Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Chapitre 13 sur 16

    Chapitre 13

    Δεύτερο Βραχιόλι

    Η όχθη δεν τους κράτησε εκεί όπου έπεσε ο άντρας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο τόπος άλλαξε, η επιλογή άλλαξε και ο χρόνος μίκρυνε σε εντολές και ανάσες. Μέσα στη λάσπη, οι φτέρνες άφησαν δύο γραμμές ώσπου η Λίνα έκοψε δεξιά, έξω από τη λωρίδα του φωτός, και τον έσυραν πίσω από πυκνά καλάμια, σε ένα χαμηλό βούλιαγμα του εδάφους όπου το νερό έφτανε στους αστραγάλους.

    Αφήνοντας τα πόδια, η Μίρα ίσιωσε απότομα. Η παλάμη της ήταν ακόμη ζεστή. Την έτριψε μία φορά στο παντελόνι της, χωρίς αποτέλεσμα. Από πίσω, προς το άνοιγμα του αγωγού, ακούστηκε μια κοφτή φωνή, έπειτα μία πιο μακρινή. Κάποιος έδωσε κατεύθυνση. Πάνω από τα κεφάλια τους, τα καλάμια κινήθηκαν από αέρα που δεν τον ένιωσε στο πρόσωπο, μα τον είδε. Χαμηλά πάνω από το νερό, ο πρώτος προβολέας πέρασε και έσπασε σε λωρίδες μέσα στα στελέχη.

    «Τελείωσε», είπε εκείνη χωρίς να τη δει. Γονάτισε δίπλα στο σώμα, έσπρωξε τον ώμο του πιο μέσα στη σκιά και σηκώθηκε αμέσως. «Δεν γυρίζουμε πίσω.»

    Η Μίρα κοίταξε προς τη μεριά του αγωγού. Δεν έβλεπε το άνοιγμα, μόνο το σκούρο μπλέξιμο από καλάμια και το άσπρο κόψιμο του φωτός που πήγαινε κι ερχόταν. Πίσω από άλλη πόρτα, άλλο πέρασμα, άλλη παγίδα, ήταν ο Γιόνας. Δεν ήξερε αν είχε βγει, αν είχε μείνει μέσα, αν έτρεχε τώρα προς άλλη πλευρά της περιμέτρου. Για μία στιγμή έμεινε καρφωμένη σε ό,τι δεν ήξερε.

    «Άκουσέ με.» Την έπιασε από τον αγκώνα, σφιχτά. «Ο αγωγός κάηκε. Αν πας πίσω, θα πέσεις πάνω τους.»

    Η Μίρα γύρισε και την κοίταξε. «Υπάρχει άλλος δρόμος;»

    «Το βαν.» Άφησε τον αγκώνα της και έδειξε χαμηλά, κατά μήκος της όχθης. «Τώρα. Πριν κλείσει η περίμετρος.»

    Τίποτε άλλο δεν εξήγησε. Δεν περίμενε έγκριση. Είχε ήδη σκύψει και κινούνταν μέσα στα καλάμια με μικρά, γρήγορα βήματα, πατώντας εκεί όπου το χώμα κρατούσε λίγο περισσότερο. Η Μίρα ακολούθησε.

    Σε κάθε βήμα η λάσπη τραβούσε τα παπούτσια της. Σε δύο σημεία ένιωσε το ένα να φεύγει από τη φτέρνα και το ξαναβύθισε με δύναμη. Στα μάγουλα, στα χέρια, στον λαιμό, τα καλάμια χτυπούσαν. Μπροστά της, η πλάτη της άλλης χανόταν και ξαναφαινόταν. Από τα δεξιά, ανοιχτά στο νερό, ο προβολέας ανέβηκε και γύρισε προς την όχθη. Η Λίνα σταμάτησε τόσο απότομα, που η Μίρα έπεσε πάνω της.

    «Κάτω.»

    Έπεσαν και οι δύο στα γόνατα. Το φως πέρασε ξυστά από το άκρο των καλαμιών και συνέχισε. Πίσω ακούστηκε τρίτος άνθρωπος, πιο κοντά τώρα. Κάποιος βγήκε στην όχθη και βούλιαξε στη λάσπη με πνιχτή βρισιά. Από πιο πίσω, άλλος φώναξε ότι είδε κίνηση. Η Μίρα γύρισε ενστικτωδώς το κεφάλι της. Δεν διέκρινε σώματα, μόνο αποσπασματικές λάμψεις πάνω σε μανίκια, σε μέταλλο, σε νερό.

    Εκείνη άρπαξε πάλι το μπράτσο της. «Σήκω.»

    Έτρεξαν σκυφτές. Η όχθη στένευε. Το νερό από τη μία και η μάζα των καλαμιών από την άλλη άφηναν μόνο ένα στενό πέρασμα. Η Μίρα ένιωθε τον αέρα να κόβεται στον λαιμό της και το αριστερό της χέρι να βαραίνει. Στο βάθος, εκεί όπου η όχθη έκανε μικρή καμπή, φάνηκε κάτι πιο σκούρο από το σκοτάδι γύρω του, τετράγωνο, χαμηλό, ακίνητο.

    Το βαν.

    Πίσω από καλάμια κομμένα στο ύψος της μέσης, με τη μία πλευρά προς το νερό, στεκόταν ακίνητο. Δεν είχε φώτα ούτε ακουγόταν μηχανή. Η πλαϊνή πόρτα ήταν κλειστή.

    Η Λίνα έκοψε πρώτη προς τα εκεί. «Γρήγορα.»

    Επιτάχυνε. Από άλλη γωνία, ο δεύτερος προβολέας άνοιξε και έπεσε κατευθείαν επάνω τους. Στο πρόσωπο, στα χέρια, στο στήθος, το φως τη χτύπησε. Για ένα κλάσμα δεν είδε τίποτε. Άκουσε μόνο τη φωνή από πίσω να ανεβαίνει απότομα.

    «Εκεί!»

    Δεν ήταν πια δίπλα της. Είχε χαμηλώσει και κινήθηκε στο πλάι του βαν, έξω από τον άξονα του φωτός. Η Μίρα έμεινε μέσα του. Το σώμα της γύρισε προς τους φρουρούς. Σήκωσε το ένα χέρι μπροστά στα μάτια και έκανε δύο λοξά βήματα.

