Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Κεφάλαιο 12 από 16

    Κεφάλαιο 12

    Η Θυρίδα της Lina Bek

    Στο στενό βοηθητικό ιατρικό δωμάτιο στο άκρο του διαδρόμου η Μίρα καθόταν μισή πάνω στο φορείο και μισή έξω απ’ αυτό, με τους ιμάντες ακόμη περασμένους χαλαρά στα πόδια και στον κορμό. Η μεταφορά είχε γίνει. Μέσα της είχε καρφωθεί η ώρα 19:42 μαζί με τη φράση που είχαν πει μπροστά στην ανοιχτή πόρτα: δεν συναινεί, η διαδικασία συνεχίζεται. Από τον διάδρομο έμπαινε φως και θόρυβος από βήματα που δεν σταματούσαν. Η πόρτα έμενε μισάνοιχτη. Στον αέρα κρεμόταν η κοφτερή μυρωδιά του απολυμαντικού. Τίποτα εδώ δεν ήταν ιδιωτικό· μόνο πιο στενό.

    Αριστερά της στάθηκε η γυναίκα με τη στολή νοσηλεύτριας και έπιασε τον καρπό της με δύο δάχτυλα, ακριβώς στο σημείο όπου η Φος είχε απαγορεύσει πίεση. Η κίνηση την έκανε να σκληρύνει αμέσως.

    «Μην το τραβάς», είπε κοφτά.

    Χωρίς να την κοιτάξει αμέσως, η γυναίκα έσκυψε πάνω από τον καρπό. «Δεν το τραβάω.»

    Στην πόρτα στεκόταν ένας νοσηλευτής με τα χέρια μπροστά. Η Φος δεν ήταν μέσα, αλλά η απουσία της δεν χαλάρωνε τίποτα.

    «Χρειάζομαι καλύτερο φως για τον αριστερό καρπό», είπε η νοσηλεύτρια προς την πόρτα, αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί έξω. «Και γάζες. Μόνη μου.»

    Ο νοσηλευτής έμεινε στη θέση του. «Η οδηγία είναι οπτική επαφή.»

    Η γυναίκα σήκωσε επιτέλους τα μάτια. «Τότε στέκεσαι έξω και μου αφήνεις το άνοιγμα. Αν η γιατρός θέλει επανέλεγχο χωρίς επιμόλυνση, κάνε χώρο.»

    Ο άντρας έκανε μισό βήμα πίσω.

    Η νοσηλεύτρια έφερε το σώμα της πιο κοντά και έκρυψε με τον ώμο το αριστερό χέρι της Μίρας από τη γραμμή της πόρτας. Τα χέρια της κινήθηκαν γρήγορα στον ιμάντα του κορμού και τον χαλάρωσαν ένα δόντι.

    Η Μίρα τράβηξε αμέσως το χέρι της πίσω. «Ποια είσαι;»

    «Λίνα Μπεκ.» Η απάντηση ήρθε χωρίς παύση. «Άκουσέ με και μετά αποφάσισε.»

    «Δεν αποφασίζω τίποτα χωρίς όνομα στην καταγραφή», είπε.

    Η νοσηλεύτρια έκοψε τον τελευταίο ιμάντα από το πλάι, αθόρυβα. «Τότε έμεινες αργά. Η Φος σε πάει σε σκληρότερο καθεστώς μόλις τελειώσει αυτός ο επανέλεγχος. Αυτό είναι το μόνο κενό που έχουμε.»

    Δεν μίλησε. Κοίταξε την πόρτα.

    «Δεν μπορώ να σου αποδείξω τίποτα. Αν μείνεις, θα σε κλειδώσουν πιο μέσα. Αν φύγεις τώρα, έχεις μία πιθανότητα.»

    «Γιατί;» είπε μόνο.

    «Γιατί δεν έχω άλλο χρόνο.»

    Ίσιωσε λίγο και ύψωσε τη φωνή προς τα έξω. «Θέλω επιπλέον επίδεση. Και το μικρό σετ. Τώρα.»

    Στην πόρτα, ο νοσηλευτής έκανε ένα βήμα μακριά. «Φέρνω.»

    Μόλις χάθηκε από το άνοιγμα, εκείνη έσκυψε γρήγορα προς το πίσω μέρος του δωματίου.

    Μόλις χάθηκε από το άνοιγμα, εκείνη έσκυψε γρήγορα προς το πίσω μέρος του δωματίου, έβαλε τα δάχτυλα κάτω από το μεταλλικό τελείωμα ενός χαμηλού ντουλαπιού και τράβηξε. Δεν άνοιξε ντουλάπι. Ένα στενό φύλλο μετάλλου ξεκόλλησε από τον τοίχο με ξηρό τρίξιμο και γύρισε προς τα μέσα.

    Πίσω του άνοιγε σκοτάδι και ένα πέρασμα τόσο στενό που η Μίρα δεν είδε αμέσως πού τελείωνε. Μόνο γυμνό μέταλλο, ένας σωλήνας στο πλάι και αέρας πιο κρύος από του δωματίου.

    Γύρισε προς το μέρος της και πρόσταξε: «Τώρα.»

    Η Μίρα μισοσηκώθηκε στο φορείο. Ο ένας καρπός της ήταν ελεύθερος, ο άλλος σχεδόν. Ο ιμάντας στα πόδια κρατούσε ακόμη, χαλαρά όμως. Τράβηξε με δύναμη, ένιωσε το υλικό να γλιστρά στον αστράγαλο και κατέβασε τα πόδια στο πάτωμα. Το γόνατό της λύγισε για ένα δευτερόλεπτο. Πιάστηκε από την άκρη του φορείου.

    «Πού βγάζει;» ρώτησε η Μίρα.

    «Μακριά από αυτόν τον διάδρομο», απάντησε εκείνη.

    «Δεν ρώτησα αυτό.»

