Chapter 14
Άννα Βάις
Το χαρτί άνοιξε μέσα στο τασάκι, και η σκηνή εκείνη τελείωσε. Ύστερα ήρθε άλλος δρόμος, άλλος αέρας, άλλη πόλη. Δεν υπήρχε πια το κλειστό πρατήριο, το χαμηλό φως μέσα στο βαν, η μικρή φλόγα ανάμεσα στα γόνατά τους. Ξημέρωνε όταν κατέβηκε σε μια πίσω αυλή που δεν έβλεπε δρόμο, μόνο τοίχους, κάδους και μια μεταλλική σκάλα που ανέβαινε σε τυφλό παράθυρο.
Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα του βαν. Το όχημα έμεινε σβηστό. Η αυλή μύριζε βρεγμένο τσιμέντο και παλιό λίπος από εξαερισμό. Κάπου, πίσω από τοίχο, δούλευε ένα μηχάνημα. Η Μίρα στάθηκε ακίνητη ώσπου εκείνη να την προσπεράσει μισό βήμα και να της δείξει με το χέρι μια στενή πόρτα χωρίς αριθμό.
«Αν μιλήσεις, μιλάς λίγο», είπε η συνοδός της. «Αν σε ρωτήσουν, απαντάς αμέσως.»
Χτύπησε τρεις φορές, σταθερά, χωρίς βιασύνη. Για λίγο δεν ακούστηκε τίποτα. Μετά άνοιξε ένα μικρό μεταλλικό πορτάκι στο ύψος του προσώπου. Φάνηκαν μάτια που πρώτα κοίταξαν τη γυναίκα και ύστερα τη Μίρα.
«Όνομα;» ρώτησε μια αντρική φωνή.
Την παύση που πήγε να ανοίξει, η Μίρα την έκοψε μόνη της.
«Άννα Βάις.»
Τα μάτια έμειναν πάνω της άλλο ένα δευτερόλεπτο. Το πορτάκι έκλεισε. Ένας σύρτης τραβήχτηκε από μέσα. Η πόρτα άνοιξε τόσο όσο να περάσουν μία-μία.
Μπήκαν σε έναν στενό διάδρομο με γκρίζα πλακάκια και λευκό φως που τρεμόπαιζε στη μία άκρη. Ένας άντρας με πλεκτό σκουφί στάθηκε δίπλα στην πόρτα και την έκλεισε αμέσως πίσω τους. Δεν κοίταξε τη Μίρα επίμονα. Κοίταξε τα παπούτσια της, το παντελόνι της, το μανίκι του μπουφάν της· ύστερα γύρισε στη συνοδό της.
«Αργήσατε.»
«Το πέρασμα έμεινε ανοιχτό», αποκρίθηκε εκείνη.
«Για λίγο ακόμα.»
Ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό μπλοκ, το άνοιξε, έγραψε κάτι χωρίς να ρωτήσει ξανά, έκοψε τη σελίδα και την έβαλε στην πίσω τσέπη του. Έδειξε μια δεύτερη πόρτα στο τέλος του διαδρόμου.
«Επάνω. Δεύτερη στάση. Μόνη της.»
Η Μίρα σήκωσε απότομα τα μάτια. Πριν μιλήσει, η άλλη το είδε.
«Θα πας όπου σου πουν», είπε χαμηλά. «Και δεν θα γυρίσεις να με ψάξεις.»
Το στόμα της έμεινε κλειστό. Η ερώτηση για τον Γιόνα ανέβηκε μόνη της και έσβησε στο ίδιο σημείο. Το όριο είχε χαραχτεί πια. Σε ξένους χώρους δεν τον έφερνε στο στόμα. Το είχε μάθει μέσα στο βαν, με τη φωνή του ραδιοφώνου να μιλά για δύο δραπέτες, για έρευνες, για βαν. Και ύστερα για έναν νεκρό άντρα στην όχθη. Δεν είχε ρωτήσει ποιος, ούτε είχε πάρει απάντηση για τίποτα.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της. «Δώσ’ μου το δεξί.»
Το έδωσε. Εκείνη πίεσε για μια στιγμή τον καρπό της, εκεί όπου πριν από ώρες υπήρχε το βραχιόλι, πάνω σε γυμνό δέρμα με ένα ελαφρύ σημάδι, και ύστερα της άφησε την παλάμη.