    Προχώρησε προς το ανοιχτό νερό, αρκετά ώστε να τους δώσει ακριβή στόχο και αρκετό χώρο για να μη φτάσουν αμέσως στο βαν. Το φως την κρατούσε καρφωμένη. Στους αστραγάλους της έσφιγγε η λάσπη. Πίσω της, αριστερά, την άκουσε να χτυπά με τη γροθιά της το μέταλλο.

    «Άνοιξε. Τώρα.»

    Κοφτή βγήκε η φωνή της, χωρίς να υψωθεί πολύ. Ήξερε πού να τη ρίξει. Δεν γύρισε. Δεν είχε χρόνο να ψάξει ποιος ήταν μέσα ούτε αν θα άνοιγαν πράγματι. Από μπροστά έρχονταν ήδη δύο άντρες στην όχθη, κλείνοντας το πέρασμα μπροστά στο βαν, ο ένας λίγο πιο μπροστά, με το φως στην πλάτη του δεύτερου να κόβει το περίγραμμά τους σε κομμάτια. Ο πρώτος κρατούσε κάτι χαμηλά, που δεν διέκρινε τι ήταν. Είδε μόνο την κατεύθυνση του σώματός του. Ερχόταν επάνω της.

    Έκαιγε ο καρπός της. Το αίμα είχε ξανανοίξει μέσα στη λάσπη και στο τράβηγμα. Έσφιξε τον καρπό της με το άλλο χέρι για ένα κλάσμα, πίεσε, ένιωσε τη γλιστερή θερμότητα να φεύγει στην παλάμη της. Δεν μπορούσε να περιμένει να έρθουν πιο κοντά. Αν τους άφηνε να φτάσουν στο βαν, θα το έκλειναν με τα σώματά τους. Δεν τους κρατούσε πια μόνο μακριά. Τους έσπρωχνε για να τους σπάσει.

    Ο πρώτος άντρας φώναξε να πέσει κάτω.

    Με άλλο ένα βήμα μπροστά, επίτηδες, σήκωσε το ματωμένο της χέρι. Η κίνηση βγήκε μικρή, σχεδόν άσχημη, επειδή το αριστερό της χέρι δεν υπάκουε καλά και η αναπνοή της κοβόταν. Για μια στιγμή δεν έγινε τίποτε. Ένιωσε μόνο τον πόνο να ανεβαίνει από τον καρπό ως τον αγκώνα και το στομάχι της να σφίγγεται. Ύστερα ο μπροστινός άντρας τίναξε το βήμα του στραβά. Το γόνατό του βούτηξε στη λάσπη πιο βαθιά απ’ όσο υπολόγιζε. Το χέρι του άνοιξε αντανακλαστικά. Ο δεύτερος, ακριβώς πίσω του, έπεσε πάνω του.

    Δεν ήταν αρκετό, αλλά ήταν το πρώτο άνοιγμα.

    Στο πλάι της ακούστηκε μεταλλικός σύρτης κι αμέσως η πλαϊνή πόρτα γλίστρησε με τραχύ ήχο. Στο πλάι του βαν άνοιξε μια λωρίδα σκοτάδι. Από μέσα βγήκε αντρική φωνή.

    «Μέσα. Τελειώνετε.»

    Γύρισε τότε. Είδε μόνο το άνοιγμα, ένα χέρι από μέσα και τη Λίνα ήδη στο κατώφλι, με τον έναν ώμο στραμμένο προς εκείνη. Δεν μπήκε, μα άπλωσε το χέρι της έξω.

    «Έλα.»

    Πιο οξεία κι από το φως τη χτύπησε η εντολή. Έτρεξε. Το δεξί της πόδι γλίστρησε, βρήκε πάλι πάτημα, ξανάτρεξε. Ο πρώτος φρουρός είχε ήδη σηκωθεί. Από πίσω του ο άλλος είχε ανοίξει πλάγια για να της κόψει τον δρόμο πριν φτάσει. Άκουσε το νερό να χτυπά απότομα κάτω από βήματα, βρισιές, τη μηχανή του βαν να παίρνει μπροστά με έναν ξερό κραδασμό.

    Από το μπράτσο την έπιασε η Λίνα και την τράβηξε με δύναμη που δεν περίμενε. Για ένα κλάσμα πίστεψε ότι θα τη ρίξει στο πλάι, έξω από το άνοιγμα. Αντί γι’ αυτό, την έσπρωξε πρώτη προς τα μέσα.

    Το είδε καθαρά μόνο όταν βρέθηκε πάνω στο μέταλλο του πατώματος. Το βαν δεν ήταν άδειο. Ένας άντρας καθόταν χαμηλά απέναντι, με σκούρο μπουφάν, τα γόνατα ανοιχτά για να κάνει χώρο, ένα χέρι σηκωμένο για να την πιάσει αν έπεφτε πιο βαριά. Δεν τον ήξερε. Δεν πρόλαβε να δει καλά το πρόσωπό του. Μόνο μάτια στραμμένα στην πόρτα και νεύρα στα δάχτυλα.

    Πριν σταθεροποιηθεί, κάποιος απ’ έξω άρπαξε τη μέση της. Τα δάχτυλα έκλεισαν πάνω στο βρεγμένο ύφασμα του μπουφάν της και τράβηξαν πίσω. Χτύπησε γόνατο και παλάμη στο πάτωμα και γλίστρησε προς το άνοιγμα. Ο φρουρός είχε φτάσει. Είδε το μανίκι του, το χέρι του, το σφιγμένο σαγόνι του για μια στιγμή μέσα στο φως.

    Ούτε τότε μπήκε. Πάτησε μισή έξω, μισή μέσα, έβαλε τον ώμο της στο φύλλο της πλαϊνής πόρτας και το έσπρωξε με όλο της το σώμα.

    Το μέταλλο έφυγε απότομα. Χτύπησε πάνω στον άντρα που κρατούσε τη Μίρα με βαρύ, κοίλο ήχο. Το χέρι του λύγισε. Η λαβή άνοιξε. Την ίδια στιγμή η Λίνα άρπαξε τη Μίρα από τον γιακά και τη ζώνη και την τράβηξε βαθύτερα μέσα. Ο άγνωστος άντρας απέναντι άπλωσε το χέρι του.