    «Αν μείνεις εδώ, στις δεκαεννιά και σαράντα δύο θα σε πάρουν για επανέλεγχο, και όταν γυρίσει ο νοσηλευτής δεν θα έχεις άλλο παράθυρο. Ο επανέλεγχος είναι πρόσχημα. Σε κατεβάζουν σε σκληρότερο καθεστώς.»

    Ο αριθμός μπήκε μέσα της ακριβής, 19:42, πρωτοκολλημένος και καταγεγραμμένος· όχι απειλή του αέρα, αλλά απόφαση.

    «Ποιος είναι στο τέλος;»

    «Άνθρωπος που δεν είναι της Φος.»

    «Όνομα.»

    «Όχι τώρα.»

    Η Μίρα την κοίταξε. «Ο Γιόνας Ράιτερ είναι εκεί;»

    Για πρώτη φορά εκείνη κόλλησε. Μισή ανάσα, τίποτα άλλο. «Δεν μπορώ να σου το πω.»

    Δεν έμοιαζε με έτοιμο ψέμα. Αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. Δεν της έδινε το όνομά του για να τη δέσει με υπόσχεση. Της έδινε άνοιγμα και χρόνο. Μόνο αυτά μετρούσαν πια.

    «Δεν ξέρεις ή δεν λες;»

    «Δεν μπορώ να σου το πω.» Έγειρε λίγο το κεφάλι προς την πόρτα. «Και αν συνεχίσεις, δεν θα αλλάξει.»

    Από τον διάδρομο ήρθαν βήματα, ακόμη μακριά αλλά στον ίδιο άξονα. Κάποιος μίλησε χαμηλά. Ακούστηκε το μεταλλικό χτύπημα από δίσκο που ακούμπησε έξω. Εκείνη άρπαξε ένα ψαλίδι από τον πάγκο, το άφησε επίτηδες να πέσει και το μάζεψε. Κίνηση χεριών, ήχος, κανονικότητα.

    Κατεβάζοντας το χέρι στον τελευταίο ιμάντα του καρπού της, η Μίρα άρχισε: «Αν περάσω εκεί μέσα και βρεθώ σε άλλον θάλαμο, αν με παραδώσεις—»

    «Θα έχω μείνει εδώ για το τίποτα.» Η φωνή της έμεινε χαμηλή, κοφτή. «Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω.»

    Αυτό ήταν αλήθεια. Όχι η αλήθεια που ήθελε η Μίρα, αλλά η μόνη μέσα στο δωμάτιο.

    Τράβηξε τον ιμάντα και ελευθέρωσε τον καρπό. Στήριξε την παλάμη στον τοίχο και προχώρησε προς τη θυρίδα.

    Χαμηλή όπως ήταν, θα έπρεπε να μπει σκυφτή.

    Στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα και κοίταξε μέσα. Δεν υπήρχε χώρος να γυρίσει πίσω εύκολα αν κάτι έκλεινε πίσω της. Το κατάλαβε: ήταν πέρασμα για ένα σώμα τη φορά. Αν έμπαινε, θα έμπαινε ολόκληρη.

    Πίσω της, εκείνη πήρε μια λευκή ταινία επίδεσης και την τράβηξε απότομα, έτοιμη να τη δείξει σε όποιον άνοιγε την πόρτα. «Πρέπει να φύγεις τώρα.»

    Η Μίρα δεν κουνήθηκε.

    Μόνο η Φος που έλεγε με εκείνο το επίπεδο στόμα ότι η μεταφορά προχωρά παρά την άρνησή της. Μόνο η πόρτα της απομόνωσης που είχε ανοίξει χωρίς να τη ρωτήσουν. Μόνο το χαρτί που είχε σκίσει και δεν είχε αλλάξει τίποτα. Μόνο το ότι είχε απαιτήσει να γραφτεί η άρνηση για τον Γιόνα Ράιτερ, και το μόνο που είχε κερδίσει ήταν χρόνος που έληγε τώρα. Αν κατέβαινε, το έκανε χωρίς καμία βεβαιότητα και χωρίς δεύτερο γύρισμα.

    Η ανάσα της κόλλησε ψηλά. Άπλωσε το χέρι στο μεταλλικό πλαίσιο, έσκυψε και χώθηκε στο πέρασμα.

    Στο δωμάτιο πίσω της, εκείνη έμεινε όρθια με την ταινία επίδεσης στο χέρι, γυρισμένη προς την πόρτα, όταν τα βήματα σταμάτησαν απ’ έξω.

    Όταν το μεταλλικό φύλλο έκλεισε πίσω της, το δωμάτιο χάθηκε απότομα και έμεινε μόνο ο στενός, χαμηλός αγωγός, με το σώμα της Μίρας διπλωμένο μέσα του. Δεν υπήρχε πια κρεβάτι, ιμάντες, φως οροφής, ούτε η Λίνα απέναντί της· υπήρχε άλλη θέση τώρα, και ο χρόνος μετριόταν σε θορύβους από πίσω και στο πόσο δρόμο θα προλάβαινε να πάρει πριν τη βρουν.

    Καθώς προχωρούσε, το μέταλλο άγγιζε τους ώμους της και τα γόνατά της έβρισκαν κάθε λίγο το δάπεδο του αγωγού. Προχώρησε με τις παλάμες ανοιχτές μπροστά, σπρώχνοντας το σώμα της με κοντές, βιαστικές ωθήσεις. Η ανάσα της χτυπούσε στο πρόσωπό της και γύριζε πίσω ζεστή. Μύριζε σκόνη, υγρασία, παλιό νερό. Στον καρπό της το βραχιόλι επιτήρησης αναβόσβηνε με μικρό, σταθερό φως, κάθε αναλαμπή αρκετή για να δείχνει λίγο από το εσωτερικό τοίχωμα, βίδες, αρμούς, λεκέδες σκουριάς.

