπικού συναγερμού, όλα πέρασαν σε άλλο καθεστώς.
«Το αίμα», ψιθύρισε η νοσηλεύτρια.
Ο γονατισμένος φύλακας την κοίταξε. Εκείνη δεν σήκωσε τον τόνο της, όμως το χέρι της έμεινε πάνω στη γάζα και το βλέμμα της πήγε κατευθείαν στη Μίρα.
«Είναι πάνω της.»
Ο δεύτερος φύλακας έκανε άλλο ένα βήμα. Τώρα βρισκόταν αρκετά κοντά ώστε να της κόβει τον διάδρομο προς τα πίσω. Δεν γύρισε να κοιτάξει ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μέτρησε μόνο τον χρόνο που χανόταν. Ο ξυπόλυτος δεν είχε πατήσει τον συναγερμό. Αυτό ήταν το μόνο ευδιάκριτο κενό που είχε ακόμη μπροστά της. Σφράγιση τομέα δεν υπήρχε ακόμη, μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Ίσως ένα πέρασμα του δεύτερου άντρα στη βόρεια πλευρά πριν αλλάξει το μοτίβο.
«Πιάσ’ την», πρόσταξε ο φύλακας.
Πριν σχηματιστεί διαδικασία, η λέξη βγήκε και αυτό αρκούσε.
Έκανε μισό βήμα πίσω. Ο φύλακας απέναντί της άπλωσε το χέρι. Δεν τον άφησε να την αγγίξει. Τράβηξε απότομα τον ώμο της, χτύπησε στον τοίχο με την πλάτη και γλίστρησε λοξά δίπλα από το καρότσι με τα επιθέματα. Το καρότσι έγειρε, μια μεταλλική λεκάνη έπεσε και κύλησε στο πάτωμα με κοφτό θόρυβο.
«Σταμάτα!»
Δεν σταμάτησε. Ο πρώτος φύλακας σηκώθηκε από τον πεσμένο τρόφιμο αργά, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πιο αργά απ’ όσο χρειαζόταν. Η νοσηλεύτρια φώναξε πιο δυνατά: «Αίμα στα χέρια της! Μην την αφήσετε!»
Εκεί ήταν το σημείο. Ούτε το τραύμα ούτε ο πεσμένος· η λέξη βγήκε ρητά και την έδεσε με το συμβάν μπροστά σε όλους. Το κατάλαβε μόνο από την αλλαγή στα σώματά τους. Δεν τη ρωτούσαν πια. Κινούνταν για να την κλείσουν.
Από τη γωνία, μέσα από τον θόρυβο, φάνηκε ο Γιόνας.
Δεν έτρεξε προς το μέρος της με εκείνη τη βιασύνη που ζητά εξήγηση. Μπήκε στον διάδρομο, κοίταξε μια φορά τον πεσμένο, μία τη νοσηλεύτρια, μία τους δύο φύλακες, και την επόμενη στιγμή βρέθηκε ήδη μέσα στο κενό ανάμεσά τους, εκεί όπου η κίνηση δεν είχε ακόμα κλείσει. Σήκωσε το χέρι του προς τη Μίρα για να δείξει κατεύθυνση.
«Τώρα», είπε.
Η φωνή του βγήκε χαμηλή και κοφτή· δεν άφηνε χώρο για ερώτηση. Ήταν εκτέλεση.
Ο φύλακας στράφηκε προς εκείνον. «Πίσω!»
Χωρίς καν να τον κοιτάξει, ο Γιόνας πέρασε δίπλα από τη Μίρα τόσο κοντά που εκείνη ένιωσε τον αέρα της κίνησής του στο μάγουλο. Τα δάχτυλά του βρήκαν για μια στιγμή τον αγκώνα της και τον έσπρωξαν προς τα εμπρός.
«Η λίμνη χάθηκε», είπε χωρίς να την κοιτάξει. «Θυρίδα.»
Καμία παραλαβή. Καμία ανοιχτή διαδρομή προς το νερό. Μόνο η πυροσβεστική θυρίδα και η μεταλλική σκάλα. Ο υπόγειος διάδρομος υπηρεσίας. Ο μόνος ζωντανός δρόμος που απέμενε. Κι εκείνο το άλλο που της είχε πει. Εκείνη θα πάρει πάνω της την πρώτη αντίδραση. Εκείνος θα συνεχίσει χωρίς επιστροφή.
«Στάσου!» φώναξε ο δεύτερος φύλακας.
Γύρισε το κεφάλι ένα κλάσμα. Δεν είδε τη βόρεια πλευρά, δεν είδε το άνοιγμα, δεν είδε αν ο δεύτερος κύκλος είχε ήδη πέσει μπροστά του. Το όριό της ήταν εκεί· αν ήταν ήδη εκεί, δεν θα έμπαινε. Δεν μπορούσε να το επιβεβαιώσει. Είχε μισή γνώση και όλο το βάρος του χρόνου πάνω της.
Ο Γιόνας είχε ήδη φτάσει στη μικρή εσοχή του τοίχου. Η θυρίδα ήταν βαμμένη στο ίδιο χρώμα, χαμηλά, πίσω από ένα μεταλλικό πλαίσιο και δίπλα σε έναν πυροσβεστήρα με σπασμένη ταινία ελέγχου. Την έδειξε με δύο δάχτυλα.
«Άνοιξέ την.»
Ένας φύλακας όρμησε προς το μέρος τους. Ο Γιόνας γύρισε μόνο τότε και του έκοψε την ευθεία κίνηση με το σώμα του. Δεν άπλωσε τα χέρια. Δεν έκανε χώρο. Στάθηκε μπροστά του.