    Όταν το βαν είχε πια αφήσει πίσω του την περίμετρο και τους προβολείς, όταν το νερό, οι φωνές και το μεταλλικό χτύπημα της πόρτας είχαν κοπεί και είχαν μείνει μόνο η μηχανή, οι απότομες στροφές και το σκοτάδι, ο άγνωστος άντρας απέναντι έπιασε τη Μίρα από τον ώμο και τη σταθεροποίησε στο πάτωμα προτού γλιστρήσει ξανά. Η ρήξη ήρθε χωρίς καμία ανακούφιση. Δεν υπήρχε όχθη, πέρασμα ή ανοιχτός δρόμος μπροστά της που να της ανήκε. Υπήρχε μόνο το κλειστό πίσω μέρος του βαν, η μυρωδιά από λάσπη, αίμα και βρεγμένο ύφασμα, και η Λίνα, που χτύπησε την πόρτα δύο φορές με την παλάμη πριν περάσει μπροστά.

    Στα γόνατα, η Μίρα έμεινε με την ανάσα της κοντή και άνιση. Το δεξί της χέρι ήταν γεμάτο χώμα. Ο αριστερός καρπός έκαιγε κάτω από το μανίκι. Άκουγε τη μηχανή να ανεβάζει και να κατεβάζει, τους τροχούς πάνω σε κακό δρόμο, χαλίκι, ξανά άσφαλτο, ύστερα άλλη στροφή. Κανείς δεν άναψε φως.

    Ο άντρας απέναντι μουρμούρισε μόνο: «Κάτσε ήσυχα.»

    Δεν την κοίταζε με ενδιαφέρον. Την κοιτούσε όπως κοιτάζει κανείς κάτι που δεν πρέπει να χτυπήσει άλλο πριν φτάσει στον προορισμό του.

    Μπροστά πέρασε η Λίνα, προς τη θέση του οδηγού. Η φωνή της ήρθε από χαμηλά, κοφτή.

    «Αλλάζω διαδρομή.»

    Κάποιος μπροστά, που δεν είχε δει ακόμη, αποκρίθηκε: «Ήδη μας ψάχνουν.»

    «Το ξέρω.»

    Σήκωσε λίγο το κεφάλι. Δεν έβλεπε παρά σκιές και μια πιο ανοιχτή γραμμή εκεί όπου χώριζε η καμπίνα. Ήταν περισσότεροι απ’ όσο είχε νομίσει. Δεν ρώτησε ποιοι ήταν. Δεν ήθελε να ακούσει ψέμα ούτε αλήθεια από στόμα που δεν ήξερε.

    Το βαν πήρε άλλη μια απότομη στροφή. Ο ώμος της χτύπησε στο μεταλλικό τοίχωμα. Ο άντρας απέναντι έσκυψε και της τράβηξε το μανίκι από το χέρι.

    «Τι κάνεις;» πέταξε αμέσως.

    Δεν απάντησε. Έπιασε τον αριστερό της καρπό, όχι εκεί όπου ήταν ανοιγμένο το δέρμα, λίγο πιο πάνω. Τα δάχτυλά του σταμάτησαν. Η λαβή άλλαξε.

    «Σταμάτα», πέταξε πιο κοφτά.

    Η Λίνα φρέναρε τόσο απότομα, που η Μίρα γλίστρησε μπροστά στα γόνατα. Το βαν έγειρε ελαφρά και ακινητοποιήθηκε, ενώ έξω δεν ακουγόταν τίποτε. Ούτε αυτοκίνητο ούτε φωνή. Μόνο η μηχανή, που έμεινε αναμμένη για μια ανάσα και ύστερα έσβησε.

    «Τι;» ακούστηκε η Λίνα από μπροστά.

    Εκείνος στο πίσω μέρος τράβηξε το μανίκι της Μίρας ως τον πήχη. «Αυτό.»

    Κοίταξε εκεί όπου έδειχνε το χέρι του. Για μια στιγμή δεν κατάλαβε. Είδε αίμα ξεραμένο, λάσπη, δέρμα πρησμένο. Ύστερα είδε τη στενή μαύρη λωρίδα, πιο πάνω από τον τραυματισμένο καρπό, κολλημένη στο δέρμα, λεία και κλειστή, άθικτη. Το στόμα της έμεινε ανοιχτό χωρίς ήχο.

    Το είχε αφήσει πίσω, το ήξερε. Το είχε βγάλει στον αγωγό. Το είχε σπρώξει μέσα στην εσοχή με τα δάχτυλα που έτρεμαν. Θυμόταν ακριβώς το σπάσιμο στο κέλυφος, τη βιασύνη, την ανακούφιση που δεν κράτησε ούτε λεπτό.

    Η Λίνα είχε ήδη ανοίξει την εσωτερική πόρτα και είχε σκύψει προς τα πίσω. «Γι’ αυτό πήγαινε στραβά το σήμα.»

    Γύρισε προς το μέρος της. «Υπήρχαν δύο;»

    «Ναι.»

    Μόνο αυτό. Ούτε συγγνώμη ούτε εξήγηση γιατί δεν της το είχε πει νωρίτερα, ούτε αν το ήξερε από την αρχή ή το κατάλαβε τώρα. Ο άντρας απέναντι άφησε τον καρπό της και χτύπησε με τα δάχτυλα το μεταλλικό πάτωμα μία φορά.

    «Αν μείνει πάνω σου, τους φέρνεις εδώ.»

    Η φράση έπεσε ευκρινής, όχι απειλή αλλά κανόνας.

    Η Λίνα άνοιξε την πλαϊνή πόρτα. Κρύος αέρας μπήκε αμέσως. Από έξω ερχόταν μυρωδιά υγρού χώματος και στάσιμου νερού. Στο άνοιγμα δεν φαινόταν δρόμος, μόνο μαύρο σκοτάδι και μια στενή αχνή γραμμή που χώριζε το πρανές από το κανάλι.

    «Γρήγορα», πρόσταξε.

    Δεν σηκώθηκε αμέσως. Κοίταζε το βραχιόλι. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει πριν το αγγίξει. Το δ

    Δεν σηκώθηκε αμέσως. Κοίταζε το βραχιόλι. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει πριν το αγγίξει. Το δέρμα από κάτω ήταν πρησμένο και γυαλιστερό από ιδρώτα και ξεραμένο αίμα. Νωρίτερα, ο αριστερός της καρπός είχε ήδη σχιστεί. Κάθε κίνηση είχε χαράξει νέα γραμμή πόνου. Τώρα το μαύρο στεφάνι καθόταν λίγο πιο πάνω, εκεί όπου το κόκαλο σήκωνε το δέρμα.

