Capítulo 16
Η Γραμμή της Bek
Η φωνή της εκφωνήτριας κόπηκε πίσω από μια μεταλλική πόρτα που έκλεισε με σύρτη, καθώς την τραβούσαν έξω από το μικρό δωμάτιο με την οθόνη και την περνούσαν σε άλλη αυλή. Στη θέση της φωνής μπήκαν άλλοι ήχοι: βήματα πάνω σε τσιμέντο, ένα καρότσι που έτριζε, χαμηλές κουβέντες που έσβηναν μόλις τις πλησίαζαν. Με την άκρη του ματιού της έπιασε κουρτίνες να σαλεύουν στα παράθυρα. Κρατούσε το δεξί της χέρι κλειστό. Τα κόκαλα στον καρπό πονούσαν από το χτύπημα. Στο δέρμα, λίγο πιο μέσα, το μελάνι είχε ανοίξει από τον ιδρώτα, αλλά διαβαζόταν ακόμη: Διακοπή, Μετατόπιση, Σφράγιση.
Η Λίνα περπατούσε μπροστά χωρίς να γυρίσει να τη δει, έκοβε αριστερά, περνούσε κάτω από σκάλες κι ανάμεσα από απλωμένα σύρματα χωρίς να επιβραδύνει. Δύο φορές μια πόρτα άνοιξε πριν καν φτάσουν. Κάποιος είχε ήδη ειδοποιηθεί. Σε ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου, μια γυναίκα σήκωσε την κουρτίνα με δύο δάχτυλα, την κοίταξε για μια στιγμή και την άφησε να πέσει. Σε μια γωνία, δίπλα σε στοίβες από τελάρα, ένας άντρας με γκρίζο φούτερ ακούμπησε στον τοίχο και παραμέρισε μόνο όσο χρειαζόταν. Τα μάτια του έμειναν πάνω της μέχρι να περάσει.
Δεν ήταν χώρος κρυψώνας. Ήταν χώρος ελέγχου. Το έβλεπε στον τρόπο που κανείς δεν ρωτούσε και που όλοι μετρούσαν.
Μπροστά σε μιαν άλλη πόρτα χωρίς αριθμό, η Λίνα στάθηκε και την άνοιξε. Μέσα δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει καταφύγιο. Ένα τραπέζι, τέσσερις καρέκλες, ένας νεροχύτης, ένα ράφι με κονσέρβες, μια μικρή οθόνη ψηλά στη γωνία με τον ήχο κλειστό. Στο τραπέζι κάθονταν ήδη τρεις άνθρωποι. Ένας λεπτός άντρας με καθαρά κομμένα νύχια και μανίκια διπλωμένα ακριβώς στον πήχη. Μια γυναίκα κοντοκουρεμένη, με επίδεσμο στον αντίχειρα. Ένας νεότερος με πρόσωπο που δεν έμενε ακίνητο ούτε όταν δεν μιλούσε. Όταν μπήκαν, κανείς δεν σηκώθηκε.
Δίπλα στην πόρτα στάθηκε η Λίνα.
Έδειξε την άδεια καρέκλα απέναντι. «Κάτσε».
Κάθισε.
Ο λεπτός άντρας έριξε μια ματιά στο χέρι της. «Έσπασες την οθόνη;»
Δεν απάντησε.
«Ρώτησα κάτι σαφές», παρατήρησε εκείνος.
«Τη χτύπησα».
«Γιατί;»
Πριν προλάβει εκείνη, μίλησε η Λίνα. «Δεν έχει σημασία».
«Έχει», αντέτεινε η κοντοκουρεμένη. «Αν δεν μπορεί να κρατήσει τα χέρια της όταν ακούει δελτίο, έχει».
Έστρεψε τα μάτια προς τη μικρή οθόνη στον τοίχο. Χωρίς ήχο, έδειχνε πρόσωπα, τίτλους, ταινία κάτω από την εικόνα. Δεν μπορούσε να διαβάσει από τη θέση της.
Ο νεότερος ακούμπησε τους αγκώνες στο τραπέζι. «Την είδαν;»
«Αρκετά», απάντησε η Λίνα.
«Εδώ μέσα ή έξω;»
«Και τα δύο».
Σιωπή. Η παλάμη της ίδρωσε. Άνοιξε τα δάχτυλα κάτω από το τραπέζι και τα ξανάκλεισε. Διακοπή, Μετατόπιση, Σφράγιση. Όχι για χέρια τώρα. Για πρόσωπο, φωνή, λάθος λέξη.
Ο λεπτός άντρας τη ρώτησε: «Πώς σε λένε;»
Η απάντηση βγήκε αμέσως. «Άννα Βάις».
Ο νεότερος κούνησε το κεφάλι. «Πολύ γρήγορα».
«Αυτό ήταν το ζητούμενο», αποκρίθηκε η Λίνα.
«Ή πολύ μελετημένο», επέμεινε εκείνος.
Η Μίρα την κοίταξε, αλλά δεν πήρε τίποτα από το πρόσωπό της. Ούτε στήριξη ούτε προειδοποίηση.