    Στην αρχή, χωρίς να ακούει τίποτα από πίσω, κινήθηκε γρηγορότερα. Η Λίνα είχε πει να φύγει αμέσως. Είχε πει και κάτι άλλο, πιο πριν, πιο χαμηλά: δεν μπορούσε να την καλύπτει άλλο. Δεν ήξερε αν στεκόταν ακόμη μπροστά στην πόρτα ή αν την είχαν ήδη παραμερίσει. Δεν ήξερε αν μιλούσε, αν καθυστερούσε, αν είχε πάρει πίσω την απόφαση τη στιγμή που η θυρίδα έκλεισε. Χωρίς να σταματήσει για να ακούσει καλύτερα, προχώρησε.

    Λίγο πιο κάτω το μέταλλο έστριψε αριστερά. Εκεί χρειάστηκε να γυρίσει τον ώμο και να τραβήξει το ισχίο με κόπο. Ο αγωγός στένευε στο γόνατο της στροφής. Το ύφασμα του παντελονιού της έσυρε πάνω σε κοφτερή ακμή. Έσφιξε τα δόντια, πέρασε, και ο πρώτος ήχος ήρθε από πίσω.

    Μια πόρτα άνοιξε απότομα. Μια φωνή, όχι ευδιάκριτη λέξη, μόνο ο τόνος. Μετά δεύτερη φωνή, πιο κοντά, κοφτή. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, με την παλάμη στο κρύο μέταλλο, και άκουσε. Ακολούθησε χτύπημα, δυνατό και κούφιο, από την κατεύθυνση του δωματίου. Δεν μπορούσε να δει τίποτα πίσω της. Δεν ήξερε αν βρήκαν το πέρασμα ή αν έσπαγαν ντουλάπι, τοίχο, φορείο. Ύστερα άκουσε κάτι να σύρεται και το χτύπημα ήρθε ξανά, πιο βαρύ.

    Άρχισε πάλι να κινείται, πιο γρήγορα απ’ όσο της επέτρεπε ο χώρος. Σε ένα υγρό σημείο το γόνατό της γλίστρησε. Ακούμπησε με τα δύο χέρια κάτω, βρήκε νερό λιμνάζον σε ρηχό αυλάκι και συνέχισε. Ο αγωγός κατηφόριζε ελάχιστα. Ο αέρας άλλαζε. Δεν ήταν καθαρός, αλλά είχε άλλο κρύο μέσα του.

    Σκέφτηκε τον Γιόνα μόνο όταν αναγκάστηκε να σταματήσει για μια ανάσα. Η στάση ήρθε μόνη της, από το σφίξιμο στο στήθος. Αυτό ήξερε: τον είχαν κρατήσει μέσα. Τον ανέκριναν ήδη. Το είχε ακούσει, το είχε καταλάβει από τον τρόπο που μιλούσαν για εκείνον, όχι ως ασθενή, όχι ως μάρτυρα. Δεν είχε καμία βεβαιότητα ότι είχε βγει ποτέ από εκείνο το σημείο στη θύρα. Μόνο μια τελευταία εικόνα του να σπρώχνει, να κρατά, να της ανοίγει χώρο. Κατάπιε και συνέχισε χωρίς να αφήσει τη σκέψη να μείνει περισσότερο. Αν την άφηνε, θα έχανε ρυθμό.

    Έφτασε σε διακλάδωση. Μπροστά της ο αγωγός άνοιγε σε ένα στενό τετράγωνο κουτί, αρκετά μεγάλο για να σηκώσει λίγο το κεφάλι. Δεξιά, ένας κλάδος έπεφτε σε πιο βαθύ σκοτάδι και μύριζε στάσιμο, κλειστό αέρα. Μπροστά, άλλος κλάδος έφερνε ψυχρό ρεύμα στο πρόσωπό της.

    Έμεινε εκεί μόνο δύο χτύπους της καρδιάς της. Διάλεξε τον αέρα και μπήκε μπροστά.

    Πλέον οι φωνές ακούγονταν πιο καθαρά, όχι οι λέξεις, αλλά η βιασύνη τους. Ένα μεταλλικό τρίξιμο ακούστηκε μέσα στον αγωγό, σημάδι πως κάποιος είχε ανοίξει ή τραβήξει κάτι πίσω. Εκείνη κοίταξε το βραχιόλι. Η μικρή ένδειξη συνέχιζε να αναβοσβήνει. Το έπιασε με τα δάχτυλα και το τράβηξε πάνω από το κόκαλο του καρπού της. Δεν μετακινήθηκε.

    ...ήθηκε ούτε ένα χιλιοστό.

    Αυτή τη φορά, ψάχνοντας με το νύχι κάποιο κούμπωμα, μια ραφή, οτιδήποτε, το ξανάπιασε πιο χαμηλά. Το πλαστικό και το μέταλλο έμεναν ενιαία γύρω από το δέρμα της. Το βραχιόλι έδωσε μια σύντομη δόνηση και ύστερα άλλη μία, πιο δυνατή. Από μέσα του άρχισε να βγαίνει ένας κοφτός ήχος σε σταθερά διαστήματα.

    «Όχι», είπε μέσα από τα δόντια της, χωρίς φωνή.

    Στριμώχτηκε λίγο πλάγια για να ελευθερώσει τον αριστερό καρπό. Ο αγκώνας της βρήκε στο τοίχωμα. Το γόνατό της γλίστρησε ξανά στο υγρό δάπεδο. Πίσω της ακούστηκε άλλο ένα χτύπημα, πιο μεταλλικό τώρα, και φωνές που έμπαιναν στον αγωγό σπασμένες από την απόσταση. Δεν άκουσε λέξεις. Άκουσε κατεύθυνση.