    Δίπλα της, ο άντρας της έτεινε κάτι μικρό και μεταλλικό. Το κρατούσε ανάμεσα σε δύο δάχτυλα, χωρίς λέξη, επίπεδο και με λεπτή άκρη, όχι καθαρό. Δεν έμοιαζε φτιαγμένο για χέρι που έτρεμε.

    Δεν το πήρε αμέσως.

    Μισή μέσα, μισή έξω από το άνοιγμα της πόρτας, η Λίνα έμεινε στη θέση της. «Τώρα.»

    Στη φωνή της δεν απέμενε τίποτα από εκείνο το πρώτο «άκουσέ με και μετά αποφάσισε». Δεν είχε μείνει τίποτα να αποφασίσει μέσα στο βαν. Από πίσω, ο ένας άντρας είχε φράξει τον δρόμο προς την έξοδο, ο άλλος περίμενε με το εργαλείο στο χέρι, και έξω απλωνόταν μόνο το κανάλι και το σκοτάδι. Ο αγωγός είχε σφραγίσει. Ο σταθμός είχε χαθεί πίσω. Το σώμα της βρισκόταν πάλι εκεί όπου άλλοι όριζαν τι θα γίνει πρώτα και τι μετά.

    Άπλωσε το δεξί της χέρι και πήρε το εργαλείο. Κρύο, το έφερε στον αριστερό καρπό και στάθηκε.

    «Κόψε το κέλυφος», είπε ο άντρας απέναντι.

    Δεν τον κοίταξε. Έχωσε τη λεπτή άκρη κάτω από τη λωρίδα, ψάχνοντας σημείο. Το μέταλλο συνάντησε αντίσταση. Έσπρωξε πιο δυνατά. Το εργαλείο γλίστρησε και της έξυσε το δέρμα. Τράβηξε απότομα αέρα από τη μύτη.

    «Δώσ’ το εδώ», είπε ο άντρας.

    Τράβηξε το χέρι της πίσω πριν προλάβει να την ακουμπήσει. «Όχι.»

    Για πρώτη φορά ο άντρας δεν επέμεινε. Την κοίταξε μόνο, με το σαγόνι σφιγμένο. Η Λίνα έστρεψε το κεφάλι προς τον δρόμο, μετά πάλι μέσα. Άκουγε. Μετρούσε χρόνο που εκείνη δεν ήξερε πόσος ήταν.

    Ξαναδοκίμασε. Πίεσε την άκρη στο στενό κενό ανάμεσα στη λωρίδα και το δέρμα. Αυτή τη φορά χώθηκε λίγο. Το μέταλλο συνάντησε σάρκα πριν συναντήσει το βραχιόλι. Δάγκωσε το μέσα μέρος του μάγουλού της. Δεν σταμάτησε. Έσπρωξε βαθύτερα ώσπου ακούστηκε μικρός ξερός ήχος από το πλαστικό ή το κράμα του κελύφους.

    «Έτσι», είπε η Λίνα.

    Γύρισε και την κοίταξε. Η Λίνα δεν πλησίασε, δεν έκανε κίνηση να βοηθήσει· έδινε εντολή και περίμενε εκτέλεση.

    Το εργαλείο είχε χωθεί ως τη μέση. Το έστριψε. Ο πόνος ανέβηκε από τον καρπό στον αγκώνα και της τίναξε τους ώμους. Το βραχιόλι δεν άνοιξε. Μόνο μετακινήθηκε ελάχιστα πάνω στο πρησμένο δέρμα. Ένα νέο λεπτό ρεύμα αίματος ανάβλυσε από κάτω και κύλησε προς την παλάμη.

    «Γρήγορα», ξανάπε η Λίνα, πιο χαμηλά αυτή τη φορά.

    Έσφιξε τα δόντια. Με το δεξί της χέρι άφησε το εργαλείο μπηγμένο στη χαραμάδα και άρπαξε τη μαύρη λωρίδα με τα νύχια. Τράβηξε, μα δεν έβγαινε, κι όταν τράβηξε ξανά, πιο άγρια, μαζί της σηκώθηκε το δέρμα. Ένα κομμένο βογκητό βγήκε από το στόμα της. Ο άντρας δίπλα της έκανε μισή κίνηση προς το μέρος της. Η Λίνα σήκωσε το χέρι χωρίς να τον κοιτάξει. Εκείνος κόκαλωσε.

    Κατεβάζοντας τον ώμο, έβαλε τον αντίχειρα κάτω από το ραγισμένο σημείο και έσπρωξε με όλη της τη δύναμη. Το κέλυφος έσπασε περισσότερο, με τη μία άκρη να σηκώνεται. Εκεί βρήκε χώρο, έχωσε μέσα τα νύχια και τράβηξε ξανά.

    Αυτή τη φορά ξεκόλλησε.

    Δεν έπεσε κάτω. Έμεινε στο χέρι της, κολλημένο με αίμα στην εσωτερική πλευρά των δαχτύλων της. Ο αριστερός της καρπός άνοιξε περισσότερο εκεί όπου είχε περάσει η λωρίδα. Το δέρμα ήταν σκισμένο σε δύο σημεία. Η ανάσα της ξέφυγε γρήγορη, κοφτή. Το εργαλείο γλίστρησε από την παλάμη της και χτύπησε στο πάτωμα.

    Για μια στιγμή, κανείς δεν μίλησε.

    Κοίταζε το βραχιόλι στο χέρι της. Αυτό τους είχε φέρει ως εκεί. Αυτό είχε μείνει πάνω της ενώ εκείνη πίστεψε ότι είχε τελειώσει με τον αγώνα.

    Κοίταζε το βραχιόλι στο χέρι της. Αυτό τους είχε φέρει ως εκεί. Αυτό είχε μείνει πάνω της ενώ εκείνη πίστεψε ότι είχε τελειώσει με τον αγωγό, με το ίχνος, με ό,τι είχε δεθεί επάνω της χωρίς να το ζητήσει.