Έβαλε το χέρι της στο μεταλλικό πλαίσιο και το βρήκε κρύο και λείο από τη βαφή. Για μια στιγμή δεν κατάλαβε πού άνοιγε. Τα δάχτυλά της γλίστρησαν και είδε το μικρό χωνευτό χερούλι στο πλάι. Το άρπαξε.
Πίσω της ακούστηκε η φωνή της νοσηλεύτριας, κοφτή, πιο δυνατή από πριν.
«Κρατήστε τη. Η Μίρα Χάρτμαν έχει αίμα στα χέρια. Ακινητοποιήστε τη.»
Μόνο τότε κοίταξε τις παλάμες της. Σκούρες κηλίδες είχαν στεγνώσει στις γραμμές του δέρματος και στα νύχια. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί από πότε είχαν μείνει έτσι. Έσφιξε το χερούλι, μα η θυρίδα αντιστάθηκε, ασφαλισμένη με ελατήριο. Τράβηξε πιο δυνατά. Το μέταλλο έτριξε και άνοιξε απότομα προς τα έξω.
Ο κρύος αέρας που ανέβηκε από μέσα μύριζε σκόνη, παλιό νερό και καθαριστικό. Πίσω από το άνοιγμα φάνηκε η στενή μεταλλική σκάλα, καρφωμένη στον τοίχο, που κατέβαινε κάθετα στο σκοτάδι. Ένα αχνό φως ερχόταν από χαμηλά, αρκετό μόνο για να δείξει τα πρώτα σκαλοπάτια και το στενό φρέαρ.
«Μέσα», είπε εκείνος.
Δεν γύρισε να τον δει. Άκουσε το τρίξιμο των παπουτσιών των φυλάκων στο δάπεδο, το χτύπημα ενός ώμου στον τοίχο, τη νοσηλεύτρια που πλησίαζε και ξαναφώναζε το ίδιο πράγμα, τώρα με το όνομά της.
«Μίρα. Πίσω. Τώρα.»
Το είχε ξανακούσει αυτό το ύφος. Πρώτα το όνομα, ύστερα η εντολή, ύστερα χέρια.
Έβαλε το ένα πόδι στο χείλος, έψαξε με τα δάχτυλα του άλλου για το πρώτο σκαλοπάτι και δεν το βρήκε αμέσως. Ήταν ξυπόλυτη. Η κόψη του μετάλλου χτύπησε την καμάρα του ποδιού της και την έκανε να σφίξει τα δόντια. Κατέβασε το βάρος της πιο προσεκτικά, μέχρι που το πέλμα βρήκε τη ράβδο. Γλίστρησε λίγο πάνω στη λεία επιφάνεια και σταμάτησε.
Πίσω της ο πρώτος φύλακας έβρισε χαμηλά. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Ακούστηκε μόνο ένας κοντινός κρότος, σώμα πάνω σε σώμα, και το σύντομο σύρσιμο παπουτσιών που έψαχναν πρόσφυση.
Κατέβασε και το δεύτερο πόδι. Το σώμα της πέρασε μέσα από το άνοιγμα μέχρι τη μέση. Κρατήθηκε με τα δύο χέρια από τα πλαϊνά της σκάλας και γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω.
Λοξά μπροστά στη θυρίδα στεκόταν ο Γιόνας, όχι μέσα της. Είχε ανοίξει τον χώρο όσο χρειαζόταν μόνο για εκείνη. Ο ένας φύλακας προσπαθούσε να τον προσπεράσει από δεξιά, ο άλλος είχε ήδη φέρει το χέρι στον ώμο του. Η νοσηλεύτρια ήταν πιο πίσω, αλλά είχε τα μάτια της πάνω στη Μίρα, όχι σ’ εκείνον.
«Κάλεσε ενισχύσεις», είπε ο δεύτερος φύλακας σε κάποιον πίσω του ή στο ακουστικό του.
Η λέξη ακούστηκε ευκρινής. Όχι άλλη σύγχυση, όχι θόρυβος δωματίου, όχι περιστατικό που μπορούσε να κλείσει μέσα σ’ έναν διάδρομο. Από τη στιγμή που το είπε, το πέρασμα αυτό γινόταν καταγραφή, διαδρομή ασφαλείας, απόδραση. Η διαδρομή προς τη λίμνη είχε χαθεί. Έμενε μόνο ο υπόγειος διάδρομος υπηρεσίας.
Την κοίταξε, μια στιγμή μόνο.
«Κατέβα.»
Ήταν η ίδια φωνή με πριν. Χωρίς παρακάλια. Χωρίς εκείνο το μικρό κενό που θα της άφηνε να τον ρωτήσει αν ερχόταν πίσω της. Το είχαν πει ήδη. Αν έφτανε στο σημείο χωρισμού, εκείνη δεν μετρούσε πια μέσα στο σχέδιο. Αν έμενε πίσω, δεν θα γύριζε. Η σκέψη βάρυνε το στήθος της. Αν τον άφηνε εκεί, το άφηνε με τους φύλακες πάνω του και το αίμα ακόμη στα χέρια της. Μπροστά της έμενε μόνο η σκάλα, κι έτσι κατέβηκε ένα σκαλοπάτι, ύστερα άλλο ένα. Το μέταλλο πάγωνε τις πατούσες της. Το φρέαρ στένευε γύρω της. Κάθε κίνηση έκανε έναν μικρό ήχο που πήγαινε προς τα κάτω και γύριζε πίσω. Άφησε το άνοιγμα πάνω από το κεφάλι της μισό ορατό και σταμάτησε για ένα κλάσμα, αρκετό μόνο για να ακούσει.