    Έσυρε το δεξί χέρι κάτω από τον αριστερό καρπό και πίεσε τη συσκευή προς τα έξω, στο κόκαλο. Ο πόνος ανέβηκε αμέσως. Σταμάτησε μόνο για μια ανάσα και ξανάβαλε δύναμη. Το υλικό δεν άνοιγε. Έκοβε. Ένιωσε το δέρμα να τραβιέται και να καίει. Η συσκευή δόνησε πάλι, πιο επίμονα. Η μικρή ένδειξη αναβόσβηνε τώρα γρήγορα.

    Κάτω από φως, την είχαν βάλει να σταθεί για να της το περάσουν. Της είχαν πει να κρατήσει ακίνητο το χέρι. Είχε πει ρητά ότι δεν συναινούσε. Είχε απαιτήσει να το γράψουν μπροστά σε όλους. Το θυμήθηκε όχι ως σκέψη, αλλά ως σειρά από πρόσωπα που δεν είχαν σταματήσει τη διαδικασία. Τώρα το ίδιο αντικείμενο βρισκόταν πάνω της, στον ίδιο καρπό, και μιλούσε για εκείνη σε κάποιον άλλον χώρο.

    Σφήνωσε τον καρπό της στην ακμή ενός αρμού του αγωγού. Έβαλε τη στεφάνη ακριβώς πάνω στο προεξέχον μέταλλο και τράβηξε το χέρι προς τα πίσω. Την πρώτη φορά έχασε θέση. Τη δεύτερη ένιωσε το περίβλημα να πιάνει για λίγο και να γδέρνει. Την τρίτη τράβηξε με όλο το σώμα. Ο πόνος της έκοψε την ανάσα. Ένας πνιχτός ήχος βγήκε από το στόμα της και έμεινε μέσα στο μέταλλο γύρω της. Ζεστό αίμα άπλωσε στον καρπό της.

    Δεν σταμάτησε. Στην ίδια ακμή ξανάβαλε τη στεφάνη, πιο λοξά. Έσπρωξε με τα πόδια, βρήκε αντίσταση, τράβηξε τον πήχη προς το μέρος της. Το υλικό έτριξε. Η δόνηση του μηχανισμού άλλαξε ρυθμό, γρήγορη, ασυνεχής. Άλλο ένα τράβηγμα. Ένιωσε κάτι να υποχωρεί. Η στεφάνη χώθηκε στο σκισμένο δέρμα και πέρασε πάνω από το κόκαλο με βία.

    Η κραυγή της βγήκε αυτή τη φορά κοφτή.

    Για ένα δευτερόλεπτο έμεινε ακίνητη, με το μέτωπο στο δάπεδο του αγωγού, κρατώντας το αριστερό χέρι σφιγμένο κάτω από το στήθος της. Έσταζε γρήγορα το αίμα. Το βραχιόλι κρεμόταν από τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού. Η ένδειξη συνέχιζε να αναβοσβήνει. Ο ήχος είχε γίνει συνεχόμενος και λεπτός.

    Πίσω της ακούστηκε μεταλλικός κρότος και μετά περισσότερες φωνές, πιο μπερδεμένες, πιο κοντά. Η διαδρομή της είχε δοθεί. Αν το πετούσε απλώς πίσω ή το άφηνε εκεί, θα τους έλεγε πού σταμάτησε.

    Το έφερε κοντά στο πρόσωπό της. Το περίβλημα είχε ανοίξει λίγο στην άκρη. Από το σκίσιμο φαινόταν κάτι σκούρο και γυαλιστερό. Έσφιξε τον αριστερό καρπό με τη δεξιά παλάμη, μάζεψε όσο αίμα μπορούσε και το πίεσε πάνω στο άνοιγμα. Στο εσωτερικό κύλησε το αίμα. Τίποτα. Το ξανάκανε, πιο πολύ, σπρώχνοντας με τον αντίχειρα μέσα στη χαραμάδα. Ο ήχος έσπασε απότομα σε μικρές διακοπές. Η ένδειξη τρεμόπαιξε άτακτα.

    Με τα δόντια σφιγμένα, χτύπησε το βραχιόλι μία φορά στο μεταλλικό δάπεδο. Μια δεύτερη δεν το έσπασε, μα την τρίτη το περίβλημα άνοιξε περισσότερο. Το αίμα μπήκε βαθύτερα. Ακούστηκε ένα σύντομο τσίριγμα από μέσα του και η ένδειξη έμεινε αναμμένη μισό δευτερόλεπτο ακόμη πριν σβήσει.

    Καθώς το σκοτάδι στον αγωγό βάρυνε αμέσως, η Μίρα έμεινε ακίνητη και άκουσε.

    Δεν ήρθε αμέσως σιωπή. Ήρθαν πρώτα οι ίδιες φωνές, το ίδιο μέταλλο, η ίδια βιασύνη. Κάτι άλλαξε ύστερα, μια διακοπή. Μια κοφτή αντα...

    …πόκριση, ένας σύντομος συναγερμός που δεν ερχόταν από μέσα στον αγωγό αλλά από πίσω, από τον σταθμό. Κράτησε λίγο. Έσβησε. Αμέσως μετά οι φωνές άλλαξαν κατεύθυνση και μπήκαν πιο καθαρά στον ίδιο κλάδο.

    Μέσα στο σκοτάδι η Μίρα άνοιξε τα μάτια και έσπρωξε το σώμα της μπροστά.

    Στον ρυθμό της κίνησής της χτυπούσε ο αριστερός καρπός. Χωρίς να τον κοιτάξει, τον κράτησε σφιγμένο κοντά στο σώμα και τράβηξε με το δεξί. Το βραχιόλι το άφησε πίσω της, χωμένο σε μια εσοχή του δαπέδου με μια τυφλή κίνηση, όχι για να τους ξεγελάσει, μόνο για να μη μείνει άλλο πάνω της. Αν το έβρισκαν, θα ήξεραν ήδη αρκετά. Αν δεν το έβρισκαν, θα έμπαιναν πάλι εδώ. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν ο χρόνος που της έμενε.

