Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Capítulo 15 de 16

    Capítulo 15

    Δεν Είμαι Αγνώστου Ταυτότητας

    Μισή ώρα αργότερα, μόνη πια στο μικρό δωμάτιο του δεύτερου ορόφου, η Μίρα στάθηκε μπροστά στην οθόνη που είχαν ανοίξει στον τοίχο κι άκουγε τη δημόσια εκδοχή για ό,τι είχε γίνει στο Chiemsee.

    Μέσα της είχε μείνει η τελευταία λέξη της γυναίκας από πριν: δεν φεύγουν πάνω σας. Ο γκρίζος σάκος είχε φύγει, και μαζί του τα ρούχα της. Στο δωμάτιο είχαν απομείνει ένα μεταλλικό τραπέζι βιδωμένο στον τοίχο, μια καρέκλα, η οθόνη, το χαμηλό βουητό του εξαερισμού και το κορδόνι στον λαιμό της. Η κάρτα χτυπούσε ελαφρά στο στέρνο της κάθε φορά που ανέπνεε πιο βαθιά. Λευκό πλαστικό με μπλε λωρίδα, αριθμό και ημερομηνία: Άννα Βάις.

    Δεν κάθισε. Είχε μείνει όρθια από τη στιγμή που την άφησαν εκεί «για λίγα λεπτά». Ο άντρας με τους γκρίζους κροτάφους είχε πει ότι θα ερχόταν κάποιος να την πάρει κάτω όταν θα ολοκληρωνόταν η καταχώριση. Αν τη σταματούσαν στον διάδρομο, ήξερε τι έπρεπε να πει. Με έστειλαν επάνω για καταχώριση και με γυρίζουν κάτω. Τίποτε άλλο. Άμεση απάντηση. Καμία καθυστέρηση. Καμία δεύτερη σκέψη στο πρόσωπο.

    Στην οθόνη εμφανίστηκε το σήμα της BEA και το πρόσωπο μιας γυναίκας πίσω από ένα γραφείο. Το κάτω μέρος γέμιζε με γραμμές κειμένου που κυλούσαν αργά. Η φωνή ήταν καθαρή, σταθερή, εκπαιδευμένη να μη σηκώνεται και να μη χαμηλώνει. Μίλησε για το περιστατικό στον σταθμό, για πρωτόκολλα ασφαλείας, για περιορισμένη διαταραχή λειτουργίας. Η Μίρα κοίταζε το στόμα της κι όχι τα μάτια της. Τα χείλη πρόφεραν κάθε λέξη χωρίς να σκοντάφτουν πουθενά.

    Συμβάν διαχείρισης κινδύνου.

    Η Μίρα ακούμπησε το χέρι της στο τραπέζι. Τα δάχτυλά της άνοιξαν πάνω στο κρύο μέταλλο. Από την αναμετάδοση το πρόσωπο συνέχισε, με αναφορά σ’ έναν θάνατο. Καμία μνεία στη θυρίδα υπηρεσίας. Καμία μνεία στο φρέαρ. Καμία μνεία στη θύρα που είχε κολλήσει από τη θερμότητα και στο μέταλλο που έκαιγε στα χέρια. Η φωνή μιλούσε για έλεγχο, για ταχεία αντίδραση, για αποτροπή περαιτέρω έκθεσης.

    Όταν έσφιξε τους ώμους της, η κάρτα χτύπησε πάλι πάνω της.

    Κοίταξε τη γραμμή που έτρεχε χαμηλά. Την έχασε στην αρχή και περίμενε να επανέλθει. Ήρθε ξανά.

    Ο Γιόνας Ράιτερ παραμένει υπό κράτηση στον σταθμό.

    Δεν κουνήθηκε καθώς το διάβασε μία φορά. Μετά δεύτερη. Η φωνή της γυναίκας συνέχισε να μιλά για διαχείριση και σταθεροποίηση. Η Μίρα είδε τον Γιόνα πίσω από τη σχισμή της θύρας, το χέρι του περασμένο όσο έφτανε, το σώμα του να τραβιέται πίσω όταν η απομόνωση έκλεισε την εξωτερική ζώνη. Δεν είχε δει σύλληψη. Δεν είχε δει φρουρούς να τον ρίχνουν κάτω. Δεν είχε δει τίποτε μετά που τον έχασε.

    Καθώς διάβαζε «παραμένει υπό κράτηση», το στόμα της άνοιξε χωρίς ήχο.

    Κατάπιε. Η γεύση του μετάλλου ανέβηκε πάλι. Έκανε ένα βήμα προς την οθόνη. Το κορδόνι σύρθηκε στον αυχένα της. Η κάρτα γύρισε και ξαναχτύπησε στο στήθος της.

    Άννα Βάις.