«Ακούς το όνομα και γυρνάς. Μόνο αυτό.»
Έγνεψε.
Ο άντρας με το σκουφί άνοιξε τη δεύτερη πόρτα. Πίσω της υπήρχε σκάλα από γυμνό μπετόν. Τα βήματα ακούγονταν κοφτά. Στο πρώτο πλατύσκαλο περίμενε μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με μαλλιά πιασμένα πίσω και μπλε ρόμπα πάνω από ρούχα δρόμου. Κρατούσε στυλό και ένα πλαστικό ντοσιέ.
«Η Άννα;» ρώτησε.
«Ναι», απάντησε αμέσως.
Η γυναίκα δεν χαμογέλασε, αλλά το στυλό της κινήθηκε μία φορά πάνω στο χαρτί. «Έλα.»
Κάτω έμεινε η άλλη. Γύρισε μισό το κεφάλι της. Δεν της έδωσε τίποτα να κρατήσει, ούτε μια τελευταία οδηγία. Μόνο την κοίταξε σταθερά.
«Προχώρα.»
Ανέβηκε. Στον δεύτερο όροφο υπήρχε άλλος διάδρομος, πιο καθαρός, με τέσσερις ίδιες πόρτες.
Ανέβηκε. Στον δεύτερο όροφο υπήρχε άλλος διάδρομος, πιο καθαρός, με τέσσερις ίδιες πόρτες και φως που δεν άφηνε σκιές στις γωνίες. Το πάτωμα είχε ξεφτισμένη επιφάνεια από λινόλεουμ, πλυμένη πολλές φορές. Μύριζε καθαριστικό και κλειστό αέρα.
Η γυναίκα με τη ρόμπα προχώρησε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Σταμάτησε στη δεύτερη πόρτα αριστερά, χτύπησε δύο φορές με τους κόμπους των δαχτύλων και μπήκε αμέσως. Η Μίρα ακολούθησε.
Το δωμάτιο ήταν μικρό. Ένα γραφείο, δύο καρέκλες, ένα μεταλλικό ερμάριο, ένας νιπτήρας στον τοίχο. Πίσω από το γραφείο καθόταν άλλος άνθρωπος, με γκρίζους κροτάφους και λεπτά γυαλιά. Είχε μπροστά του μια ανοιχτή φόρμα, ένα τετράγωνο σφραγιδάκι και έναν δίσκο με πλαστικές κάρτες. Δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα. Πήρε πρώτα το ντοσιέ από τη γυναίκα, το άνοιξε, διάβασε κάτι σιωπηλά, μετά την κοίταξε.
«Κάτσε.»
Κάθισε στην καρέκλα απέναντί του, με την πλάτη να μην ακουμπά στο πίσω μέρος και τα χέρια στους μηρούς της.
Η γυναίκα στάθηκε δίπλα στην πόρτα. Δεν έφυγε.
Άπλωσε το χέρι. «Δεξί καρπό.»
Τον έδωσε χωρίς να ρωτήσει. Τα δάχτυλά του γύρισαν το χέρι της με τρόπο ήσυχο και ακριβή. Κοίταξε το σημάδι, πίεσε ελαφρά το δέρμα γύρω του, μετά άφησε τον καρπό της και έγραψε κάτι στη φόρμα.
«Πότε αφαιρέθηκε;»
Κράτησε το στόμα της κλειστό ένα κλάσμα παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Η γυναίκα με τη ρόμπα σήκωσε το κεφάλι.
«Σήμερα», είπε εκείνη.
Δεν σχολίασε. «Από ποιον;»
Η ερώτηση κάθισε ανάμεσά τους. Δεν ήξερε ποιο όνομα επιτρεπόταν εδώ, ποιο όχι, ποιο δεν έπρεπε να μπει πουθενά. Διάλεξε το πιο λίγο.
«Από εκείνη που με έφερε.»
Για μια στιγμή σταμάτησε η άκρη του στυλό, ύστερα συνέχισε. «Καλά.»
Γύρισε την κάρτα από την άλλη. Τα γράμματα φάνηκαν καθαρά. ΑΝΝΑ ΒΑΪΣ.
Άννα. Όχι η Άννα από το εργαστήριο. Άλλη Άννα.
Η καρδιά της χτύπησε μία φορά πιο δυνατά. Η γλώσσα της κόλλησε στον ουρανίσκο. Δεν ακούστηκε τίποτα στο δωμάτιο εκτός από το ελαφρύ τρίξιμο της καρέκλας της.