    Η Λίνα άπλωσε το χέρι. «Δώσ’ το.»

    Σηκώνοντας το βλέμμα, είδε το πρόσωπό της κοντά στην ανοιχτή χαραμάδα της πλαϊνής πόρτας, κομμένο από το λίγο φως που έμπαινε απ’ έξω. Δεν υπήρχε τίποτα στο ύφος της που να ζητούσε εμπιστοσύνη. Μόνο βιασύνη. Μόνο η βεβαιότητα ότι το επόμενο βήμα έπρεπε να γίνει τώρα.

    «Όχι», είπε εκείνη, με την ανάσα ακόμη σπασμένη.

    Ο ένας από τους άντρες μετακινήθηκε πάλι. Το γόνατό του ακούμπησε στο μεταλλικό δάπεδο. Ο άλλος έμεινε πίσω, σκυφτός, χωρίς να μιλά. Η μυρωδιά από νερό, λάσπη και αίμα είχε κλείσει μέσα στο βαν μαζί τους.

    Για ένα δευτερόλεπτο, η Λίνα την κοίταξε. «Τότε πέταξέ το.»

    Σφίγγοντας τα δάχτυλά της γύρω από το βραχιόλι, ένιωσε τις κοφτερές άκρες του σπασμένου κελύφους να μπαίνουν στην παλάμη της. Δεν το άφησε. Με το άλλο χέρι έπιασε τον καρπό της, ακριβώς πάνω από το σκίσιμο. Η πίεση δεν έκοψε το αίμα. Της θύμισε μόνο πόσο ανοιχτό είχε μείνει το δέρμα.

    Χαμηλά βούιζε η μηχανή. Οι ρόδες πέρασαν από ανωμαλία και ολόκληρο το βαν τινάχτηκε προς τα δεξιά. Το εργαλείο κύλησε λίγο ακόμη στο πάτωμα και σταμάτησε κάτω από ένα κάθισμα. Η Λίνα χτύπησε δυο φορές το μεταλλικό χώρισμα με τις αρθρώσεις της. Μπροστά κάποιος απάντησε με ένα κοφτό χτύπημα.

    «Τώρα», είπε.

    Στα γόνατα μετακινήθηκε προς την πόρτα. Το αίμα είχε κάνει τα δάχτυλά της γλιστερά και άφηνε σκούρες κηλίδες στο λαμαρινένιο πάτωμα. Ο άντρας που είχε πλησιάσει πιο πριν τράβηξε την πόρτα λίγο περισσότερο. Κρύος αέρας μπήκε αμέσως. Έξω δεν υπήρχε δρόμος με φώτα. Μόνο μαύρο χώμα στην άκρη και, λίγο πιο πέρα, μια στενή λουρίδα νερού που έκοβε το σκοτάδι με μια θαμπή ανταύγεια.

    Αρδευτικό κανάλι. Το κατάλαβε από την ευθεία του, από το τσιμέντο στις πλευρές του, από τη μυρωδιά του στάσιμου νερού.

    Έγειρε προς το άνοιγμα και κράτησε το βραχιόλι έξω, πάνω από το κενό. Το χέρι της έτρεμε. Όχι μόνο από τον φόβο. Από την απώλεια δύναμης, από τον πόνο που ξαναχτυπούσε σε κύματα κάθε φορά που άλλαζε γωνία στον καρπό.

    Για μια στιγμή δεν το άφησε.

    Εκεί, με το σπασμένο μαύρο κομμάτι μέσα στο αιμόφυρτο χέρι της, της πέρασαν οι τρεις λέξεις που είχαν ακουστεί αλλού, σε άλλο χώρο, με άλλη φωνή, καθαρή και διοικητική: διακοπή, μετατόπιση, σφράγιση. Τότε τις είχε ακούσει ως διαδικασία. Τώρα η πρώτη έμενε μόνη της και είχε άλλο βάρος, όχι παύση μα κοπή. Αν το άφηνε, δεν θα έκοβε μόνο το ίχνος τους. Θα έκοβε και το τελευταίο πράγμα που την ένωνε με ό,τι της είχαν βάλει επάνω.

    Η Λίνα δεν την άγγιξε. «Μίρα.»

    Χαμηλή η φωνή της, είχε ήδη γίνει προειδοποίηση.

    Εκείνη γύρισε λίγο το κεφάλι. «Αν αυτό δεν αρκεί;»

    Η Λίνα δεν απάντησε αμέσως. Από μπροστά ακούστηκε αλλαγή ταχύτητας. Ο δρόμος ή το χωμάτινο πέρασμα στένεψε· το βαν έγερνε και διόρθωνε. Ενώ οι δύο άντρες περίμεναν, κανείς τους δεν είπε ότι αρκεί. Κανείς δεν είπε ότι είναι αργά.

    «Πέταξέ το», είπε εκείνη.

    Την κοίταζε όπως την είχε κοιτάξει και πριν, στην όχθη, όταν έδινε κατεύθυνση δίπλα σε νεκρό σώμα και καλάμια που έκρυβαν μόνο για λίγα λεπτά. Δεν ήξερε τι είχε υπολογίσει η άλλη γυναίκα, τι είχε δει, τι τους είχε ήδη κοστίσει το λάθος. Ήξερε μόνο αυτό που είχε μείνει πάνω της και τώρα βάραινε στην παλάμη της πιο πολύ από το μέγεθός του.

    Το έφερε λίγο πιο ψηλά και το είδε για τελευταία φορά. Η μαύρη λωρίδα ήταν σπασμένη. Το κέλυφος είχε ανοίξει στη μία άκρη και μέσα στο ράγισμα είχε μπει αίμα. Δεν έμοιαζε πια με κάτι διοικητικό, καθαρό, κλειστό. Ήταν κομμάτι που είχε βγει με βία από το σώμα της.

    Άνοιξε τα δάχτυλα.