    Της το είχαν βάλει να το πει δυνατά. Να γυρίζει μόνο σ’ αυτό. Να μην εμφανίζει ποτέ την κάρτα μαζί με το παλιό της όνομα. Να μην προσφέρει τίποτε παραπάνω απ’ ό,τι ζητούν. Μέσα στον χώρο μετρούσε μόνο η σωστή απάντηση. Το ήξερε. Το είχε δεχτεί. Το είχε περάσει στον λαιμό της με τα δικά της χέρια.

    Στην εικόνα, η γυναίκα επανέλαβε το «συμβάν διαχείρισης κινδύνου».

    Χαμηλά στην αρχή, προς το πρόσωπο πίσω από το γραφείο, η Μίρα μίλησε.

    «Όχι.»

    Το είπε χωρίς να το σχεδιάσει, αλλά δεν το πήρε πίσω. Πλησίασε κι άλλο. Το πρόσωπό της έφτασε κοντά στο γυαλί. Έβλεπε τώρα το δικό της περίγραμμα πάνω στην εικόνα, κομμένο από το φως του δωματίου. Το χέρι της ανέβηκε στην κάρτα και την έσφιξε μέσα στη γροθιά της. Το πλαστικό πίεσε τα δάχτυλα.

    «Όχι», είπε ξανά, πιο ρητά. «Όχι Άννα Βάις.»

    Άφησε την κάρτα να ξαναπέσει στο στέρνο της.

    Η γυναίκα στην εκπομπή μιλούσε ακόμη. Ο Γιόνας Ράιτερ παραμένει υπό κράτηση στον σταθμό. Η γραμμή περνούσε ξανά.

    Η γραμμή πέρασε ξανά κάτω από το πρόσωπό της και συνέχισε, ήρεμη, με τον ίδιο ρυθμό, με την ίδια καθαρή άρθρωση, με τα ίδια χέρια ακίνητα πάνω στο γραφείο.

    Μπροστά στην οθόνη, άκουσε δύο ακόμη λέξεις χωρίς να τις κρατήσει. Η φωνή πήγαινε μπροστά χωρίς εκείνη· δεν σταμάτησε στο όνομα του Γιόνα, δεν βάρυνε, δεν χαμήλωσε. Το στόμα της γυναίκας σχημάτιζε προτάσεις για διαδικασίες, για αξιολόγηση, για μέτρα που είχαν ληφθεί. Όλα είχαν ήδη μπει σε τάξη· αυτό έβγαινε από τον τόνο της. Όλα είχαν θέση, σειρά, ετικέτα.

    Το χέρι της ανέβηκε πάλι στην κάρτα. Την τράβηξε προς τα έξω ώσπου το κορδόνι τέντωσε και μπήκε στον λαιμό της. Κοίταξε τη λευκή επιφάνεια, τη μπλε λωρίδα, τον αριθμό, την ημερομηνία. Τα μάτια της πήγαν στο όνομα κι έμειναν εκεί.

    Άννα Βάις, τόσο λίγο χρειάστηκε: μια κάρτα. Μια απάντηση στον διάδρομο. Την έστειλαν επάνω για καταχώριση και τη γυρίζουν κάτω. Μόνο αυτό να λέει όταν τη ρωτούν. Να μην πει τίποτε άλλο. Να τη χρησιμοποιήσει για να περάσει, όχι να τη δεχτεί. Να μην ενώσει ποτέ τα δύο ονόματα στο ίδιο στόμα, στο ίδιο βλέμμα, στο ίδιο χαρτί. Να μην αφήσει κανέναν να δει τη ραφή.

    Σήκωσε τα μάτια πάλι στην εικόνα, ενώ η γυναίκα συνέχιζε να μιλά.

    «Υπό κράτηση», ακούστηκε.

    Έγλειψε τα χείλη της. «Υπό κράτηση πού;»

    Δεν περίμενε απάντηση· το ήξερε. Κι όμως το είπε. Το δωμάτιο το άκουσε και της το επέστρεψε μικρότερο. Έκανε άλλο ένα βήμα. Τα γόνατά της βρήκαν το χαμηλό έπιπλο κάτω από την οθόνη. Δεν τραβήχτηκε, και η αναπνοή της βγήκε κοφτή.

    «Έμεινε πίσω», είπε, κοιτώντας το πρόσωπο της γυναίκας. «Αυτό ήταν το μόνο βέβαιο.»

    Στην εκπομπή άλλαξε η γραμμή στο κάτω μέρος. Ήρθε άλλη πρόταση. Άλλη διατύπωση. Το Chiemsee αναφέρθηκε πάλι, και μετά η ίδια φράση, άψογη, χωρίς παύση.

    Συμβάν διαχείρισης κινδύνου.

    Τίναξε το κεφάλι.

    «Όχι.» Τώρα η φωνή της βγήκε δυνατότερα. «Όχι, δεν θα το πείτε έτσι.»