«Μακριά από τη θυρίδα!» φώναξε η νοσηλεύτρια.
Ένας βραχνός αναστεναγμός ξέφυγε από κάποιον άντρα. Ακούστηκε ο ήχος από μεταλλικό πλαίσιο που χτύπησε στον τοίχο. Κάποιος είχε βάλει δύναμη για να περάσει. Η Μίρα κατέβηκε ακόμη δύο σκαλοπάτια με γρήγορες, άτσαλες κινήσεις. Το γόνατό της βρήκε στο πλάι του φρέατος. Δεν σταμάτησε.
Από πάνω ακούστηκε ο Γιόνας για πρώτη φορά πιο δυνατά.
«Κλείσ’ την όταν περάσω.»
Η φ
Απότομα, η φωνή του κόπηκε από το μέταλλο της θυρίδας που έπεσε στη θέση του, κι όλα άλλαξαν μέσα σε λίγες ανάσες: ο διάδρομος έμεινε πάνω, πίσω από κλειστό πλαίσιο, και εκείνη βρέθηκε χωμένη σε κατακόρυφο φρέαρ, με τον ήχο της καταδίωξης να έρχεται πια πνιγμένος. Κατέβηκε άλλα τρία σκαλοπάτια πριν νιώσει το βάρος του να μπαίνει στη σκάλα από πάνω της. Το μέταλλο έτριξε σε κάθε σύνδεσμο. Δεν σήκωσε το κεφάλι. Στην παλάμη της γλίστρησε κρύο σίδερο· έσφιξε ξανά και συνέχισε ώσπου το πόδι της βρήκε επιτέλους επίπεδο δάπεδο.
Στον πάτο του φρέατος, ο χώρος ήταν στενός, με γυμνά τοιχώματα και χαμηλό φωτισμό ασφαλείας στο πλάι. Μπροστά απλωνόταν ο υπόγειος διάδρομος υπηρεσίας, τόσο στενός που δύο άνθρωποι δεν περνούσαν δίπλα δίπλα. Η μυρωδιά ήταν βαριά, κλειστή, με σκόνη και καμένο πλαστικό από κάπου πιο μέσα. Εκείνη απομακρύνθηκε αμέσως από τη σκάλα. Τα πέλματά της χτυπούσαν γυμνά στο τραχύ δάπεδο. Το αριστερό της γόνατο έδινε έναν κοφτό πόνο σε κάθε βήμα από το χτύπημα στο φρέαρ.
Ο Γιόνας κατέβηκε γρήγορα, χωρίς να ψάχνει τα σκαλοπάτια. Μόλις πάτησε κάτω, γύρισε, έπιασε τον εσωτερικό μοχλό της θυρίδας και την τράβηξε μέχρι να ασφαλίσει. Ο ήχος του κλεισίματος ήρθε καθαρός, βαρύς. Τον άκουσε και δεν υπήρχε πια πίσω. Ούτε διάδρομος, ούτε επιστροφή στη λίμνη, ούτε άλλη διαδρομή που να μην είχε ήδη σημειωθεί από όσους έτρεχαν από πάνω.
Από την άλλη πλευρά της θυρίδας έπεσε το πρώτο χτύπημα. Ύστερα δεύτερο, όχι ακόμη από εργαλείο· ώμοι ή παλάμες. Δοκίμαζαν.
«Προχώρα», είπε εκείνος.
Δεν τη ρώτησε αν μπορούσε. Δεν της έπιασε το χέρι. Πέρασε μπροστά της μόνο για μισό βήμα, έριξε μια ματιά στον διάδρομο και ξαναστάθηκε πλάι της, αρκετά κοντά για να τη σπρώξει αν χρειαζόταν, όχι αρκετά για να τη στηρίξει. Έσφιξε το στόμα της και έτρεξε.
Μετά από μια μικρή καμπή, ο διάδρομος κατέληγε σε ενδιάμεσο φραγμό: πλέγμα βαρέος τύπου με μεταλλικό πλαίσιο και κλειδωμένο μηχανισμό στο δεξί μέρος. Πάνω από το πλαίσιο έκαιγε μία κόκκινη λυχνία. Έφτασε πρώτη, έπιασε το πλέγμα και το τράβηξε. Τίποτα. Όταν το ξανάκανε πιο δυνατά, η κλειδαριά έμεινε νεκρή.
«Κλειστό», είπε κοφτά.
Χωρίς να απαντήσει, ο Γιόνας την έβγαλε από μπροστά με τον πήχη, χωρίς να χάνει χρόνο. Έσκυψε στον μηχανισμό. Εκείνη κοίταξε πίσω. Από τη θυρίδα, μακριά ακόμη, έρχονταν πια χτυπήματα με ρυθμό. Είχαν φέρει κάτι βαρύτερο ή είχαν φτάσει περισσότεροι. Μαζί μ’ αυτά ακούστηκε και το πρώτο μακρινό σφύριγμα συναγερμού από άλλο επίπεδο. Όχι ακόμη γενικό. Τοπικό, κομμένο.