    Τώρα ο αγωγός κατέβαινε περισσότερο. Το ένιωθε στην κοιλιά και στο στήθος κάθε φορά που γλίστραγε λίγους πόντους παρά τη θέλησή της. Κάτω από τα γόνατα και τους αγκώνες το μέταλλο ήταν υγρό. Μπροστά, ο αέρας είχε αλλάξει. Δεν είχε τη βαριά κλεισούρα του σταθμού. Ερχόταν ψυχρός και σταθερός πάνω στο πρόσωπό της. Της έκοβε τον ιδρώτα στον λαιμό.

    Πίσω της ακούστηκε ένα όνομα που δεν ξεχώρισε και μετά μία εντολή, κοφτή. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να ακούσει λέξεις. Η απόσταση είχε μικρύνει. Ο αγωγός έφερνε τη φωνή ίσια στην πλάτη της.

    Έσπρωξε πιο γρήγορα και γλίστρησε το δεξί της χέρι. Ο ώμος της χτύπησε στο πλάι. Έβρισε χωρίς φωνή και ξανάπιασε στήριγμα σε μια στενή ραφή του μετάλλου. Ο αριστερός καρπός ακούμπησε για μια στιγμή στο δάπεδο. Ο πόνος ανέβηκε αμέσως μέχρι τον αγκώνα. Τον τράβηξε πάνω στο στήθος της και συνέχισε με τα δόντια σφιγμένα.

    Απότομα πέρασε από το μυαλό της ο Γιόνας, όχι ως ανάμνηση αλλά ως κενό. Είχε μείνει πίσω. Αυτό ήταν το μόνο βέβαιο. Αν τον είχαν πάρει ήδη, κάθε λεπτό που εκείνη έμενε μέσα έδινε σε άλλους χρόνο πάνω του. Δεν μπορούσε να γυρίσει. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Η Λίνα τής είχε ανοίξει μία φορά το πέρασμα. Τίποτα από αυτά δεν θα κρατούσε δεύτερη φορά.

    Κάπου μπροστά της έσπασε το σκοτάδι. Όχι φως κανονικό. Ένα πιο ανοιχτό γκρίζο, χαμηλά, κομμένο σε παράλληλες γραμμές. Σταμάτησε μόνο τόσο όσο να πάρει μία ανάσα που δεν βγήκε ολόκληρη και σύρθηκε προς τα εκεί.

    Η γρίλια ήταν στο ύψος των ώμων της, στερεωμένη πρόχειρα στο άνοιγμα. Από έξω έμπαινε αέρας με υγρασία και μυρωδιά από νερό και χώμα. Ήταν νύχτα. Έβλεπε πια το περίγραμμα της λάσπης ακριβώς κάτω από το άνοιγμα και λίγο πιο πέρα μια θαμπή επιφάνεια που κρατούσε ελάχιστο φως. Η λίμνη.

    Έφερε το δεξί χέρι στις ράβδους και πίεσε. Η γρίλια δεν άνοιξε. Κουνήθηκε μόνο ελάχιστα σε ένα σημείο δεξιά, εκεί όπου μια βίδα είχε σηκωθεί από το πλαίσιο. Ξανάπιασε πιο χαμηλά και έσπρωξε με τον ώμο. Το μέταλλο έτριξε ξερά. Όχι αρκετά.

    Πίσω της, πιο καθαρά τώρα, ακούστηκε γδούπος μετάλλου πάνω σε μέταλλο. Κάποιος είχε μπει στον ίδιο κατήφορο. Η δόνηση έφτασε ως το στήθος της.

    Όσο επέτρεπε ο χώρος, έσυρε τα γόνατά της κάτω από τη λεκάνη. Δεν χωρούσε να πάρει φόρα. Έβαλε την παλάμη του δεξιού χεριού στο κάτω μέρος της γρίλιας και έσπρωξε ξανά. Τίποτα. Το πλαίσιο κρατιόταν ακόμη από τη βίδα. Κοίταξε για μια στιγμή τον αριστερό της καρπό. Το αίμα είχε φτάσει στα δάχτυλα. Δεν είχε τίποτα άλλο.

    Έμπηξε τον αριστερό πήχη δίπλα στη χαλαρή γωνία και πίεσε προς τα έξω.

    Για μια στιγμή την τύφλωσε ο πόνος. Το χέρι της λύγισε, αλλά η γρίλια έδωσε ένα μικρό, καθαρό κλικ. Η βίδα σηκώθηκε λίγο ακόμη από τη θέση της. Άρπαξε αμέσως το κενό με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού, βρήκε το κρύο άκρο του πλαισίου και το τράβηξε προς το μέρος της. Δεν ερχόταν. Έσπρωξε πάλι με τον τραυματισμένο πήχη, τώρα όχι πάνω στη σχισμή του καρπού αλλά πιο κοντά στον αγκώνα, και μαζί τράβηξε με όλο το βάρος του σώματός της.

    Το πλαίσιο έσπασε τη στήριξή του με έναν κοφτό ήχο και ήρθε λοξά προς τα μέσα. Η γρίλια δεν έπεσε τελείως. Κράτησε από την άλλη πλευρά και άφησε ένα στενό άνοιγμα. Από εκεί είδε καθαρά τη λασπωμένη όχθη· χωρούσε μόνο αν έσπρωχνε το σώμα της και το μάτωνε περισσότερο. Για ένα δευτερόλεπτο η Μίρα έμεινε ακίνητη, με τον πήχη να καίει και την ανάσα πιασμένη ψηλά. Πίσω της ακούστηκε άλλη μία φωνή, αυτή τη φορά να λέει ολόκληρο το όνομά της.

    Δεν γύρισε.