«Διάβασέ το φωναχτά», είπε εκείνος.
«Άννα Βάις.»
«Πάλι.»
«Άννα Βάις.»
Άφησε το στυλό του κάτω. «Αν ακούσεις αυτό το όνομα στον διάδρομο, στην κουζίνα, στη σκάλα, τι κάνεις;»
«Γυρίζω.»
«Και;»
«Απαντώ.»
«Με τι;»
Για ένα δευτερόλεπτο κόλλησε εκεί. Το κατάπιε. Η γυναίκα δίπλα στην πόρτα μετακίνησε το βάρος της στο άλλο πόδι.
«Με ναι», είπε εκείνη.
Την κοίταξε σταθερά. «Όχι πάντα. Αν σε ρωτήσουν ποια είσαι;»
«Άννα Βάις.»
«Αν πουν “Άννα”;»
«Γυρίζω.»
«Αν φωνάξουν άλλο όνομα;»
Έμεινε ακίνητη. Το ήξερε ήδη από κάτω, από τον καρπό, από τη φωνή στην είσοδο, από το «μόνο αυτό». Ήθελε να δει αν εδώ θα το πουν ρητά.
Το είπε.
«Κάθε λάθος όνομα σημαίνει έξοδο προς τα πίσω, όχι προστασία.»
Δεν άλλαξε τόνο. Δεν τον ύψωσε. Το έβαλε στο τραπέζι μαζί με τα χαρτιά και την κάρτα.
Ακούμπησε τον αντίχειρα στην άκρη της καρέκλας της, μέχρι που ένιωσε το ξύλο να πιέζει το δέρμα.
Πήρε ξανά το στυλό. «Απαντάς αμέσως. Δεν σκέφτεσαι ποια ήσουν πριν μπεις από την πίσω πόρτα. Δεν διορθώνεις κανέναν. Δεν ζητάς εξηγήσεις από προσωπικό ο…»
Ο άντρας με τους γκρίζους κροτάφους άφησε το στυλό πάνω στο χαρτί και σήκωσε την πλαστική κάρτα από το τραπέζι με δύο δάχτυλα. Δεν της την έδωσε. Την κράτησε μπροστά του, με την ψυχρή, λεία επιφάνειά της στραμμένη προς τα κάτω.
«Η διεύθυνση.»
Είπε τη διεύθυνση χωρίς παύση. Την είχε πει τόσες φορές από μέσα της στο βαν, που τώρα βγήκε στεγνή, καθαρή, σχεδόν άηχη. Δεν την ένιωθε δική της. Τη χρειαζόταν μόνο για να περάσει. Την είπε ολόκληρη.
Ο άντρας την κοίταξε για λίγο, όχι στο πρόσωπο αλλά λίγο πιο χαμηλά, εκεί όπου έσφιγγε τα χέρια της. Ύστερα έγνεψε μία φορά.
«Ξανά.»
Την επανέλαβε. Στη δεύτερη φορά άκουσε κάθε λέξη πιο ευκρινώς και για μια στιγμή φοβήθηκε ότι θα μπερδευτεί ακριβώς επειδή την άκουγε. Δεν μπερδεύτηκε.
Δίπλα στην πόρτα στεκόταν η γυναίκα με τη ρόμπα, με τα χέρια περασμένα μέσα στα μανίκια. Δεν μιλούσε. Στο δωμάτιο υπήρχε μόνο το τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα στενό ντουλάπι και μια λεκάνη πλάι στον τοίχο. Το φως ήταν επίπεδο και έδειχνε καθαρά τη φθορά στο ξύλο της επιφάνειας, τις μικρές τραχιές χαρακιές γύρω από τη θέση όπου έγραφε ο άντρας.
«Όνομα.»
«Άννα Βάις.»
«Πάλι.»
«Άννα Βάις.»
Ο άντρας άπλωσε το χέρι του. «Δεξί καρπό.»
Τον ακούμπησε στο τραπέζι. Εκείνος γύρισε το χέρι της με προσοχή, χωρίς δισταγμό, χωρίς να ζητήσει άδεια. Το βλέμμα του έπεσε στο σημάδι. Ο αντίχειράς του έμεινε για λίγο κοντά στο δέρμα της, όχι πάνω του, κι εκείνη ένιωσε τη ζέστη του. Μετά άφησε τον καρπό και έγραψε κάτι στο χαρτί.