Εκείνος ακούμπησε την παλάμη του πάνω στο σημείο της ασφάλειας. Στην αρχή δεν φάνηκε τίποτα. Εκείνη είδε το μέταλλο να αλλάζει χρώμα γύρω από τα δάχτυλά του. Η κόκκινη λυχνία τρεμόπαιξε. Ένας ξερός ήχος βγήκε από μέσα, ύστερα ήρθε μυρωδιά από μονωτικό που άρπαζε. Εκείνος έσφιξε περισσότερο. Οι μύες στον λαιμό του τεντώθηκαν. Ένα λεπτό σύννεφο ατμού σηκώθηκε από το σημείο επαφής.
Με το βλέμμα στο χέρι του, ύστερα στη λυχνία και πάλι πίσω στον διάδρομο, είδε το φως να αλλάζει στις εξόδους συντήρησης πιο πέρα και σκιές προσωπικού να περνούν με φορητά τερματικά στα χέρια. Αυτό θα έμενε στο σύστημα. Δεν θα ήταν απλή καταγραφή βλάβης, αλλά παρέμβαση, κάτι που θα τους έδινε και τρόπο και χρόνο. Το ήξερε, και ήξερε ότι κι εκείνος το ήξερε. Κι όμως, όταν η πρώτη σειρήνα άνοιξε σε όλο τον σταθμό, το έκανε, και η κλειδαριά έσκασε με μικρό κρότο.
Η λυχνία έσβησε. Ο Γιόνας τράβηξε το πλέγμα και ο φραγμός άνοιξε μισό μέτρο με βίαιη αντίσταση.
«Μέσα».
Σκυφτή, πέρασε πρώτη. Το πλαίσιο ακούμπησε στον ώμο της και γρατζούνισε το δέρμα. Ο Γιόνας ήρθε αμέσως πίσω της και άφησε το πλέγμα να επιστρέψει μισόκλειστο, όχι για να ασφαλίσει, μόνο για να κόψει λίγο χρόνο. Από πίσω ακούστηκε επιτέλους η
βίαιη μεταλλική έκρηξη της θυρίδας που έδινε στο φρέαρ.
Ο ήχος κύλησε μέσα στον στενό διάδρομο και έφερε μαζί του φωνές, κοφτές εντολές, βήματα που χτυπούσαν πάνω στο μέταλλο. Η Μίρα δεν γύρισε. Είχε ήδη δει αρκετά. Μπροστά τους ο χώρος άνοιγε λίγο, τόσο όσο να χωρίζει σε δύο κατευθύνσεις. Στα αριστερά, χαμηλή πινακίδα με ξεθωριασμένη σήμανση έδειχνε προς τη λίμνη και προς τεχνικά αντλιοστάσια. Στα δεξιά, άλλη σήμανση για εξωτερική ζώνη και παροχές. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει.
Ο Γιόνας έκοψε δεξιά.
Το κράτησε μέσα της, αλλά το σημείωσε αμέσως. Η γραμμή προς τη λίμνη είχε τελειώσει, χωρίς καθυστέρηση, κύκλο ή παράκαμψη. Εκείνος δεν ξόδεψε ούτε μισή λέξη γι’ αυτό. Έτρεχε μπροστά της με τα χέρια λίγο ανοιχτά, με τον έναν ώμο πιο χαμηλά από τον άλλο. Η ανάσα του είχε αλλάξει. Έβγαινε πιο βαριά, πιο σύντομα.
Οι σωλήνες κατά μήκος του τοίχου ήταν πιο παχιοί εδώ. Η θερμότητα ερχόταν πριν από τον αέρα. Την ένιωσε πρώτα στα μάγουλα, ύστερα στους ώμους και χαμηλά στα γυμνά της πέλματα, όπου το δάπεδο γινόταν όλο και πιο ζεστό. Μικρές ενδείξεις πάνω στις βαλβίδες άναβαν πορτοκαλί. Ένα κομμάτι από προστατευτικό περίβλημα έτριξε και έσταξε κάτι λιωμένο στον αρμό του πατώματος.
«Μπροστά έχει απομόνωση», είπε.
Ο Γιόνας δεν γύρισε. «Το βλέπω».
Στο τέλος του διαδρόμου, η τελική θύρα προς την εξωτερική ζώνη δεν ήταν σκοτεινή. Γύρω από το πλαίσιό της, τα σημεία στερέωσης κρατούσαν μια σταθερή, θαμπή κόκκινη λάμψη. Το μέταλλο είχε αλλάξει χρώμα κοντά στον μηχανισμό. Από εκεί ερχόταν η θερμότητα.
Πίσω τους, από την πλευρά του φραγμού, ακούστηκε άλλος θόρυβος, όχι χτυπήματα πια αλλά ο καθαρός ήχος από ηλεκτρονική επιβεβαίωση. Κάποιος χειριζόταν φορητό τερματικό. Μετά ήρθε το σύρσιμο του πλέγματος που το τραβούσαν ή το έδεναν στη θέση του.
«Θα το σφραγίσουν πίσω μας», είπε.
«Τότε δεν σταματάς».
Έφτασαν στη θύρα. Ήταν δίφυλλη, βαριά, βιομηχανική. Η κεντρική ένωση είχε ανοίξει μόνο κατά λίγα δάχτυλα, αρκετά ώστε να περάσει ανάμεσά τους μια γραμμή ψυχρότερου αέρα από έξω, όχι αρκετά για σώμα. Ο Γιόνας έπιασε τον χειρομοχλό. Τον τράβηξε μία φορά. Δεν μετακινήθηκε. Δοκίμασε ξανά με όλο του το βάρος και η θύρα έδωσε ένα κλάσμα, μετά κόλλησε πάλι.