    Πρώτα έβγαλε το χέρι έξω, ψηλαφίζοντας στα τυφλά κάτω από το λοξό πλαίσιο. Τα δάχτυλά της βούλιαξαν σε κρύα λάσπη. Απότομα, η αίσθηση την τράβηξε στην επιφάνεια του κόσμου έξω από το μέταλλο. Με τον ώμο έσπρωξε τη γρίλια όσο άνοιγε και χώρεσε το κεφάλι της στο κενό. Η πάνω περσίδα βρήκε στο πίσω μέρος του κρανίου της. Χαμήλωσε κι άλλο. Το μέταλλο έξυσε το μάγουλο και τράβηξε τα μαλλιά της από τον κρόταφο.

    Πρώτος πέρασε ο δεξιός ώμος. Για μια στιγμή νόμισε ότι θα σφηνώσει εκεί. Στο στήθος και στη λεκάνη το άνοιγμα κράτησε το σώμα της, και η γρίλια πίεσε από πάνω με όλο της το βάρος. Έσφιξε τα δόντια και τράβηξε με το χέρι μέσα στη λάσπη, ψάχνοντας αντίσταση. Δεν βρήκε παρά μόνο μαλακό χώμα που έφευγε κάτω από την παλάμη της. Το σώμα της γλίστρησε πίσω μισό πόντο.

    Πίσω, μέσα στον αγωγό, ακούστηκε τρίξιμο και ύστερα ένας γδούπος, πιο κοντά. Κάποιος έπεσε στα γόνατα ή στήριξε βάρος στο δάπεδο. Η φωνή ξαναήρθε, πιο επιτακτική. Δεν έπιασε λέξεις. Μόνο το όνομά της στην αρχή και το κόψιμο της εντολής μετά.

    Με τα δάχτυλα του ποδιού έσπρωξε στο μέταλλο πίσω της και έριξε όλο το βάρος μπροστά. Ο αριστερός καρπός χτύπησε στην κάτω άκρη του πλαισίου όταν προσπάθησε να μαζέψει το χέρι πιο κοντά στο στήθος. Ο πόνος της έκοψε τον αέρα. Σταμάτησε μόνο όσο χρειαζόταν για να μη φωνάξει. Έστριψε τον αριστερό ώμο όσο της επέτρεπε ο χώρος και τον έβαλε λοξά στο άνοιγμα.

    Μέσα από το ύφασμα έσκαψε η γρίλια, μετά στο δέρμα. Το ένιωσε καθαρά στη βάση του λαιμού και στην πλάτη. Τα πλευρά της ακούμπησαν στο κάτω χείλος, σκληρά, ένα ένα, και πέρασαν με πίεση που την άφησε χωρίς ανάσα. Για μια στιγμή δεν προχώρησε ούτε μπροστά ούτε πίσω. Έμεινε μισή μέσα, μισή έξω, με το κεφάλι στη νύχτα και τα πόδια ακόμα στον σωλήνα.

    Εκεί ήταν η λίμνη, λίγο πιο πέρα. Δεν την κοίταξε πραγματικά. Την έπιασε μόνο από το κρύο που ερχόταν ανοιχτό πάνω στο πρόσωπό της και από τη μυρωδιά του νερού πάνω από τη λάσπη.

    Έσκαψε πιο βαθιά με το χέρι, ώσπου βρήκε ρίζα ή πέτρα κάτω από το χώμα. Κρατήθηκε εκεί. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε. Την ίδια στιγμή έσπρωξε πίσω με τα δύο γόνατα. Το σώμα της προχώρησε απότομα. Κάτι γρατζούνισε τον αριστερό ώμο, κάτι άλλο έσκισε χαμηλά στο πλευρό της, και ύστερα η λεκάνη πέρασε από το στενό με έναν βίαιο σπασμό που την έκανε να δαγκώσει τη γλώσσα της.

    Βγήκε μέχρι τη μέση και έπεσε με το στήθος στη λάσπη.

    Αμέσως το κρύο τη χτύπησε, μέσα από τα ρούχα, στα γόνατα, στην κοιλιά, στις παλάμες. Δεν είχε χώρο να μείνει ξαπλωμένη. Έσυρε το δεξί πόδι της έξω, μετά το αριστερό, που κόλλησε για μια στιγμή στη γωνία της γρίλιας. Τράβηξε ξανά. Το παπούτσι βγήκε με βαρύ ήχο από το μέταλλο και αμέσως βούλιαξε μισό μέσα στη λάσπη.

    Τώρα ήταν έξω ολόκληρη.

    Πήρε μία ανάσα που μπήκε κοφτά και γέμισε με υγρασία και κρύο. Η νύχτα δεν είχε το κλειστό βάρος του αγωγού. Είχε αέρα. Είχε νερό. Είχε ανοιχτό χώρο που δεν την προστάτευε από τίποτα. Για ένα δευτερόλεπτο έμεινε με τα χέρια χωμένα στη λάσπη και το κεφάλι σκυμμένο, ακούγοντας πίσω της το μέταλλο της γρίλιας να τρέμει ακόμη από το πέρασμά της.

    Μέσα από το άνοιγμα ήρθε ξανά φωνή. Πιο

    κοντά αυτή τη φορά, πιο καθαρή.

    «Μίρα!»

    Από το μέταλλο βγήκε το όνομά της, κομμένο στα δύο από την αντήχηση. Δεν σήκωσε το κεφάλι. Έσφιξε τα δάχτυλα μέσα στη λάσπη, τράβηξε το δεξί γόνατο κάτω της και προσπάθησε να σηκωθεί. Κάτω από την παλάμη της έφυγε το χώμα. Ο αριστερός καρπός λύγισε και ο πόνος ανέβηκε μέχρι τον αγκώνα. Έσυρε το χέρι πιο κοντά της και πήρε το βάρος από εκεί.

    Πίσω της η γρίλια χτύπησε στο πλαίσιο.

    Δεν γύρισε.