Η κοντοκουρεμένη έσπρωξε ένα ποτήρι νερό προς το μέρος της. «Πού γεννήθηκες, Άννα;»
Το είχε μάθει. Η οδός, ο ταχυδρομικός κώδικας, το έτος, η πόλη. Τα είχε πει στο βαν μέχρι να πάψουν να έχουν ήχο και να γίνουν σειρά. Τα είπε πάλι, σταθερά. Όταν τελείωσε, η γυναίκα δεν έγνεψε καν.
«Και πριν από τρεις μέρες πού ήσουν;»
Κράτησε μια ανάσα και την άφησε αργά. «Στο διαμέρισμα της αδελφής μου στο Spandau».
«Όνομα αδελφής;»
Το είπε.
«Δεν έχει αδελφή», πετάχτηκε ο νεότερος. «Το ξέρεις και το ξέρω. Θέλω να δω αν το στομάχι της θα γυρίσει όταν μιλήσει».
Ακούμπησε τις άκρες των δαχτύλων στο τραπέζι. «Το BEA διακινεί ήδη το πρόσωπό σου ως αγνώστου ταυτότητας. Αν μείνεις εδώ, θα πάρεις νέο όνομα, θα κινείσαι όπως θα σου λένε και θα χρωστάς σε ανθρώπους που δεν σε εμπιστεύονται. Αν φύγεις, βγαίνεις μόνη σου στον δρόμο και θα σε μαζέψουν μέσα σε ώρες».
Γύρισε προς αυτήν. «Διάλεξε τώρα».
Η Μίρα γύρισε προς εκείνον. «Δεν θα σου δώσω το παλιό μου όνομα για να ελέγξεις το στομάχι μου».
«Δεν θα σου δώσω το παλιό μου όνομα για να ελέγξεις το στομάχι μου.»
Ο νεότερος ακούμπησε πίσω στην καρέκλα κι άφησε ένα μικρό, κοφτό γέλιο από τη μύτη του, που χάθηκε αμέσως. Ο λεπτός άντρας δεν γέλασε. Κράτησε το χαρτί με την εικόνα της μισοσηκωμένο, με δύο δάχτυλα στη γωνία, και την κοίταξε πάνω από αυτό.
Η κοντοκουρεμένη πήρε το ποτήρι που είχε σπρώξει προς το μέρος της και το τράβηξε πάλι κοντά της. «Δεν σου ζήτησε κανείς να μας δώσεις τίποτα από γενναιοδωρία.»
Η Μίρα έστρεψε το βλέμμα στη Λίνα. Στεκόταν ακόμη δίπλα στην πόρτα, με τα χέρια κατεβασμένα, χωρίς να ακουμπά πουθενά. Περίμενε.
Ο λεπτός άντρας ακούμπησε το χαρτί στο τραπέζι και το έσπρωξε προς εκείνη. Ήταν η ίδια φωτογραφία που είχε δει πριν μπουν στο δωμάτιο. Το πρόσωπό της, τραβηγμένο από κάμερα ασφαλείας· κόκκοι, κακή γωνία, αρκετό φως για να τη δώσουν παντού. Από κάτω, λίγες γραμμές: άγνωστη γυναίκα, συνδεδεμένη με συμβάν στον σταθμό. Επικίνδυνη. Αναζήτηση.
Δεν άπλωσε το χέρι.
«Δεν έχεις την πολυτέλεια να παίζεις με λέξεις», είπε ο άντρας. «Το όνομα που θα χρησιμοποιείς είναι αυτό που σου δόθηκε. Αν μείνεις.»
«Είπε “αν μείνω”.»
«Το άκουσα.»
Η Λίνα προχώρησε επιτέλους πιο μέσα, με βήμα που δεν βιαζόταν. Στάθηκε στην άκρη του τραπεζιού και κοίταξε πρώτα το χαρτί, μετά εκείνη. «Την καταλαβαίνω αρκετά.»
«Βάλ’ την στη θέση της.»
«Η θέση της αυτή τη στιγμή είναι εδώ», απάντησε η Λίνα χωρίς δισταγμό.
Ο νεότερος ίσιωσε. «Εδώ επειδή εσύ την έφερες.»
«Ναι.»
«Χωρίς έγκριση;»
Η Λίνα τον κοίταξε. «Χωρίς εντολή κανενός.»
Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή. Ο νεότερος άνοιξε το στόμα του και το έκλεισε πάλι. Η κοντοκουρεμένη έμεινε ακίνητη. Ο λεπτός άντρας πήρε το χαρτί από το τραπέζι, το σήκωσε λίγο και το ξανάφησε κάτω.
Η Μίρα κράτησε τα μάτια της πάνω της κι ένιωσε τη φράση να μένει εκεί. Χωρίς εντολή κανενός. Όχι διαταγή, όχι απόφαση άλλων, όχι μέρος σχεδίου που είχε εγκριθεί πριν μπουν στο βαν. Το είπε ρητά και το άφησε να ακουστεί από όλους.