    Το βραχιόλι έφυγε από την παλάμη της, χτύπησε πρώτα στο κάτω χείλος της πόρτας με ξερό ήχο, άλλαξε τροχιά και έπεσε στο κανάλι. Δεν

    Όταν ξανασήκωσε το κεφάλι, το κανάλι είχε χαθεί πίσω τους και το βαν είχε ήδη βγει από το χωμάτινο πέρασμα σε στενό επαρχιακό δρόμο· η κίνηση άλλαξε, ο θόρυβος έγινε πιο σταθερός, και με καθυστέρηση κατάλαβε ότι η διαδρομή είχε σπάσει οριστικά από ό,τι ήξερε πριν. Δεν πήγαιναν πίσω στον σταθμό. Ούτε προς τη γραμμή απ’ όπου είχε χαθεί ο Γιόνας. Ούτε σε κάποιο σημείο παραλαβής όπου θα την άφηναν και θα τελείωνε αυτό. Μπροστά συνέχιζε το βαν, με τους δύο άντρες σιωπηλούς, τη Λίνα γυρισμένη μισή προς το παρμπρίζ, και η νέα κατεύθυνση δεν είχε θέση για εκείνον.

    Με μια απότομη κίνηση, τράβηξε το χέρι της μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Το μεταλλικό κούμπωμα έπιασε με μικρό χτύπο. Στον καρπό της έκαιγε το σημείο όπου το δεύτερο βραχιόλι είχε σπάσει πάνω στο δέρμα. Ακούμπησε το χέρι πάνω στο γόνατό της και δεν το πίεσε. Το άλλο της χέρι έμεινε άδειο. Εκεί ένιωσε πρώτα την απουσία του αντικειμένου, ύστερα το βάρος αυτού που είχε πετάξει.

    Από μπροστά άναψε το ραδιόφωνο με παράσιτα. Μια αντρική φωνή μπήκε κομμένη, χάθηκε για δύο δευτερόλεπτα κι επέστρεψε πιο καθαρή. Λέξεις πέρασαν ανάμεσα στο σφύριγμα: σταθμός, εξωτερική ζώνη, ένας νεκρός άντρας, πιθανή διαφυγή δύο προσώπων, αναζήτηση σε αγροτικούς δρόμους και αρδευτικά κανάλια. Τότε σήκωσε τα μάτια. Δεν έβλεπε το πρόσωπο του οδηγού. Μόνο τον σβέρκο και τον ώμο του, που έμενε ακίνητος. Ο δεύτερος άντρας είχε τον αγκώνα του στο κάθισμα και το κεφάλι λίγο γυρισμένο προς τα έξω, αδιάφορος για όλα αυτά.

    Η Λίνα χαμήλωσε αμέσως τον ήχο, όχι τελείως. Όσο να ακούγεται ακόμα.

    «Άκου», είπε.

    Δεν μίλησε.

    Σκύβοντας μπροστά, η Λίνα τράβηξε από το ντουλαπάκι έναν παλιό οδικό χάρτη και τον άνοιξε πάνω στο τιμόνι με μια κίνηση που έδειχνε ότι το είχε ξανακάνει πολλές φορές. Ο οδηγός κράτησε σταθερά το βαν ενώ εκείνη βρήκε γρήγορα μια περιοχή με το δάχτυλο, δίπλωσε δύο φορές το χαρτί για να μη φαίνεται όλο, και μετά γύρισε προς τα πίσω. Από την τσέπη της έβγαλε ένα πρόχειρα κομμένο χαρτάκι.

    «Τώρα θα αποφασίσεις σωστά», είπε. «Και μία φορά.»

    Πρώτα κοίταξε το χαρτάκι, όχι τη Λίνα.

    «Πού πάμε;»

    «Εκεί που θα φτάσεις ζωντανή.»

    «Δεν ρώτησα αυτό.»

    Χωρίς θυμό, η Λίνα την κοίταξε. «Όχι, ρώτησες αυτό που δεν γίνεται να σου απαντήσω με τον τρόπο που το θες.»

    Κράτησε το βλέμμα της πάνω της. «Ο Γιόνας;»

    Εκείνη δεν χαμήλωσε τα μάτια, δεν έκανε πως δεν άκουσε. «Δεν πάμε προς αυτόν.»

    Η απάντηση ήρθε στεγνή, χωρίς παρηγοριά και χωρίς υπόσχεση για μετά, και η Μίρα έσφιξε τα δόντια. Δεν είπε το όνομά του ξανά. Τώρα το ήξερε όπως ήξερε τον πόνο στον καρπό της: άμεσα, χωρίς περιθώριο παρεξήγησης.

    Απλώνοντας το χαρτάκι προς το μέρος της, η Λίνα είπε: «Αν το πάρεις, θα το μάθεις, θα το θυμάσαι και μετά θα το κάψεις. Δεν θα το πεις ούτε θα το γράψεις πουθενά. Δεν θα το δώσεις σε κανέναν. Αν σε πιάσουν, δεν θα υπάρχει τίποτα πάνω σου.»

    «Κι αν δεν το πάρω;»

    «Θα μείνεις τυφλή μέσα σε αυτοκίνητο που ψάχνουν ήδη.»

    Το ραδιόφωνο ξανάβγαλε τη λέξη αναζήτηση. Ύστερα αριθμούς οχημάτων, κομμένες περιοχές, μια εντολή για μπλόκα.

    Πήρε το χαρτάκι.

    Ήταν τόσο μικρό που στην αρχή νόμισε πως είχε μόνο μία λέξη. Φέρνοντάς το πιο κοντά, είδε μια διεύθυνση, γραμμένη γρήγορα αλλά καθαρά. Κάτω από αυτήν, ένα όνομα. Όχι το δικό της.

    Σήκωσε αμέσως τα μάτια.

    «Όχι.»

    Η Λίνα απάντησε στον ίδιο τόνο. «Ναι.»

    «Δεν θα—»

    «Θα. Ή πεθαίνεις με το δικό σου.»

    Οι δύο άντρες μπροστά δεν γύρισαν. Το βαν συνέχισε. Έξω περνούσαν σκοτεινά χωράφια, κάποιες άσπρες πινακίδες που δεν προλάβαινε να διαβάσει, ένας χαμηλός τοίχος, μετά πάλι ανοιχτός δρόμος· η μυρωδιά της σκόνης και του ζεστού μετάλλου έμπαινε βαριά από τις χαραμάδες. Αν προσπαθούσε να χαρτογραφήσει τη διαδρομή, της έλειπε το μισό. Δεν ήξερε από πού είχαν στρίψει, πόσες φορές, πόση ώρα πριν. Εκείνη το ήξερε. Αυτήν τη φορά δεν ρώτησε.