    Η κάρτα χτύπησε πάλι στο στήθος της καθώς άφησε το κορδόνι. Σήκωσε το ένα χέρι στο γυαλί, άγγιξε με τα δάχτυλα την άκρη του προσώπου στην εικόνα, εκεί όπου το φως του στούντιο έκοβε το περίγραμμα του μάγουλου.

    «Δεν ήταν συμβάν.» Τα δόντια της έσφιξαν στη λέξη. «Δεν ήταν διαχείριση. Δεν ήταν δικός σας κίνδυνος.»

    Σταμάτησε μόνο για να πάρει αέρα. Από το τέντωμα του κορδονιού, ο λαιμός της πονούσε. Το έβγαλε από το κεφάλι της με μια απότομη κίνηση. Τα μαλλιά της πιάστηκαν για λίγο στο πλαστικό κούμπωμα. Τράβηξε πιο δυνατά, και η κάρτα έμεινε στο χέρι της.

    Την κοίταξε ξανά.

    Άννα Βάις.

    Τα δάχτυλά της λύγισαν στις άκρες της κάρτας ώσπου το πλαστικό έτριξε, μα δεν έσπασε. Το είχε πει για την οθόνη, για το βαν, για την πόρτα χωρίς αριθμό. Για το βλέμμα στον έλεγχο εισόδου. Για τη στιγμή που άνοιξε το στόμα της και είπε αμέσως το ξένο όνομα, χωρίς στάση, χωρίς αντίσταση, επειδή έτσι περνούσε μέσα. Το είπε για να ανοίξει η πόρτα. Όχι για να γίνει δικό της.

    Στην αναμετάδοση η γυναίκα χαμήλωσε τα μάτια σε χαρτιά που δεν φαίνονταν. Ύστερα τα σήκωσε πάλι και συνέχισε.

    Ένα σύντομο τράνταγμα πέρασε από το στομάχι της. Ο Γιόνας πέρασε μπροστά της όχι ως πρόσωπο σε ανακοίνωση, αλλά στη θύρα, με το χέρι του στην καυτή άκρη και τη φωνή του κομμένη από το μέταλλο. Η ώθηση που της έδωσε. Ο χώρος που της άνοιξε με το σώμα του. Δεν θα περιμένει κανείς στη λίμνη. Δεν έχει βάρκα, δεν έχει όχημα, δεν έχει δεύτερη έξοδο. Μόνο το πέρασμα και μετά το πρώτο φράγμα.

    Τώρα μια γυναίκα καθόταν σε γραφείο κι έλεγε ότι παραμένει υπό κράτηση στον σταθμό.

    Κούνησε το κεφάλι μία φορά, αργά.

    «Δεν θα με βγάλετε κι εμένα από εκεί έτσι.»

    Τα μάτια της έπεσαν στην κάρτα στο χέρι της. Την έφερε μπροστά στην οθόνη, δίπλα στο πρόσωπο της γυναίκας. Λευκό πλαστικό και προσεγμένο μακιγιάζ στο ίδιο κάδρο.

    Για λίγα δευτερόλεπτα την κράτησε εκεί, στο ύψος των ματιών της, ώσπου η μπλε λωρίδα και το τυπωμένο όνομα να κόβουν στα δύο το πρόσωπο της εκφωνήτριας. Καθαρή και σταθερή, η φωνή συνέχιζε, με εκείνη τη μικρή παύση πριν από κάθε επόμενο στοιχείο, την παύση που έδινε βάρος στη σειρά των λέξεων κι έσβηνε ό,τι έμενε απ’ έξω.

    «…ο κρατούμενος Γιόνας Ράιτερ παραμένει στον σταθμό μέχρι την ολοκλήρωση της εσωτερικής αξιολόγησης. Οι έρευνες για τη δεύτερη εμπλεκόμενη, αγνώστου ταυτότητας γυναίκα, βρίσκονται σε εξέλιξη…»

    Ακινητοποιήθηκε.

    Καθαρά, με όνομα και επώνυμο, ειπώθηκε το όνομά του. Χωρίς δισταγμό. Χωρίς κενό. Χωρίς εκείνη την ουδέτερη λέξη που άφηναν για τους άλλους όταν ήθελαν να τους κάνουν αριθμό. Παρέμενε στον σταθμό.

    Ζωντανός.

    Τα δάχτυλά της έσφιξαν τόσο δυνατά την κάρτα, που η άκρη της μπήκε στη σάρκα του αντίχειρά της. Δεν την άφησε. Το στήθος της ανέβηκε απότομα κι έμεινε για μια στιγμή γεμάτο, χωρίς να βγει αέρας. Έκλεισε τα μάτια, μία μόνο στιγμή, κι είδε τη σχισμή της θύρας, το μέταλλο, το χέρι του, το σώμα του να περνά μέσα από άνοιγμα που δεν χωρούσε άνθρωπο χωρίς πόνο. Ύστερα τα άνοιξε πάλι και κοίταξε την οθόνη.