    Στήριξε το βάρος στο δεξί πόδι, βυθίστηκε μέχρι τον αστράγαλο και παραλίγο να πέσει πάλι μπροστά. Κράτησε την ισορροπία με μια απότομη κίνηση του ώμου. Ως τα γόνατα, τα χέρια και το μπροστινό μέρος των ρούχων της είχε πιάσει λάσπη. Κάθε κίνηση τη φόρτωνε με κρύο και βάρος. Έβαλε και το αριστερό πόδι κάτω, το ξεκόλλησε από το σημείο όπου είχε ριζώσει, και σηκώθηκε μισοσκυφτή.

    «Σταμάτα!»

    Αν ήταν άλλη φωνή ή η ίδια, δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει. Άκουσε μόνο την εντολή. Ίσια, κοφτή, βιαστική.

    Έκανε το πρώτο βήμα μακριά από το άνοιγμα. Το παπούτσι γλίστρησε πλάγια και άφησε βαθύ αυλάκι. Καλύτερα βγήκε το δεύτερο βήμα. Στο τρίτο ένιωσε το χώμα να πατά πιο σφιχτά κάτω από τη φτέρνα και πήγε γρηγορότερα. Δεν έτρεχε ακόμη. Το σώμα της δεν δεχόταν τέτοιο ρυθμό. Προχωρούσε με μικρά, βίαια βήματα, κρατώντας χαμηλά το κέντρο του βάρους και τα χέρια κοντά της για να μη χάσει πάλι την ισορροπία. Ο φόβος της έσφιγγε τον λαιμό, μα κατέβαζε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο.

    Στα δεξιά της η λίμνη απλωνόταν μαύρη και ανοιχτή. Λίγο πιο πέρα από το σημείο όπου τελείωνε η λάσπη ακουγόταν το νερό. Μπροστά η όχθη συνέχιζε χαμηλή, με αραιά χόρτα και γυμνό χώμα. Δεν υπήρχε κάλυψη ούτε σταθερό βήμα. Μόνο το αχνό περίγραμμα του εδάφους και η κρύα επιφάνεια του νερού.

    Πίσω της το μέταλλο έτριξε ξανά, καθώς κάτι χτύπησε στη γρίλια με δύναμη. Έσφιξε το σαγόνι και επιτάχυνε όσο μπορούσε. Ο αέρας μπήκε στον λαιμό της κοφτός. Το στήθος της πονούσε ακόμη από το πέρασμα. Στο πλευρό, εκεί όπου την είχε αρπάξει το χείλος του πλαισίου, ένιωθε το ύφασμα κολλημένο πάνω στο δέρμα.

    «Μίρα Χάρτμαν!»

    Αυτή τη φορά ακούστηκε ολόκληρο το όνομά της. Σταμάτησε μόνο μέσα της, για έναν χτύπο, ενώ συνέχιζε να προχωρά. Δεν ήξερε ποιος μιλούσε, αφού δεν αναγνώρισε τη φωνή. Δεν της χρειαζόταν κιόλας. Αρκούσε ότι ήξεραν πού έβγαινε.

    Έκανε λάθος βήμα και το δεξί πόδι βούλιαξε πιο βαθιά. Έγειρε προς τη λίμνη. Για μια στιγμή είδε μόνο τη σκοτεινή επιφάνεια δίπλα της και το γυαλιστερό στρώμα της λάσπης κάτω. Τράβηξε το πόδι με δύναμη, άφησε το παπούτσι να κάνει θόρυβο μέσα στον βούρκο και έριξε το βάρος αριστερά. Ο αριστερός καρπός χτύπησε πάνω στον μηρό της από την απότομη κίνηση. Δάγκωσε την ανάσα και συνέχισε, γιατί δεν είχε νόημα να ξαναμπεί πίσω.

    Δεν είχε νόημα ούτε να απαντήσει ούτε να δώσει χρόνο.

    Το βραχιόλι το είχε αφήσει στον αγωγό. Το είχε σπρώξει μέσα στην εσοχή του δαπέδου, όσο πιο βαθιά μπορούσε μέσα στο σκοτάδι, με την ελπίδα να τους τραβήξει σε λάθος σημείο ή να κερδίσει έστω λίγα λεπτά. Πίσω της τώρα άκουγε τη φωνή και τις εντολές που έσπαγαν στον σωλήνα, και δεν υπήρχε τίποτα να κρατηθεί από εκεί. Τίποτα δεν είχε κοπεί.

    Πάτησε σε ένα κομμάτι χορτάρι και βρήκε καλύτερη αντίσταση. Ίσιωσε λίγο τον κορμό της και έβαλε τα πόδια της σε πιο σταθερό ρυθμό. Τα ρούχα της τραβούσαν πάνω της νερό και λάσπη. Τα μαλλιά της είχαν κολλήσει στο μάγουλο και στον λαιμό. Το αριστερό χέρι το κρατούσε πιο κλειστό, προστατεύοντάς το χωρίς να το σκέφτεται.

    Πίσω της ακούστηκε βαρύς γδούπος, έξω πια από τον αγωγό. Όχι μέσα στο μέταλλο. Στην όχθη.

    Έγειρε μπροστά και έσπρωξε τον εαυτό της σε κάτι που πλησίαζε το τρέξιμο. Τα πόδια της δεν άνοιγαν αρκετά, η λάσπη τα κράταγε χαμηλά, όμως ο ρυθμός ανέβηκε.

    Όταν ξαναβρήκε ρυθμό, η όχθη είχε ήδη αλλάξει. Δεν ήταν πια η έξοδος από τον αγωγό και η λάσπη κάτω από τα παπούτσια της. Από τα πίσω κτίρια έκοψαν τον σκοτεινό χώρο λευκές δέσμες και άρχισαν να σαρώνουν το νερό και τη στενή λωρίδα γης. Το κυνηγητό είχε βγει έξω. Η κρυφή έξοδος δεν υπήρχε πια ως κρυφή. Εκείνη χαμήλωσε αμέσως, έσπασε την πορεία της προς τα δεξιά και μπήκε πιο κοντά στα καλάμια, με το στήθος να καίει και τον αριστερό καρπό να χτυπά σε κάθε βήμα.