    Το ήξερε. Αυτή κρατούσε το τιμόνι, τον χρόνο, την κατεύθυνση και τώρα και το όνομα που της έμενε ή δεν της έμενε.

    Ξανακοίταξε το χαρτί. Τα γράμματα έτρεμαν μόνο επειδή έτρεμε το χέρι της από το βαν. Διαβάζοντας τη διεύθυνση μία φορά και δεύτερη, ξεχώρισε δρόμο, αριθμό, όροφο. Ένα επίθετο στο κουδούνι δεν ταίριαζε με το όνομα από κάτω. Το νέο όνομα ήταν γυναικείο, κοινό, άχρωμο. Ακριβώς γι’ αυτό την ενόχλησε περισσότερο.

    «Ποια είναι;»

    «Εσύ από εδώ και πέρα.»

    «Ποια μένει εκεί;»

    «Δεν χρειάζεται να το ξέρεις.»

    Σηκώνοντας το κεφάλι, πέταξε: «Ό,τι δεν χρειάζεται να ξέρω είναι συνήθως αυτό που με βάζει στον τάφο.»

    Η άλλη δεν απάντησε αμέσως. Κοίταζε τον δρόμο μπροστά, με τα χέρια σταθερά στο τιμόνι. Το ραδιόφωνο έτριξε, χάθηκε στα παράσιτα κι επέστρεψε με μια αντρική φωνή, επίπεδη, επίσημη. Αναζήτηση σε εξέλιξη για δύο δραπέτες, με πιθανή μετακίνηση με κλεμμένο όχημα. Ένας νεκρός άντρας στο σημείο της διαφυγής. Πριν προλάβει να το αποφασίσει, γύρισε προς το ηχείο. Η λέξη νεκρός έμεινε μέσα της. Δεν δόθηκε όνομα. Δεν δόθηκε τίποτα που να κλείνει το κενό.

    «Ποιος;» ρώτησε.

    Η άλλη άπλωσε το χέρι και χαμήλωσε το ραδιόφωνο. «Μάθε το χαρτί.»

    «Ποιος πέθανε;»

    «Δεν μπορώ να το αλλάξω, αν το πω.»

    Έσφιξε το χαρτί και το δίπλωσε στις άκρες. Οι δύο άντρες μπροστά έμεναν στραμμένοι μπροστά, βουβοί, χρήσιμοι μόνο για να κρατούν το βαν σε κίνηση και να μην κοιτάζουν πίσω. Της ήρθε να ρωτήσει για τον Γιόνα, να το πει μία τελευταία φορά, να αναγκάσει την άλλη να το ακούσει και να της δώσει κάτι ακριβές. Δεν το έκανε. Ήξερε ήδη την απάντηση που δεν θα ερχόταν.

    Το βαν έκοψε ταχύτητα. Έστριψε, κύλησε λίγα μέτρα πάνω σε ανώμαλο έδαφος που τραντάχτηκε κάτω από τις ρόδες και σταμάτησε. Έξω, δίπλα σε ένα κλειστό πρατήριο, στέκονταν δύο αντλίες σβηστές. Ρολά κατεβασμένα και μία ταμπέλα χωρίς φώτα. Ο αέρας ακουμπούσε ψυχρός το τζάμι. Ο ουρανός δεν είχε ανοίξει ακόμα, αλλά το μαύρο είχε αραιώσει.

    Η Λίνα έσβησε τη μηχανή και η σιωπή γέμισε το βαν, αρκετή για να ακούγεται η ανάσα όλων.

    «Τώρα», πρόσταξε.

    Έβγαλε από τη θήκη της πόρτας έναν παλιό οδικό χάρτη και τον άνοιξε πάνω στο τιμόνι. Τον κράτησε με την παλάμη ανοιχτό στις διπλώσεις. Εκείνη έσκυψε. Δεν ήξερε όλες τις γραμμές, αλλά ήξερε αρκετά. Βλέποντας τη λίμνη και τον σταθμό, κατάλαβε από πού είχαν φύγει. Η διαδρομή που της έδειχνε με το νύχι πήγαινε αλλού, βαθύτερα προς επαρχιακούς δρόμους, μακριά από το νερό, μακριά από το σημείο όπου είχε κρατήσει μέσα της την τελευταία πιθανότητα.

    «Όχι λίμνη», είπε εκείνη. «Όχι σταθμός. Όχι Ράιτερ.»

    Κρατώντας τα μάτια της στον χάρτη, αποκρίθηκε: «Αυτό το βλέπω.»

    «Σταμάτα να ψάχνεις προς τα εκεί.»

    «Εσύ σταμάτα να μου λες τι να σταματήσω.»

    Η Λίνα γύρισε και την κοίταξε για πρώτη φορά από την ώρα που σταμάτησαν. «Αν θέλεις να ζήσεις μέχρι το πρωί, θα θυμάσαι αυτό που κρατάς και θα το καταστρέψεις. Για τα υπόλοιπα, αργότερα. Αν υπάρξει αργότερα.»

    Κατέβασε το βλέμμα πάλι στο μικρό χαρτί και το διάβασε αργά, κόβοντάς το σε μέρη, πρώτα το όνομα και ύστερα μόνο τη διεύθυνση. Ύστερα μαζί, με τα χείλη της να κινούνται χωρίς φωνή, ξερά. Το ξανάκανε. Εκείνη την άφησε. Κανείς άλλος δεν μίλησε. Απ’ έξω πέρασε ένα μακρινό φορτηγό. Τα φώτα του γλίστρησαν για λίγο στο τζάμι και χάθηκαν.

    «Πες το», πρόφερε η Λίνα.

    Σήκωσε απότομα τα μάτια. «Είπες να μη το πω.»

    «Σε μένα. Μία φορά. Για να ξέρω ότι το έχεις.»

    Δίστασε. Ύστερα απάγγειλε πρώτα τη διεύθυνση, χαμηλά, καθαρά. Μετά το νέο όνομα. Της ακούστηκε ξένο και άσχημο στο στόμα της, σαν γεύση μετάλλου. Η άλλη έγνεψε μία φορά.

    «Πάλι.»

    Το επανέλαβε.

    «Πάλι.»

    Το είπε τρίτη φορά.