    Ζωντανός, σκέφτηκε. Κρατούμενος.

    Μαζί με την πρώτη λέξη ήρθε μια απότομη χαλάρωση στα γόνατά της. Η δεύτερη την ίσιωσε αμέσως ξανά. Έφερε την κάρτα πιο κοντά στο γυαλί. Διάβασε το ξένο όνομα άλλη μία φορά, αργά, με προσοχή, για να το θυμάται μόνο όσο χρειαζόταν για να περάσει.

    Μπροστά στο όνομα Άννα Βάις, το στόμα της άνοιξε.

    «Όχι.»

    Στην εκπομπή περνούσαν διαδικασίες, πρωτόκολλα ασφαλείας, προσωρινά μέτρα στην περιοχή του Chiemsee. Η λέξη κρατούμενος δεν επαναλήφθηκε αμέσως. Δεν χρειαζόταν. Είχε ήδη ειπωθεί. Είχε περάσει μέσα της κι είχε σταθεί. Δεν μπορούσε πια να γυρίσει πίσω στη νύχτα της αβεβαιότητας. Δεν μπορούσε να κρατά και τις δύο πιθανότητες μαζί. Τώρα ήξερε, ενώ η αναμετάδοση ήξερε μόνο το μισό.

    Έστρεψε λίγο την κάρτα. Το φως έπεσε στην πλαστικοποίηση. Ο αριθμός και η ημερομηνία φάνηκαν για μια στιγμή πιο έντονα. Την είχαν ντύσει με αυτά, την είχαν βάλει να περάσει με αυτά, την είχαν διδάξει πότε να τα δείξει και πότε να τα κρύψει. Μόνο όταν σου ζητηθεί. Θα πεις ότι σε έστειλαν επάνω για καταχώριση και σε γυρίζουν κάτω. Λόγια έτοιμα για στόμα που δεν θα μιλούσε για τον εαυτό του. Για την είσοδο μόνο. Όχι για εκείνη.

    Κοίταξε τη γυναίκα στην οθόνη και είπε, χαμηλά στην αρχή:

    «Δεν είμαι αυτή.»

    Τα λόγια της χάθηκαν κάτω από τη μετάδοση. Έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Στεκόταν τώρα τόσο κοντά, ώστε έβλεπε τη γραμμή των εικονοστοιχείων στο δέρμα της εκφωνήτριας και τη σκόνη στη γωνία του πλαισίου.

    «Δεν είμαι αυτή», είπε ξανά, πιο δυνατά.

    Η κάρτα στο χέρι της έτρεμε. Η πίεση είχε μαζευτεί ώρες, μέρες, σε όλα τα σημεία όπου της είχαν ζητήσει να μπει σιωπηλή, να υπογράψει, να σταθεί, να περάσει, να περιμένει, να δεχτεί όνομα, θάλαμο, διαδικασία, εξήγηση, χωρίς να ακουστεί η δική της πρόταση ολόκληρη. Το θυμήθηκε ακριβώς, με τη σειρά που το είχε πει τότε, μπροστά σε ανθρώπους που κατέγραφαν τα πάντα εκτός από αυτό που όφειλαν.

    Με το όνομα Μίρα Χάρτμαν, εισερχόταν υπό πίεση. Να σημειωθεί τώρα.

    Κοφτή, η ανάσα της βγήκε από τη μύτη. Η κάρτα κατέβηκε λίγο. Την κοίταξε πάλι. Το λευκό πλαστικό δεν είχε τίποτε από εκείνη. Ούτε στα γράμματα ούτε στον αριθμό ούτε στην ημερομηνία. Μόνο η σιωπή της αγοραζόταν με αυτό. Μόνο αυτό.

    «Ακούς;» είπε προς την οθόνη.

    Καθώς διάβαζε, η εκφωνήτρια έγερνε ελάχιστα το κεφάλι της. Στο κάτω μέρος περνούσε ταινία με επίσημους όρους και ώρες ενημέρωσης. Καμία λέξη δεν σταματούσε για να την ακούσει.

    Έφερε την κάρτα στο ύψος του ώμου της και την έσφιξε με όλη τη δύναμη του χεριού της.

    «Δεν είμαι η Άννα Βάις.»

    Το είπε καθαρά.

    Το είπε καθαρά. Το όνομα έμεινε μέσα στο δωμάτιο και δεν άλλαξε τίποτα στο πρόσωπό της.

    Με τον ίδιο ρυθμό και το ίδιο σταθερό πρόσωπο συνέχισε η εκφωνήτρια. Μιλούσε για το περιστατικό στο Chiemsee, για διαδικασίες ελέγχου, για προσωρινά μέτρα, για συνεργασία υπηρεσιών. Ύστερα γύρισε πάλι στο ίδιο σημείο, με άλλη σειρά λέξεων, με άλλη σύνταξη, και πάλι με το ίδιο νόημα. Ο Γιόνας Ράιτερ παραμένει υπό κράτηση στον σταθμό.

    Χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια, η Μίρα έσφιγγε ακόμη την κάρτα στο χέρι. Την είχε για να περνά, όχι για να γίνει αυτό το όνομα. Άκουσε μόνο αυτό: το όνομά του. Το επώνυμό του. Καθαρό, ολόκληρο, δημόσιο. Ζωντανός. Κρατούμενος. Εκεί. Υπαρκτός για εκείνους, επειδή τον είχαν δεμένο μέσα στη δική τους πρόταση.

    Για ένα χτύπημα η ανάσα της κόλλησε και βγήκε απότομα.

    Ζωντανός.

    Το στόμα της άνοιξε λίγο, αλλά δεν βγήκε λέξη. Τον είδε πάλι σκυμμένο στη στενή θύρα, με τον ώμο και την πλάτη σφηνωμένα, το πρόσωπό του τραβηγμένο από την προσπάθεια. Τον είδε να της λέει να περάσει. Τον είδε να μένει από την άλλη πλευρά όταν εκείνη βγήκε έξω. Δεν χρειαζόταν να κλείσει τα μάτια για να το δει. Ήταν μπροστά της, μαζί με την οθόνη, μαζί με τη γυναίκα που μιλούσε για διαχείριση κινδύνου.

    Καθώς η εικόνα συνεχιζόταν, η εκφωνήτρια ανέφερε δεύτερη εμπλεκόμενη γυναίκα αγνώστου ταυτότητας.

    Μία μόνο φορά κούνησε η Μίρα το κεφάλι, μικρά, κοφτά.

    «Όχι.»

    Στην εικόνα, η εκφωνήτρια προχώρησε στην επόμενη πρόταση.

    «Όχι.»

    Η λέξη βγήκε πιο δυνατά. Η Μίρα άφησε την κάρτα να χτυπήσει στο στήθος της κι έπιασε το κορδόνι με τα δύο χέρια. Το τράβηξε από τον λαιμό της με απότομη κίνηση. Το πλαστικό έγδαρε το δέρμα της κάτω από το σαγόνι. Ο κρίκος αντιστάθηκε για μια στιγμή και μετά έδωσε. Η κάρτα έμεινε στο χέρι της, το κορδόνι μισοκομμένο, στραβό.

    Όταν την κοίταξε ξανά, είδε λευκή επιφάνεια, μπλε λωρίδα, Άννα Βάις, αριθμό, ημερομηνία.

    «Δεν είμαι αγνώστου ταυτότητας», είπε.

    Στην αναμετάδοση η εικόνα δεν άλλαξε. Παρέμενε υπό κράτηση στον σταθμό.

    Τώρα το όνομά του τη χτύπησε αλλιώς, όχι μόνο επειδή ζούσε. Όχι μόνο επειδή εκείνος είχε μείνει πίσω. Επειδή τον έλεγαν. Επειδή τον έβαζαν μέσα στην ανακοίνωση και της άφηναν εκείνη το υπόλοιπο. Δεύτερη γυναίκα. Αγνώστου ταυτότητας. Τέσσερις λέξεις για να μην υπάρχει πρόσωπο, να μην υπάρχει ιστορία, να μη χρειαστεί κανείς να πει ποια βγήκε έξω ενώ εκείνος έμεινε μέσα.

    Έσκυψε κι άφησε την κάρτα στο τραπέζι μόνο και μόνο για να τη σπρώξει αμέσως με την παλάμη της. Η κάρτα γλίστρησε στην επιφάνεια, χτύπησε στη βάση της οθόνης κι έπεσε κάτω. Δεν την κοίταξε.

    «Με ακούς;» είπε στην εκφωνήτρια.

    Η γυναίκα στην εκπομπή έστρεψε ελάχιστα τα μάτια της στο κείμενο που διάβαζε. Η ταινία στο κάτω μέρος συνέχισε να κυλά. Ώρες, δελτία, παραπομπές, υπηρεσιακοί τίτλοι, ενώ η Μίρα έβαλε τα δύο χέρια στο τραπέζι κι έγειρε προς τα μπρος.

    «Εγώ ήμουν εκεί.»

    Το είπε και το δωμάτιο έμεινε ίδιο, κλειστό, στενό. Η οθόνη έβγαζε το ίδιο ψυχρό φως. Από κάπου πίσω από τον τοίχο πέρασε ένας σωλήνας με βουβό μεταλλικό ήχο. Κανείς δεν απάντησε.

    Της ήρθε ξανά εκείνη η παλιά φράση, όχι ως ανάμνηση αλλά ως κάτι που ανέβηκε έτοιμο. Δεν είμαι πρόβλημα χώρου ούτε συνεργασία στον χώρο. Δεν είμαι σημείωση. Τα χείλη της κινήθηκαν πριν μιλήσει.