Τράβηξε το χέρι της πίσω. Η κίνηση βγήκε μικρή, αλλά δεν την έκρυψε.
Ο άντρας, χωρίς να σηκώσει αμέσως το κεφάλι, είπε: «Ό,τι χρειάζεται.»
«Για ποιον;»
Την κοίταξε. «Όχι για σένα.»
Εκείνη κράτησε το βλέμμα του ένα δευτερόλεπτο ακόμα. Δεν απάντησε. Ήθελε να πει να σημειωθεί τώρα. Ήθελε να τον αναγκάσει να γράψει το δικό της όνομα, όχι αυτό που είχε στην κάρτα του. Δεν είπε τίποτα. Το νύχι του αντίχειρά της βρήκε το πλάι του δείκτη και πίεσε, ώσπου ένιωσε το τσίμπημα.
Ο άντρας έσπρωξε το χαρτί λίγο στην άκρη, έβγαλε από το ντουλάπι έναν διπλωμένο σωρό ρούχων — παντελόνι, μπλούζα, εσώρουχα, κάλτσες — και τα ακούμπησε στο τραπέζι προσεκτικά, τακτοποιημένα.
«Θα αλλάξεις εδώ.»
Κοίταξε τα ρούχα και μετά εκείνον. «Και τα δικά μου;»
«Μένουν.»
«Θέλω να τα πάρω.»
«Όχι.»
Το είπε πριν τελειώσει εκείνη να τον κοιτάζει. Η απάντηση ήρθε έτοιμη. Αυτό την έκανε να σφίξει τη γνάθο της.
«Δεν έχουν τίποτα.»
«Έχουν διαδρομή.»
Η γυναίκα δίπλα στην πόρτα κούνησε ελάχιστα το κεφάλι προς τα ρούχα. Η φωνή της έμεινε επίπεδη. «Τώρα.»
Δεν κουνήθηκε αμέσως. Έριξε μια ματιά στο μπουφάν της, στο ύφασμα που είχε ξεραθεί σε ορισμένα σημεία, στις άκρες από τα μανίκια, στα γόνατα του παντελονιού. Ήταν τα τελευταία πράγματα που είχαν μείνει από πριν μπουν στην πόλη, από τη λίμνη, από το χώμα, από τη διαδρομή μέσα στο βαν. Από όσα είχαν γίνει, αυτά μπορούσε ακόμη να τα πιάσει.
Σηκώθηκε. Τα δάχτυλά της βρήκαν το τελείωμα της μπλούζας. Σταμάτησαν για μια στιγμή εκεί. Γύρισε το κεφάλι και είδε μόνο τον λευκό τοίχο και τη γυναίκα που περίμενε ανέκφραστη. Δεν υπήρχε παραβάν. Δεν υπήρχε τίποτα να κρύψει την κίνηση από τα μάτια τους. Έβγαλε πρώτα το μπουφάν, ύστερα τα παπούτσια. Το πάτωμα ήταν κρύο μέσα από τις κάλτσες. Μετά τη μπλούζα, το παντελόνι. Δεν τους έδωσε την πλάτη για χάρη τους. Την έδωσε για να μη βλέπει τα πρόσωπά τους.
Τα καθαρά ρούχα μύριζαν σαπούνι και ντουλάπι. Δεν είχαν κανένα σημάδι, καμία φθορά που να ξεχωρίζει, τίποτα που να θυμίζει σώμα άλλου ή δικό της. Τα φόρεσε γρήγορα. Η μπλούζα ήταν λίγο φαρδιά στους ώμους. Το παντελόνι της καθόταν καλύτερα απ’ όσο θα ήθελε.
Μάζεψε τα δικά της ρούχα από το πάτωμα πριν προλάβει η γυναίκα.
Μάζεψε τα δικά της ρούχα από το πάτωμα πριν προλάβει η άλλη να σκύψει. Τα κράτησε διπλωμένα άτσαλα μπροστά της, πιεσμένα στο στήθος.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι χωρίς να την πλησιάσει. «Δώσ’ τα.»
Δεν τα άφησε. «Είπα ότι θέλω να τα πάρω.»
Ο άντρας με τους γκρίζους κροτάφους δεν σήκωσε τη φωνή. Καθόταν ακόμη πίσω από το στενό γραφείο, με το τετράδιο ανοιχτό και το στυλό στο χέρι. «Δεν θα βγουν από εδώ.»