    Άκουσε πίσω της βήματα που βούλιαζαν και ξεκολλούσαν από τη λάσπη με βία. Δεν ήταν σύρσιμο από τον αγωγό, αλλά άνθρωπος που έτρεχε κατά πάνω της. Γύρισε μόνο όσο χρειαζόταν. Μια σκιά ερχόταν χαμηλά, γρήγορα, με φακό στο χέρι και το άλλο χέρι μπροστά για ισορροπία. Αν συνέχιζε ευθεία, θα την έκλεινε πριν φτάσει στα πιο πυκνά καλάμια. Αν έμπαινε στο νερό, θα φαινόταν από τους προβολείς.

    Σταμάτησε απότομα.

    Το δεξί της πόδι γλίστρησε μισό βήμα, αλλά το κράτησε. Ο άντρας δεν περίμενε να κοπεί έτσι η κίνησή της. Τον είδε να σηκώνει το κεφάλι, να ανοίγει το στόμα, να αλλάζει θέση για να μην πέσει πάνω της. Το φως του φακού ανέβηκε άτσαλα, πέρασε από τον ώμο της και χτύπησε στα καλάμια.

    Έκανε το μόνο που είχε χρόνο να κάνει.

    Τον κοίταξε και κράτησε το βλέμμα της πάνω του.

    Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου εκείνος έμεινε στη θέση του, όχι γιατί ήθελε αλλά γιατί το σώμα του δεν ακολούθησε την πρόθεση. Με το βήμα του μισό, ο ώμος του τράβηξε πίσω. Το χέρι με τον φακό έπεσε χαμηλά. Η ανάσα του κόπηκε με ήχο που έφτασε καθαρά ως εκείνη. Ένιωσε το γνώριμο τράβηγμα να ανεβαίνει από μέσα της, πιο δυνατό από κάθε άλλη φορά, χωρίς χώρο για δισταγμό. Αυτός την έκοβε από τα καλάμια. Τον κράτησε.

    Πήγε να φέρει το ελεύθερο χέρι στον λαιμό. Δεν πρόλαβε. Τα γόνατά του λύγισαν. Έκανε ένα βήμα στο πλάι, άλλο ένα, βούτηξε σχεδόν με το πρόσωπο στη λάσπη και κράτησε την τελευταία στιγμή τον κορμό του με τον αγκώνα. Ο φακός έφυγε από το χέρι του και γύρισε, σκορπίζοντας φως χαμηλά στα χόρτα.

    Βρέθηκε πάνω του χωρίς να το σκεφτεί. Έπεσε στα γόνατα δίπλα του και του άρπαξε τον ώμο για να τον γυρίσει. Τα μάτια του ανοιχτά, την έβλεπε. Το στόμα του δούλευε χωρίς λέξεις. Στον λαιμό του, κάτω από το σαγόνι, το αίμα είχε ήδη βγει και κατέβαινε στο κολάρο.

    Το χέρι της πήγε εκεί μόνο του.

    Πίεσε σκληρά με την παλάμη πάνω στην πληγή. Όχι για να τον κρατήσει ζωντανό. Για να μην τρέξει το αίμα στη λάσπη και να το πιάσει το φως. Τίναξε μία φορά το σώμα του. Τα δάχτυλά του χτύπησαν άσκοπα στον καρπό της. Ο αριστερός της καρπός πόνεσε τόσο απότομα που τα δόντια της έκλεισαν με δύναμη. Δεν τράβηξε το χέρι της. Έσκυψε πιο κοντά, έβαλε και το βάρος του ώμου της πάνω του και κράτησε.

    Ο άντρας σταμάτησε να παλεύει πριν προλάβει δεύτερη ανάσα.

    Έμεινε ακίνητη ένα χτύπο παραπάνω, με την παλάμη κολλημένη στον λαιμό του. Ο δικός της λαιμός σφίχτηκε. Το είχε διαλέξει. Δεν υπήρχε χρόνος να κοιτάξει τι είχε κάνει. Το ήξερε από το βάρος που έφυγε από πάνω του, από το πρόσωπο που άδειασε μπροστά της, από την απόλυτη χαλάρωση των δαχτύλων του μέσα στη λάσπη. Τράβηξε απότομα την παλάμη της, ζεστή και γλιστερή.

    «Σήκω.»

    Από τα αριστερά της ήρθε η φωνή, χαμηλή, κοφτή.

    Γύρισε με ολόκληρο το σώμα. Μέσα από τα καλάμια βγήκε η Λίνα, σκυφτή, με βρεγμένο παντελόνι ως το γόνατο και λάσπη στα μανίκια. Δεν σταμάτησε όταν είδε το σώμα. Πήγε κατευθείαν δίπλα του, άρπαξε τον νεκρό από τη μασχάλη και έριξε μια ματιά προς τα πίσω, εκεί όπου έκοβαν οι προβολείς.

    «Πιάσε τα πόδια.»

    Δεν μίλησε. Έπιασε κάτω από τα γόνατα. Το δεξί της χέρι γλίστρησε την πρώτη φορά, έσφιξε ξανά στο ύφασμα και τράβηξε. Το σώμα σύρθηκε δύσκολα. Οι φτέρνες άφησαν δύο γραμμές πάνω στη

    Θες να γράψεις κι εσύ ένα;

    Κάθε βιβλίο σε αυτή τη σελίδα δημιουργήθηκε με το SYMBAN. Αν έχεις μια ιστορία στο μυαλό σου, δοκίμασέ το.

    Ξεκίνα δωρεάν