    «Δεν θα κάτσω εδώ για να αποφασίσετε πώς γράφεται αυτό.»

    Η εκφωνήτρια μίλησε ξανά για τα μέτρα ασφαλείας στην περιοχή και για τη συνεχιζόμενη κράτησή του. Το όνομά του βγήκε δεύτερη φορά, καθαρά, με την ίδια τάξη, με την ίδια άδεια βεβαιότητα.

    Αργά, η Μίρα ίσιωσε. Τα χέρια της έφυγαν από το τραπέζι. Το δεξί της έκλεισε κι άνοιξε μία φορά. Οι αρθρώσεις είχαν ασπρίσει. Το αριστερό της χέρι έμεινε χαμηλά, άδειο. Κοίταξε το είδωλό της αμυδρά πάνω στο γυαλί της οθόνης, κομμένο από το

    γυαλί, κομμένο από το τρεμάμενο φως του δελτίου και τη λωρίδα των λέξεων που περνούσαν από κάτω.

    Χωρίς ανάσα που να ακούγεται και χωρίς δισταγμό, η εκφωνήτρια συνέχισε: ο σταθμός, το περιστατικό, η έρευνα, η κράτηση, η δεύτερη εμπλεκόμενη γυναίκα αγνώστου ταυτότητας.

    Πάλι, η Μίρα άκουσε τη φράση ολόκληρη. Αυτή τη φορά δεν στάθηκε στο τέλος της. Στάθηκε στη μέση, στην εμπλεκόμενη γυναίκα αγνώστου ταυτότητας. Την πήραν από εκεί που είχε περάσει, από τη θύρα, από τον διάδρομο, από το μέταλλο που της έκαψε τις παλάμες, από τη φωνή του Γιόνα πίσω της, και την έκαναν αυτό: μια θέση μέσα σε πρόταση, όχι πρόσωπο.

    Στο πάτωμα, δίπλα στο πόδι του τραπεζιού, η κάρτα είχε πέσει με τη λευκή πλευρά προς τα πάνω. Η μπλε λωρίδα έκοβε το οπτικό πεδίο της. Άννα Βάις, ο αριθμός και η ημερομηνία. Το κορδόνι είχε μισοτυλιχτεί κάτω από τη μία γωνία.

    Δεν έσκυψε να την πιάσει. Δεν χρειαζόταν να τη διαβάσει ξανά. Την είχε κρατήσει για να περάσει τη θύρα, όχι για να τη φορέσει πάνω της. Το όνομα είχε ήδη μπει πάνω της από ξένα χέρια, με τον ίδιο ήρεμο τρόπο που τώρα η φωνή από την οθόνη την έσβηνε.

    «Όχι», είπε.

    Η λέξη βγήκε χαμηλά. Κι η εκπομπή συνέχισε.

    Για τρίτη φορά άκουσε το όνομα του Γιόνα. Καθαρό, ακέραιο: Γιόνας Ράιτερ, υπό κράτηση στον σταθμό.

    Ζωντανός.

    Το ένιωσε πρώτα εκεί, μέσα στην οργή, ως κάτι που δεν χωρούσε μαζί της και όμως ήταν εκεί. Δεν είχε πεθάνει στη θύρα. Δεν είχε μείνει πεσμένος πίσω από το μέταλλο. Δεν είχε χαθεί στο κλείσιμο· τον κρατούσαν ζωντανό. Το στήθος της ανέβηκε απότομα κι έμεινε για μια στιγμή ψηλά. Κατέβηκε δύσκολα, καθώς σήκωνε το βλέμμα στην οθόνη.

    «Πες το τότε», είπε. «Πες και το δικό μου».

    Πάνω στον στενό τοίχο χτύπησε η φωνή της και γύρισε πίσω μικρότερη. Κανένα πρόσωπο δεν άλλαξε στην οθόνη. Τα χείλη της γυναίκας συνέχισαν να κινούνται με την ίδια ρυθμισμένη τάξη. Η ταινία στο κάτω μέρος έτρεχε ασταμάτητα, με παραπομπές, ώρες μετάδοσης, κωδικούς συμβάντος. Η λίμνη δεν ήταν εκεί μέσα. Ο διάδρομος δεν υπήρχε. Το νερό, το σύρμα, οι στύλοι, το γκρίζο φως έμεναν έξω. Υπήρχε μόνο το κείμενο που άφηνε έξω ό,τι δεν υπηρετούσε τη σειρά του.

    Από τη μύτη της τράβηξε μια ανάσα. Ξανά, το δεξί της χέρι έκλεισε.

    «Δεν είμαι η Άννα Βάις».