Για μια στιγμή, η Μίρα κοίταξε τη γυναίκα, ύστερα εκείνον. Δεν έβλεπε κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης στα πρόσωπά τους. Η άλλη δεν έδειχνε ενόχληση· περίμενε μόνο την επόμενη κίνηση.
«Θα καταστραφούν;» ρώτησε.
«Δεν σε αφορά», αποκρίθηκε εκείνος.
Η απάντηση ήρθε πάλι αμέσως. Κράτησε τα ρούχα για άλλη μία στιγμή. Τα έδωσε, όχι απαλά. Η γυναίκα τα πήρε χωρίς να αντιδράσει, τα δίπλωσε μία φορά και τα έβαλε σε έναν γκρίζο πλαστικό σάκο κοντά στον τοίχο. Το πλαστικό έτριξε χαμηλά. Ο σάκος ήταν ήδη μισογεμάτος.
Από το γραφείο, σήκωσε το βλέμμα στον δεξί της καρπό. «Το χέρι.»
Πλησίασε το γραφείο και άπλωσε τον καρπό της. Εκείνος έσκυψε λίγο μπροστά. Τα δάχτυλά του δεν την άγγιξαν. Κοίταξε μόνο το δέρμα γύρω από το σημάδι, τη λεπτή κόκκινη γραμμή, εκεί όπου είχε τρίψει περισσότερο.
Έγραψε κάτι.
«Πότε αφαιρέθηκε;»
Για ένα δευτερόλεπτο η ερώτηση έμεινε στον αέρα. Η ανάσα της φρουρού ακουγόταν δίπλα στην πόρτα.
«Στον δρόμο», απάντησε.
«Από ποιον;»
Με το χέρι ακόμη τεντωμένο, απάντησε: «Έσπασε.»
Σήκωσε τα μάτια στο πρόσωπό της. Δεν έδειξε αν την πίστεψε. Έγραψε ξανά. Γύρισε ένα δελτίο από τον σωρό στα δεξιά του. Ήταν λευκό, με μια μπλε λωρίδα στο πάνω μέρος. Δίπλα του υπήρχε ένας μικρός σωρός από άλλα, φθαρμένα στις άκρες, με γραμμές τραβηγμένες πάνω τους.
Έλεγξε κάτι σε μια λίστα, σημείωσε έναν αριθμό και έσπρωξε το δελτίο προς το μέρος της, χωρίς να το αφήσει από τα δάχτυλά του.
«Όνομα.»
Πριν το αγγίξει, κοίταξε το δελτίο, όπου τα μαύρα γράμματα έγραφαν καθαρά: ΑΝΝΑ ΒΑΪΣ.
Δεν μίλησε αμέσως. Άφησε την εντολή να μείνει μαζί με το χαρτί, το δωμάτιο, αυτούς τους δύο που δεν θα επαναλάμβαναν τίποτα δεύτερη φορά αν δεν τους συνέφερε.
Τράβηξε ελάχιστα την κάρτα προς το μέρος της.
Μίλησε πριν χαθεί η στιγμή, με το πλαστικοποιημένο χαρτί σκληρό και κρύο κάτω από τα δάχτυλά της. «Άννα Βάις.»
«Πιο ρητά», ζήτησε.
«Άννα Βάις.»
Εκείνος την άφησε.
Στην κάτω γωνία υπήρχε ένας αριθμός. Δίπλα, μια ημερομηνία. Προσωρινή, σκέφτηκε, χωρίς να ξέρει αν αυτό αφορούσε την κάρτα ή την ίδια. Η κάρτα θα άνοιγε πόρτες· δεν θα την έκανε εκείνη.
Άνοιξε ένα μικρό ντοσιέ και είπε κοφτά: «Διεύθυνση.»
Την είπε ολόκληρη, όπως της την είχαν μάθει στο βαν, χωρίς να κόψει λέξη, χωρίς να ψάξει μέσα της για βοήθεια. Η οδός, ο αριθμός, ο όροφος. Την ήξερε ήδη με τον τρόπο που ήξερε κανείς κάτι που δεν έπρεπε να χαθεί.
«Ξανά.»
Την επανέλαβε.
«Αν σε φωνάξουν;»
Τον κοίταξε. «Γυρίζω μόνο στο όνομα Άννα.»