Η Μίρα είδε το χέρι του πριν μιλήσει. Στις άκρες των δαχτύλων, κοντά στην παλάμη, το κόκκινο είχε σκουρύνει. Εκείνος άλλαξε θέση χωρίς να το κοιτάξει. Ακούμπησε το αριστερό χέρι στον παραμορφωμένο μηχανισμό του κλειδώματος.
«Πίσω», είπε.
Δεν υπάκουσε αμέσως. «Δεν θα ανοίξει αρκετά».
«Πίσω, Μίρα».
Τώρα τον άκουσε διαφορετικά. Το άκουσε στο πόσο λίγο του έμενε για να τη βγάλει. Έκανε μισό βήμα πίσω, όχι περισσότερο. Εκείνος κράτησε σφιχτά το μέταλλο. Η αλλαγή ήρθε γρήγορα, πιο βίαια απ’ ό,τι στον φραγμό. Ο μηχανισμός έβγαλε ξηρό κρότο, ύστερα άλλον έναν. Λεπτές γραμμές καπνού βγήκαν από τη σχισμή. Η μυρωδιά από καμένη μόνωση ανακατεύτηκε με θερμό σίδερο και της έπιασε τον λαιμό.
Απότομα ο Γιόνας τράβηξε το χέρι του. Το δέρμα στην παλάμη είχε ανοίξει σε ένα σημείο. Δεν κοίταξε ούτε τότε. Έβαλε τον ώμο του στη θύρα και έσπρωξε. Το φύλλο μετακινήθηκε λίγο ακόμη, αρκετά για γόνατο, όχι για πέρασμα. Το σώμα του κόλλησε πάνω στο καυτό μέταλλο. Η Μίρα άκουσε τον αέρα που βγήκε από τα δόντια του. Εκείνος ξαναέσπρωξε. Το πόδι του γλίστρησε μισό βήμα στο δάπεδο.
Πίσω, τα βήματα πλησίαζαν. Η ηλεκτρονική επιβεβαίωση ακούστηκε ξανά, πιο κοντά αυτή τη φορά, κι ύστερα μια φωνή μέσα από τον διάδρομο υπηρεσίας, παραμορφωμένη από την απόσταση.
Η Μίρα κοίταξε το άνοιγμα, μετά τον ώμο του, μετά το χέρι του. Θυμήθηκε ακριβώς τι είχαν συμφωνήσει.
Θυμήθηκε ακριβώς τι είχαν συμφωνήσει. Πρώτη αντίδραση εκείνη. Χωρίς επιστροφή εκείνος. Χωρίς παραλαβή. Ειπωμένο ρητά, για να μη μείνει μετά τίποτε να ειπωθεί.
Τώρα δεν έμοιαζε με συμφωνία. Έμοιαζε με λεπτά και μέταλλο και δέρμα που καιγόταν.
Πίσω τους ακούστηκε ξανά η φωνή, πιο κοντά, κοφτή, υπηρεσιακή. Δεν ξεχώρισε τις λέξεις, μόνο τον τόνο. Τους είχαν φτάσει. Το φορητό τερματικό έβγαλε άλλο ένα σύντομο σήμα. Κάποιος έδινε εντολή σε σύστημα που τους αφορούσε άμεσα.
Εκείνος κράτησε τη θύρα με το σώμα και γύρισε το κεφάλι μισά προς το μέρος της.
«Τώρα.»
Η Μίρα δεν κουνήθηκε.
Το άνοιγμα ήταν στενό. Το μέταλλο στις άκρες της σχισμής είχε αλλάξει χρώμα. Ο αέρας που ερχόταν απ’ έξω δεν έφτανε για να το κρυώσει. Έδειχνε μόνο ότι υπήρχε χώρος πέρα από εκεί.
«Δεν περνάς έτσι», απάντησε.
«Θα περάσεις.»
«Κι εσύ;»
Εκείνος δεν απάντησε στο σωστό μέρος της ερώτησης. Έσφιξε περισσότερο τον ώμο στη θύρα. Το τραυματισμένο του χέρι βρήκε θέση κοντά στην ένωση των φύλλων, εκεί όπου μπορούσε να κρατήσει το κενό ανοιχτό. Το πρόσωπό του άσπρισε για μια στιγμή και μετά ξανασκλήρυνε.
«Βγες.»
Άλλο ένα βήμα πίσω τους. Δεύτερο. Η φωνή είπε αυτή τη φορά κοφτά, «Σταματήστε!» και αμέσως μετά ακούστηκε το όνομά του από κάποιον άλλον, κομμένο στη μέση από το μήκος του διαδρόμου.
Η Μίρα γύρισε απότομα το κεφάλι. Στο βάθος φάνηκε κίνηση, ένα φως από οθόνη τερματικού, χέρια, σκιές σωμάτων που έρχονταν γρήγορα. Δεν ήταν πια αναζήτηση σε τμήμα ούτε περιορισμός. Ήταν ήδη καταδίωξη.
Ξανακοίταξε τη θύρα. Δεν μπορούσε να την ανοίξει άλλο μόνος του. Το είδε στον τρόπο που είχε σταματήσει να κερδίζει έστω και χιλιοστό. Το φύλλο έτρεμε κάτω από την πίεση και έμενε εκεί. Αν περίμεναν άλλο, θα τους έβρισκαν κολλημένους πάνω του.
Πλησίασε.
Η ζέστη χτύπησε το πρόσωπό της και τον λαιμό. Μυρωδιά καμένου υφάσματος και σιδήρου της γέμισε το στόμα. Εκείνος την έκοψε πριν μιλήσει.
«Μην το πιάσεις. Πέρασε πλάγια.»