    Το είπε τρίτη φορά κι αυτή τη φορά δεν κόμπιασε ούτε στη διεύθυνση ούτε στο όνομα. Η Λίνα άπλωσε το χέρι. Στην παλάμη της είχε ένα μικρό μεταλλικό τασάκι, χτυπημένο στη μία άκρη, και έναν αναπτήρα.

    «Τώρα.»

    Κοιτάζοντας το χαρτί, η Μίρα είδε πως ήταν διπλωμένο πολλές φορές, μαλακωμένο από τα δάχτυλά της. Το ξεδίπλωσε μία τελευταία φορά και το διάβασε χωρίς να κουνήσει τα χείλη: όνομα και οδός, αριθμός, πόλη. Ύστερα το δίπλωσε πάλι, πιο μικρό.

    Από το ραδιόφωνο έβγαινε χαμηλά μια αντρική φωνή, ξερή και μεταλλική. Το είχε αφήσει ανοιχτό χωρίς μουσική, μόνο ειδήσεις και δελτία κυκλοφορίας. Η φωνή μιλούσε καθαρά, με εκείνο το σταθερό ύφος που δεν άφηνε χώρο για αμφιβολία.

    «…η αστυνομία συνεχίζει τις έρευνες για δύο δραπέτες που διέφυγαν νωρίς το βράδυ από εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή. Οι αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο μετακίνησης με κλεμμένο όχημα τύπου βαν…»

    Τα δάχτυλά της έσφιξαν το χαρτί, τσακίζοντάς το με ξερό τρίξιμο. Γύρισε το πρόσωπο προς το παρμπρίζ, όχι προς το ραδιόφωνο, όχι προς εκείνη.

    «Συνέχισε», είπε.

    Στη θέση του άντρα μπήκε η εκφωνήτρια. «Στο σημείο της διαφυγής εντοπίστηκε νεκρός άντρας στην όχθη. Δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα περαιτέρω στοιχεία για την ταυτότητά του. Οι πολίτες καλούνται—»

    Με δύο γρήγορες κινήσεις, κατέβασε την ένταση. Η φωνή έμεινε εκεί, πολύ χαμηλά, αρκετή μόνο για να θυμίζει ότι δεν είχαν κλείσει τίποτα έξω από το βαν.

    Η Μίρα στράφηκε προς το μέρος της. «Ποιος ήταν;»

    «Δεν ξέρω, τι άκουσες;» αντέτεινε εκείνη.

    «Άκουσα.»

    «Τότε άκουσες αρκετά.»

    «Κι ο Γιόνας;»

    Η Λίνα γύρισε αμέσως. «Όχι.»

    Κοφτή βγήκε η λέξη, στεγνή στο αυτί, χωρίς ύψωμα στη φωνή, και έκοψε τη δεύτερη ερώτηση πριν βγει. Η Μίρα την κοίταξε για λίγο. Το χέρι της με το χαρτί έμεινε μετέωρο πάνω από τα γόνατά της. Ο λαιμός της έσφιξε και κατάπιε άδεια.

    «Αν είναι ζωντανός—»

    «Όχι εδώ.» Η Λίνα σήκωσε λίγο το τασάκι. «Κάψε το.»

    Δεν κουνήθηκε.

    Άφησε το τασάκι ανάμεσά τους, πάνω στο κενό κάθισμα. «Άκουσέ με και μετά αποφάσισε.»

    Περίμενε.

    «Από τη στιγμή που θα βγεις από αυτή την πόρτα, δεν γυρίζεις όταν ακούσεις το παλιό σου όνομα. Δεν κοιτάς όταν νομίσεις ότι είδες κάποιον που ξέρεις. Δεν ρωτάς για εκείνον σε ξένους χώρους, σε ξένα σπίτια, σε σταθμούς, σε δρόμους, πουθενά. Αν σου μιλήσουν, απαντάς μόνο στο όνομα που είπες πριν. Μόνο σε αυτό. Μέχρι να σου πω αλλιώς.»

    Έμεινε ακίνητη.

    «Το κατάλαβες;»

    «Το άκουσα.»

    «Δεν σε ρώτησα αυτό.»

    Κατεβάζοντας τα μάτια στο χαρτί, η Μίρα αποκρίθηκε: «Ναι.»

    Της έδωσε τον αναπτήρα. Το πλαστικό του ήταν ζεστό από την παλάμη της. Εκείνη τον κράτησε χωρίς να τον ανοίξει. Το μέταλλο του τασακιού άγγιζε το πίσω μέρος του χεριού της, κρύο.

    «Πες το όνομα άλλη μία φορά», ζήτησε.

    Το είπε.

    «Από εδώ και πέρα;»

    Άργησε ένα δευτερόλεπτο. «Αυτό.»

    «Πιο σαφώς.»

    Πήρε ανάσα. «Από εδώ και πέρα απαντάω μόνο σε αυτό.»

    Εκείνη έγνεψε. «Και το άλλο;»

    Δεν μίλησε.

    «Το άλλο πέθανε για όποιον δεν πρέπει να το βρει.» Έσπρωξε το τασάκι ένα εκατοστό πιο κοντά. «Τελείωνε.»

    Έβαλε το χαρτί μέσα στο τασάκι. Για μια στιγμή δεν το άφησε. Το κράτησε ανάμεσα σε δύο δάχτυλα, μισό μέσα, μισό έξω. Το ακούμπησε στον πάτο, τρίβοντας τον αντίχειρα στον τροχό του αναπτήρα. Δεν έπιασε, και όταν το ξανάκανε, βγήκε σπίθα, ύστερα φλόγα.

    Για μια στιγμή, η μικρή φλόγα φώτισε τα γόνατά της, το κάτω μέρος του ταμπλό, την άκρη του προσώπου της και ζέστανε τον αέρα ανάμεσά τους. Έφερε τη φωτιά στην άκρη του χαρτιού. Το χαρτί μαύρισε πρώτα σε μια γωνία και ύστερα άρπαξε. Το άφησε αμέσως. Η φλόγα ανέβηκε γρήγορα, έγλειψε το διπλωμένο μέρος, άνοιξε το χαρτί μέσα στο τασάκι. Η μυρωδιά του καμένου χαρτιού ανέβηκε αμέσως και της γύρισε το στομάχι.

    Envie d'écrire le tien ?

    Chaque livre sur cette page a été produit avec SYMBAN. Si tu as une histoire en tête, essaie.

    Commencer gratuitement