«Αν σε ρωτήσουν ποια είσαι;»
Τα δάχτυλά της έσφιξαν την κάρτα. «Βάις.»
«Χωρίς καθυστέρηση», τόνισε εκείνος.
«Χωρίς καθυστέρηση.»
Εκείνος την παρατήρησε λίγο παραπάνω. Πήρε μια άλλη κάρτα από το πλάι, την κοίταξε για μια στιγμή και την άφησε στην άκρη, πάνω στον μικρό σωρό με τις άκυρες. Δεν την έσπρωξε προς κανέναν. Εκείνη κοίταξε το χέρι του και μετά τη δική της κάρτα.
Κατάλαβε.
Η γυναίκα απομακρύνθηκε από την πόρτα και στάθηκε πιο κοντά της. Στο χέρι της κρατούσε τώρα ένα λεπτό κορδόνι με διάφανη θήκη. «Θα την περάσεις στον λαιμό.»
Δεν άπλωσε το χέρι.
Μίλησε πρώτος εκείνος. «Θα την έχετε ορατή.»
Άπλωσε τελικά το χέρι και πήρε πρώτα την κάρτα. Το πλαστικό ήταν σκληρό και κρύο. Στην μπροστινή πλευρά, πάνω από τη μπλε λωρίδα, ήταν τυπωμένο το όνομα με καθαρά μαύρα γράμματα, και πιο κάτω ένας αριθμός, πιο δεξιά μια ημερομηνία.
Άννα Βάις.
Το διάβασε χωρίς να κινήσει τα χείλη.
Ο άντρας πρόφερε: «Τώρα.»
Σήκωσε το βλέμμα της.
«Αν σας σταματήσουν στον διάδρομο;»
«Άννα Βάις.»
«Αν σας ρωτήσουν γιατί είστε εδώ;»
Σταμάτησε ένα κλάσμα. Εκείνος το είδε.
«Δεν ξέρω», αποκρίθηκε εκείνη.
«Λάθος.»
Η γυναίκα δεν κουνήθηκε. Ο άντρας έσπρωξε το στυλό λίγο πιο πέρα, τακτικά, παράλληλα με την άκρη του γραφείου.
«Θα πείτε ότι σας έστειλαν επάνω για καταχώριση και σας γυρίζουν κάτω. Τίποτε άλλο. Δεν προσθέτετε τίποτε.»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Πείτε το.»
«Με έστειλαν επάνω για καταχώριση και με γυρίζουν κάτω.»
«Ποια είστε;»
«Άννα Βάις.»
«Αν σας φωνάξουν από πίσω;»
«Γυρίζω μόνο στο Άννα. Για την κάρτα.»
Ο άντρας έγνεψε μία φορά. «Η κάρτα δείχνεται μόνο όταν χρειάζεται. Δεν την αφήνετε στα χέρια κανενός χωρίς να σας τη ζητήσουν. Δεν τη βγάζετε μαζί με κανένα άλλο χαρτί. Και ποτέ με το παλιό σας όνομα.»
Δυο δάχτυλα έσφιξαν την κάρτα πάνω στο στήθος της. «Δεν έχω τίποτε με το παλιό μου όνομα.»
Ο άντρας κοίταξε για μια στιγμή προς τον γκρίζο σάκο και μετά πάλι εκείνη. «Καλύτερα.»
Ακολούθησε το βλέμμα του και είδε πάλι τον σάκο. Το πλαστικό είχε τσακίσει στο δέσιμο. Εκεί μέσα ήταν το παντελόνι της, η μπλούζα, τα εσώρουχα που της είχαν δώσει στο προηγούμενο μέρος, ό,τι φορούσε όταν την έφεραν. Δεν υπήρχε τίποτε χρήσιμο μέσα. Το ήξερε. Παρ’ όλα αυτά, η γεύση του μετάλλου ανέβηκε στο στόμα της.
«Θα τα κρατήσετε;» ρώτησε.
Η γυναίκα μίλησε για πρώτη φορά από όταν της έδωσε το κορδόνι. «Δεν φεύγουν πάνω σας.»
Γύρισε προς το μέρος της. «Το άκουσα πριν.»
«Το ξέρετε.»
«Θέλω να ξέρω αν θα τα κρατήσετε.»
Η γυναίκα αποκρίθηκε: «Δεν.»