«Δεν χωράω.»
«Θα χωρέσεις.»
Το είπε κοφτά, όχι για να την πείσει. Για να μη μείνει άλλος χρόνος για απόφαση. Εκείνη το κατάλαβε και τον μίσησε γι’ αυτό για μία καθαρή στιγμή. Πίσω ακούστηκε πάλι το τερματικό και μια λέξη που αυτή τη φορά ξεχώρισε.
«Συναγερμός.»
Στον τοίχο, βαθύτερα στο πέρασμα, άναψε πρώτα μια κόκκινη ένδειξη και μετά άλλη μία. Ένα χαμηλό σήμα πήρε μπρος μέσα στις γραμμές του σταθμού. Δεν ήταν ο τοπικός ήχος που είχαν ακούσει νωρίτερα. Ήταν πλατύτερος, βαρύτερος, φτιαγμένος για να περάσει παντού.
Το στομάχι της σφίχτηκε.
Εκείνος έσπρωξε ξανά και το μέταλλο μετακινήθηκε ένα ακόμα κλάσμα. Αρκετό για γοφό, αν έμπαινε σωστά. Όχι αρκετό για δεύτερη προσπάθεια, αν κολλούσε.
«Τώρα, Μίρα.»
Δεν τον ρώτησε ξανά αν θα ακολουθήσει. Αν έλεγε ψέματα, δεν θα της χρησίμευε. Αν έλεγε αλήθεια, πάλι δεν θα της χρησίμευε.
Γύρισε το σώμα της στο πλάι. Έβαλε πρώτα τον ώμο στο άνοιγμα. Η άκρη της θύρας βρήκε το ύφασμα στο μανίκι της και το άρπαξε σχεδόν από τη θερμότητα. Πικρή γεύση μετάλλου ανέβηκε στη γλώσσα της.
«Μη σταματάς», την πίεσε εκείνος χαμηλά, μέσα από τα δόντια.
Πίσω τους ακούστηκε τρέξιμο κανονικό τώρα, χωρίς προφύλαξη. Κάποιος φώναξε να απομακρυνθεί. Άλλος έδωσε αριθμό θύρας. Η κόκκινη ένδειξη στον τοίχο άρχισε να αναβοσβήνει πιο γρήγορα και το βαρύ σήμα του γενικού συναγερμού απλώθηκε καθαρά στον διάδρομο.
Σφίγγοντας τη γνάθο, η Μίρα σήκωσε το χέρι για να προστατεύσει το πρόσωπο, έφερε τον αριστερό ώμο μπροστά και μπήκε.
Σφίγγοντας τη γνάθο, η Μίρα σήκωσε το χέρι για να προστατεύσει το πρόσωπό της, έφερε τον αριστερό ώμο μπροστά και μπήκε με βία στο στενό άνοιγμα. Η θερμότητα τη χτύπησε στο μάγουλο και στον λαιμό. Για μια στιγμή κόλλησε στον γοφό. Το μέταλλο την κράτησε εκεί, ακίνητη, με τον αέρα να κόβεται μέσα της. Από πίσω της ο Γιόνας την έσπρωξε ξανά. Το σώμα της μετακινήθηκε απότομα. Το ύφασμα τράβηξε, ένα κοφτό κάψιμο τής έσκισε το μπράτσο, και το βάρος της έφυγε μπροστά.
Βγήκε μισή έξω και έπεσε με το γόνατο σε υγρό τσιμέντο. Το χέρι της γλίστρησε, βρήκε τραχιά επιφάνεια, κράτησε. Ο αέρας ήταν ψυχρότερος, γεμάτος υγρασία και μεταλλική μυρωδιά. Μπροστά της απλωνόταν γυμνός τεχνικός χώρος: στενή λωρίδα δαπέδου, σωληνώσεις χαμηλά στον τοίχο και, λίγο παραπέρα, φράχτης. Πέρα από τον φράχτη δεν υπήρχε φως, μόνο ανοιχτό σκοτάδι προς τη λίμνη.
Πίσω της η θύρα έτριξε και πήγε να κλείσει.
Γύρισε αμέσως. Ακόμη μέσα, κολλημένος στην εσωτερική πλευρά, ο Γιόνας είχε τον ώμο και το αντιβράχιο χωμένα στο άνοιγμα. Το κόκκινο φως του συναγερμού τον έκοβε σε διαστήματα. Δεν είχε χώρο να περάσει. Δεν είχε καν το άνοιγμα που είχε εκείνη. Τότε το είδε καθαρά, χωρίς περιθώριο παρερμηνείας. Μόνος του δεν θα την άνοιγε άλλο.
«Προχώρα!» της φώναξε.
Η φωνή του βγήκε κοφτή, θυμωμένη από την πίεση, όχι από φόβο. Από τον διάδρομο ακούστηκε άλλη φωνή, ακριβής, εκπαιδευμένη.
«Ακινητοποιηθείτε. Τώρα.»
Και δεύτερη, πιο κοντά.
«Μην κινηθείς! Κάτω τα χέρια!»
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, η Μίρα έμεινε έξω από το κατώφλι. Αν γύριζε μέσα, θα σφήνωνε στο ίδιο άνοιγμα με αυτόν. Θα έκλεινε η θύρα επάνω και στους δύο. Αν έφευγε, το μέταλλο θα τον έπαιρνε μαζί του προς τα πίσω και το πέρασμα θα χανόταν. Ο συναγερμός χτυπούσε πάνω από όλα, βαρύς και σταθερός. Δεν υπήρχε πια τίποτα κρυφό σε αυτό που γινόταν. Ο λαιμός της έσφιξε. Αν τον άφηνε τώρα, δεν θα ήταν διαφυγή.