    Το είπε καθαρά, προς την οθόνη, προς τον τοίχο πίσω της, προς όποιον είχε γράψει την κάρτα και προς όποιον είχε γράψει την ανακοίνωση. Κοίταξε κάτω, στην πλαστικοποιημένη λευκή επιφάνεια, και με μια κίνηση του ποδιού την έσπρωξε κοντά της. Έσκυψε, την άρπαξε και την κράτησε μπροστά στο πρόσωπό της.

    Άννα Βάις.

    Την είχε δεχτεί στο χέρι της για λίγα μέτρα και μια θύρα. Στο στόμα της δεν θα έμπαινε.

    Οι άκρες της κάρτας λύγισαν κάτω από τα δάχτυλά της. Το πλαστικό αντιστάθηκε πρώτα. Έδωσε λίγο. Έβαλε και το άλλο χέρι, έπιασε τη μία πλευρά με τον αντίχειρα και τον δείκτη και τράβηξε αντίθετα. Το κορδόνι έσφιξε για μια στιγμή στον καρπό της, ύστερα γλίστρησε. Η κάρτα τσάκισε στη μέση. Δεν κόπηκε αμέσως. Τη δίπλωσε πιο δυνατά, μέχρι που ακούστηκε ένα ξερό ράγισμα στο πλαστικό. Τράβηξε ξανά. Η λευκή επιφάνεια άνοιξε στα δύο, η μπλε λωρίδα διακόπηκε, το όνομα χάθηκε στο σκίσιμο.

    Άφησε τα κομμάτια να πέσουν.

    Έπεσαν δίπλα στο πόδι της, ελαφρά, χωρίς αρκετό βάρος για θόρυβο που να κρατήσει.

    Από την οθόνη ακούστηκε ξανά: «δεύτερη εμπλεκόμενη γυναίκα αγνώστου ταυτότητας».

    Έκανε ένα βήμα μπροστά, καθώς το τραπέζι πίεσε τους μηρούς της. Έβαλε τις παλάμες στην άκρη του. Έσκυψε τόσο, ώστε το πρόσωπό της βρέθηκε κοντά στο γυαλί.

    «Μίρα Χάρτμαν», είπε.

    Σταμάτησε για μια ανάσα, ενώ η γνάθος της σφίχτηκε.

    Δεν χτυπούσε το γυαλί για το δελτίο. Χτυπούσε ό,τι είχε μαζευτεί πάνω της από τότε που της πέρασαν το κορδόνι στον λαιμό και της είπαν ποια θα είναι.

    «Λέγομαι Μίρα Χάρτμαν».

    Η γυναίκα στην οθόνη συνέχισε να διαβάζει. Μίλησε πιο δυνατά.

    «Μίρα Χάρτμαν».

    Η λέξη Χάρτμαν χτύπησε καθαρά στο δωμάτιο. Την άκουσε η ίδια όπως δεν την είχε ακούσει από τότε που την έφεραν εκεί μέσα και της πέρασαν το κορδόνι στον λαιμό.

    Τίποτα στην ανακοίνωση δεν άλλαξε.

    Στην οθόνη, η γυναίκα κράτησε τον ίδιο τόνο, την ίδια στάση του κεφαλιού, την ίδια παύση πριν από τα κύρια ονόματα, κι ανέφερε πάλι ότι ο Γιόνας Ράιτερ παραμένει υπό κράτηση στον σταθμό έως την ολοκλήρωση της εσωτερικής αξιολόγησης. Ύστερα συνέχισε με την ίδια καθαρή άρθρωση: «Αναζητείται άλλη εμπλεκόμενη γυναίκα, αγνώστου ταυτότητας».

    Έμεινε ακίνητη μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Τα δάχτυλά της πίεσαν την άκρη του τραπεζιού τόσο δυνατά, ώστε άσπρισαν στις αρθρώσεις. Έγειρε λίγο πιο κοντά. Στο μαύρο πλαίσιο της οθόνης έβλεπε τη δική της μορφή, σπασμένη από το φως της μετάδοσης: το μέτωπο, τη μύτη, το στόμα της μισό πάνω στο πρόσωπο της εκφωνήτριας, με το φως να της καίει τα μάτια.

    «Όχι», ψιθύρισε.

    Στην αρχή η λέξη βγήκε χαμηλά. Κατάπιε και ξαναμίλησε.

    «Όχι. Εγώ είμαι η Μίρα Χάρτμαν.»

    Η κάρτα την είχε περάσει μέσα από πόρτες. Δεν την έκανε εκείνη.

    Ύστερα η εκφωνήτρια προχώρησε στο επόμενο τμήμα, με αναφορά σε περιορισμό πρόσβασης, σε τεχνικό συμβάν, σε προσωρινή αναστολή διαδρομών, ενώ το φως της οθόνης της σκλήραινε το βλέμμα. Καμία λέξη δεν έσπασε. Καμία συλλαβή δεν γύρισε προς το δωμάτιο. Ο βόμβος της συσκευής έμενε σταθερός, λεπτός και επίμονος.