Έβαλε και τα δύο χέρια στην εξωτερική ακμή της θύρας και έσπρωξε προς τα έξω.
Ο πόνος ανέβηκε αμέσως στις παλάμες της. Η επιφάνεια ήταν καυτή ακόμη και από την εξωτερική πλευρά. Έσφιξε τα δόντια και άλλαξε θέση, πιέζοντας με τη βάση των χεριών και τον ώμο. Το μέταλλο έδωσε ελάχιστα. Μέσα από το άνοιγμα τον είδε να μεταφέρει το βάρος του. Η γωνία άλλαξε κατά λίγους πόντους.
«Πάλι», είπε εκείνος.
Έσπρωξε ξανά. Το γόνατό της γλίστρησε στο βρεγμένο δάπεδο, αλλά κράτησε χαμηλά το σώμα και έβαλε δύναμη από τα πόδια. Η θύρα μετακινήθηκε άλλο λίγο, αρκετά ώστε να περάσει πρώτα το χέρι του, μετά ο ώμος. Στο εσωτερικό ακούστηκε τρίξιμο σόλας που σταμάτησε απότομα.
«Πίσω!» φώναξε ένας άντρας από μέσα. «Μακριά από τη θύρα.»
Δεν υπάκουσε. Ο Γιόνας τραβήχτηκε προς το άνοιγμα, αλλά κάτι τον κράτησε για ένα στιγμιότυπο, είτε το βάρος της θύρας είτε η θέση του σώματός του. Είδε το πρόσωπό του μόνο κομμένο από το κόκκινο φως, τη γνάθο σφιγμένη, τον λαιμό τεντωμένο από την προσπάθεια.
«Μίρα, φύγε.»
Δεν κουνήθηκε.
Από το βάθος του διαδρόμου ήρθε μεταλλικός κρότος, μετά βήματα που έσπασαν σε πιο μικρές, γρήγορες κινήσεις. Είχαν φτάσει πια σε οπτική επαφή. Το κατάλαβε από τον τρόπο που άλλαξαν οι εντολές.
«Ο στόχος εκτός θύρας.»
«Κράτα την στο οπτικό.»
«Μην την αφήσετε να φύγει προς τον φράχτη.»
Η πρώτη αντίδραση. Το είχε πει. Το σώμα της το ήξερε πριν το δεχτεί το μυαλό της. Ήταν έξω, εκτεθειμένη, μόνη στην πλευρά που δεν έδινε κάλυψη. Για μια στιγμή κατάλαβε ακέραιο ότι εκείνος την είχε φέρει ακριβώς εδώ. Την ίδια στιγμή έβλεπε και το άλλο: χωρίς εκείνη, η θύρα θα είχε ήδη κλείσει.
Έσπρωξε τρίτη φορά, με το αριστερό χέρι ψηλά και το δεξί χαμηλά, για να κρατήσει τη γωνία. Το δέρμα στις παλάμες της έκαιγε καθώς ο Γιόνας πέρασε τον δεύτερο ώμο. Το στέρνο του βρήκε στην κάσα. Έβγαλε ένα κοφτό βογκητό.
Όταν άνοιξε ξανά χρόνος μέσα της, δεν ήταν πια στη θύρα. Είχε ήδη απομακρυνθεί λίγα μέτρα στον εξωτερικό τεχνικό διάδρομο, με το σώμα γυρισμένο μισό προς τα πίσω και μισό προς τη σκοτεινή πλευρά της λίμνης, και ο χώρος είχε αλλάξει κατάσταση πριν προλάβει να τον διαβάσει: λευκός φωτισμός ασφαλείας άναψε κατά μήκος του φράχτη, κόκκινες ενδείξεις σταθεροποιήθηκαν πάνω από το γυάλινο διαμέρισμα και μια ψυχρή γυναικεία φωνή από μεγάφωνο έκοψε τον αέρα. «Πρωτόκολλο απομόνωσης εξωτερικής ζώνης. Όλα τα σημεία πρόσβασης κλειδώνουν. Παραμείνετε ορατοί.»
Γύρισε προς τον φράχτη. Η ανάσα της έβγαινε κοφτή ακόμη, ρηχή, και κάπου πίσω από τη φωνή του συστήματος επέμενε ο απόηχος του συναγερμού. Ψηλό πλέγμα, δεύτερη στρώση συρμάτινης ενίσχυσης, χαμηλά μεταλλική βάση βιδωμένη σε τσιμέντο. Πέρα από αυτόν, σκοτάδι και η επίπεδη αντανάκλαση νερού που δεν έδινε καμία απόσταση. Δεν υπήρχε άνοιγμα ούτε πρόχειρο σημείο στήριξης. Δεξιά και αριστερά, ο διάδρομος έκοβε σε στενό κανάλι ανάμεσα στο πλέγμα και το κτίριο. Μπροστά της, ο μόνος φωτισμένος προορισμός ήταν το γυάλινο διαμέρισμα. Η λευκή γραμμή στο δάπεδο οδηγούσε εκεί. Κρύος αέρας από τη λίμνη πέρασε πάνω από τον ιδρώτα στον αυχένα της.
«Εξωτερικός στόχος σε κίνηση;» ακούστηκε από φορητό τερματικό κάποιου που πλησίαζε από την εσωτερική πλευρά του γυαλιού.
«Αρνητικό. Την έχουμε στο βραχιόλι.»