    Τράβηξε το ένα χέρι από το τραπέζι και το σήκωσε μπροστά στην οθόνη, με ανοιχτή παλάμη, όμως δεν μπορούσε να τη σταματήσει έτσι. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Τα κράτησε τεντωμένα μέχρι που άρχισαν να πονούν. Το δελτίο από το ηχείο πέρασε μέσα από το χέρι της και συνέχισε.

    Το όνομα του Γιόνα Ράιτερ ακούστηκε πάλι ολόκληρο, όνομα και επίθετο. Καθαρά. Δημόσια. Χωρίς αμφιβολία.

    Έκλεισε την παλάμη της σε γροθιά και την άφησε να πέσει δίπλα στο σώμα της. Το στήθος της ανέβαινε και κατέβαινε γρήγορα. Έκανε μισό βήμα πίσω για να τη δει καλύτερα. Το πρόσωπο της εκφωνήτριας, το λογότυπο στη γωνία, η γραμμή κειμένου στο κάτω μέρος, όλα ήταν στη θέση τους, ψυχρά κι επίπεδα μπροστά στα μάτια της. Η δική της θέση δεν υπήρχε πουθενά.

    Κοίταξε κάτω.

    Τα κομμάτια της κάρτας ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα, δίπλα στο παπούτσι της. Το ένα έδειχνε μισή μπλε λωρίδα και την άκρη ενός αριθμού. Στο άλλο έμενε μόνο το τέλος της ημερομηνίας. Το κορδόνι είχε πέσει λοξά, μπερδεμένο ανάμεσά τους.

    Τη χρησιμοποίησε. Την έσπασε. Το όνομα έμενε έξω από εκείνα τα πλαστικά κομμάτια.

    Σήκωσε πάλι το κεφάλι.

    «Άκουσέ με», απαίτησε από την οθόνη.

    Εκείνη συνέχισε να μιλά. Η θερμότητα από τη μικρή συσκευή, το κλειστό δωμάτιο, η ανάσα της που γύριζε πάνω της, της έκαιγαν το πρόσωπο. Δεν υπήρχε αρκετός αέρας εκεί μέσα. Η καρέκλα στον τοίχο, το τραπέζι, το καλώδιο που κατέβαινε πίσω από τη συσκευή — όλα ήταν μικρά και τακτοποιημένα, έτοιμα να δεχτούν οτιδήποτε εκτός από αντίρρηση.

    «Δεν είμαι άγνωστη.»

    Το είπε αργά, με τα δόντια σχεδόν κλειστά.

    «Δεν είμαι η δεύτερη γυναίκα. Δεν λέγομαι Άννα Βάις.»

    Η φράση χτύπησε μέσα στο δωμάτιο κι έμεινε. Η οθόνη δεν έκανε τίποτα μ’ αυτήν. Η εκφωνήτρια επανέλαβε το δελτίο από την αρχή, ενώ η ξηρή θερμότητα του δωματίου της κόλλαγε στο δέρμα, κι η μουσική εισαγωγή κράτησε δύο δευτερόλεπτα πριν η εικόνα σταθεροποιηθεί ξανά στο ίδιο κάδρο.

    «Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση του BEA...»

    Το σαγόνι της πονούσε από το σφίξιμο. Έγλειψε τα χείλη της. Είχαν στεγνώσει. Έφερε το πρόσωπό της τόσο κοντά, ώστε σχεδόν άγγιξε το γυαλί με τη μύτη της.

    «Πες το», απαίτησε.

    Η εκφωνήτρια ανέφερε: «Ο Γιόνας Ράιτερ—»

    «Πες το δικό μου.»

    Δεν ακούστηκε τίποτε άλλο πέρα από τη δική της φωνή και από το δελτίο. Για μια στιγμή στάθηκε έτσι, με τους ώμους μπροστά, τα γόνατα τεντωμένα, όλο το βάρος ριγμένο προς την οθόνη. Δεν χτυπούσε από οργή μόνο. Κάθε φορά που άφηνε άλλους να την ονομάζουν, κάτι δικό της έμενε πίσω. Τράβηξε απότομα το δεξί της χέρι προς τα πίσω.

    Η πρώτη κίνηση δεν έπεσε πάνω στο γυαλί. Σταμάτησε μισή ανάσα πριν. Το χέρι της έμεινε αιωρούμενο, η γροθιά σφιγμένη, οι τένοντες στον καρπό τραβηγμένοι. Άκουσε πάλι: «άλλη εμπλεκόμενη γυναίκα, αγνώστου ταυτότητας».

    Τότε χτύπησε.

    Η γροθιά της βρήκε το κέντρο της οθόνης.

    ¿Quieres escribir el tuyo?

    Cada libro de esta página fue producido con SYMBAN. Si tienes una historia en la cabeza, pruébalo.

    Empieza gratis