Η Μίρα έσφιξε τα δόντια. Έκανε δύο βήματα προς τον φράχτη μόνο και μόνο για να δει αν θα αλλάξουν εντολή. Άλλαξαν αμέσως.
«Μην την πιέσετε προς το πλέγμα. Κρατήστε διαδρομή στον θάλαμο.»
Η πρώτη αντίδραση αφορούσε εκείνη. Όχι για να περάσει κάποιος δεύτερος και να τρέξουν μαζί. Ο Γιόνας δεν ερχόταν πίσω της. Δεν υπήρχε δεύτερο βήμα στη φυγή τους. Όχι για ένα σημείο που θα άνοιγε μετά. Για να μείνει εκείνη στο οπτικό, σε ξεχωριστή γραμμή, με φωτισμό, με σήμανση, με βραχιόλι.
Ξανά μίλησε το μεγάφωνο. «Εξωτερική ζώνη σε πλήρη περιορισμό. Οδηγηθείτε στο πλησιέστερο ασφαλές διαμέρισμα για καταγραφή και προστασία.»
Προστασία. Η λέξη την έκανε να γυρίσει προς το γυάλινο κουτί. Μέσα υπήρχαν φώτα, ένας στενός πάγκος στον τοίχο, κάμερα στη γωνία, θύρα με μαγνητική κλειδαριά. Πίσω από το γυαλί κινήθηκαν δύο μέλη προσωπικού με σκούρες στολές. Ο ένας κρατούσε τερματικό στο ύψος του στήθους και κοίταζε την οθόνη, όχι εκείνη. Ο άλλος έλεγξε κάτι στην κάσα.
«Χάρτμαν», ακούστηκε η φωνή του πρώτου από εξωτερικό μεγάφωνο του θαλάμου, πιο κοντινή τώρα. «Μπες στο διαμέρισμα. Η ζώνη σφραγίζει.»
Δεν απάντησε. Προχώρησε ένα βήμα προς τη θύρα απ’ όπου είχε βγει. Το κόκκινο φως πάνω της άλλαξε σε σταθερό. Από μέσα ακούστηκε ένας βαρύς μηχανισμός να κουμπώνει. Η επιλογή έκλεισε μπροστά της χωρίς αμφιβολία.
Η Μίρα έμεινε ακίνητη για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και κοίταξε τη θύρα ώσπου σταμάτησε κάθε ήχος από μέσα. Η ανάσα της έβγαινε ακόμη κοφτή. Ούτε η φωνή του Γιόνα, ούτε χτύπημα, ούτε κάτι που να άφηνε περιθώριο να πει πως υπήρχε ακόμη δεύτερο βήμα. Μπροστά της, το μόνο που έμενε ανοιχτό ήταν ο διάδρομος και το γυάλινο διαμέρισμα στο τέλος του.
Από το μεγάφωνο επανήλθε η ίδια επίπεδη φωνή, με τον απόηχο του συναγερμού να βουίζει ακόμη χαμηλά πίσω της: «Οδηγηθείτε άμεσα στο ασφαλές διαμέρισμα. Η μη συμμόρφωση καταγράφεται ως άρνηση διαδικασίας μετά από επιβεβαιωμένη απόπειρα διαφυγής.»
Μετά από επιβεβαιωμένη απόπειρα διαφυγής. Το είχαν ήδη κλείσει κι αυτό. Ο Γιόνας δεν γύριζε. Δεν υπήρχε τίποτα που να περίμενε από την ίδια, μόνο καταγραφή.
Προχώρησε ως τη γυάλινη θύρα. Το φύλλο ήταν ήδη μισάνοιχτο προς τα μέσα, κρατημένο από τον μηχανισμό. Το φως του θαλάμου έπεσε καθαρά πάνω της. Είδε τον εαυτό της πάνω στο τζάμι πριν χαθεί η αντανάκλαση: μαλλιά κολλημένα στον λαιμό, χέρια κοκκινισμένα, το ένα μανίκι σκισμένο στη ραφή, το βραχιόλι να αναβοσβήνει πάνω στο πρησμένο δέρμα. Στο πλάι μετακινήθηκε ο άντρας με το τερματικό για να της αφήσει διάδρομο. Δίπλα του, η γυναίκα κράτησε τα χέρια χαμηλά και την παρακολουθούσε μόνο στο πρόσωπο.
«Μπες», είπε η γυναίκα, όχι από μεγάφωνο αυτή τη φορά αλλά κανονικά, πίσω από το γυαλί.
Η Μίρα δεν κουνήθηκε.
«Η απομόνωση έχει ήδη ενεργοποιηθεί», συνέχισε ο άντρας, διαβάζοντας πάλι από την οθόνη. «Επιβεβαιωμένη απόπειρα διαφυγής. Επιβεβαιωμένη εξωτερική έκθεση. Η είσοδός σου απαιτείται για καταγραφή συμβάντος και αξιολόγηση κατάστασης.»
Απαιτείται. Τίποτα προσωπικό δεν είχε η φωνή του. Μπορούσε να μιλά σε θύρα, σε καρότσι, σε σάκο δειγμάτων.
Η Μίρα έβαλε το πόδι της στο κατώφλι και σταμάτησε πάλι. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ακόμη από την πίεση στο γυαλί. Μέσα, το πάτωμα ήταν λείο, ανοιχτόχρωμο, χωρίς τίποτα που να πιάνει. Στον τοίχο, ο πάγκος ήταν στενός και βιδωμένος. Στη γωνία, η κάμερα είχε