Η κοντοκουρεμένη μίλησε πρώτη. «Από το Chiemsee;»
«Ναι.»
«Πήρες πάνω σου κάτι που δεν είχες εκτιμήσει.»
«Το πήρα.»
«Και μας το έφερες στην πόρτα.»
«Σας έφερα πρόβλημα που ήδη κινείται», απάντησε η Λίνα χωρίς να μετακινηθεί. «Αν την άφηνα εκεί ή στον δρόμο, θα το είχατε έτσι κι αλλιώς. Μόνο πιο κοντά σ’ αυτούς.»
Η Λίνα δεν έστρεψε το βλέμμα. «Την πέρασα από τον σταθμό και την έβαλα στο βαν. Από τη στιγμή που το έκανα, τη δένω εγώ και τη φυλάω εγώ.»
Ο νεότερος την έδειξε με δύο δάχτυλα. «Μιλάς γι’ αυτήν λες και είναι πακέτο.»
Η Μίρα γύρισε απότομα προς αυτόν. «Κι εσύ μιλάς λες και δεν είμαι εδώ.»
«Δεν μου λείπει η παρουσία σου. Μου λείπει η πειθαρχία σου.»
«Δεν έχεις καμία από τις δύο.»
Η κοντοκουρεμένη χτύπησε μία φορά το τραπέζι με την άρθρωση του δείκτη. Ο ήχος ήταν μικρός κι αρκετός. «Φτάνει.» Κοίταξε τη Μίρα. «Αν ανοίξεις το στόμα σου έξω από αυτό το δωμάτιο και πεις το όνομα που έχεις τώρα στο κεφάλι σου, χάθηκε η εμπιστοσύνη. Αν ρωτήσεις για τον Γιόνα Ράιτερ σε ξένους χώρους, τελειώσαμε. Αν κινηθείς χωρίς οδηγίες, τελειώσαμε. Δεν θα καεί το πλέγμα για σένα.»
Το όνομα ακούστηκε μέσα της πριν προλάβει να το σταματήσει: Γιόνας Ράιτερ, στον σταθμό. Ζωντανός. Κρατούμενος. Το ήξερε με τον τρόπο που ξέρει κανείς κάτι και δεν μπορεί να το αποδείξει. Η δημόσια ανακοίνωση τον κρατούσε ακόμη εκεί, εκείνον με όνομα. Αυτήν χωρίς.
«Θέλω να ξέρω τι θα γίνει μ’ εκείνον», είπε.
«Όχι εδώ», αντέδρασε αμέσως η Λίνα.
Η Μίρα γύρισε προς εκείνη. «Εδώ ακριβώς. Αφού εδώ αποφασίζετε τι θα γίνει μ’ εμένα.»
«Δεν αποφασίζουμε για εκείνον.»
«Τότε ποιος;»
Η Λίνα την έκοψε με το βλέμμα. «Είπα όχι εδώ.»
Ο λεπτός άντρας έσυρε την καρέκλα του λίγο πίσω. «Βλέπεις; Δεν κρατιέται ούτε τρία λεπτά.»
Η Μίρα έβαλε τις παλάμες της στο τραπέζι και σηκώθηκε όρθια.
Με τις παλάμες στο τραπέζι, η Μίρα σηκώθηκε όρθια.
Πίσω της η καρέκλα έτριξε. Στο στήθος της ακούμπησε το κορδόνι με τη λευκή κάρτα. Άννα Βάις, όνομα που έμενε εκεί ξένο και υποχρεωτικό.
Η κοντοκουρεμένη έμεινε καθιστή. Μόνο ίσιωσε λίγο την πλάτη. «Κάθισε.»
Δεν κουνήθηκε.
Από την άλλη πλευρά του τραπεζιού, η Λίνα την κοίταξε χωρίς να μιλήσει αμέσως. Ανάμεσα σε δύο δάχτυλα, ο λεπτός άντρας κρατούσε ακόμη το χαρτί αναζήτησης. Η φωτογραφία της ήταν στραβή από το τσαλάκωμα, αλλά το πρόσωπό της φαινόταν καθαρά.
«Κάθισε», επανέλαβε η κοντοκουρεμένη. «Ή βγες από την πόρτα τώρα.»
Γύρισε το κεφάλι προς την πόρτα. Ένα στενό φύλλο μετάλλου, βαμμένο λευκό, με σημάδια κοντά στο χερούλι από χέρια που είχαν περάσει πολλές φορές. Δεν ήξερε τι υπήρχε ακριβώς πίσω από αυτήν. Διάδρομος, άλλη αυλή, άλλη σκάλα. Ήξερε μόνο πως τίποτα δικό της δεν την περίμενε εκεί.
«Αυτό θέλετε;» ρώτησε. «Να με στριμώξετε μέχρι να πω ναι;»
«Θέλουμε να καταλάβεις πού βρίσκεσαι», απάντησε η κοντοκουρεμένη.
Έστρεψε τα μάτια προς τη Λίνα· ο λεπτός άντρας δεν μιλούσε. «Κι εσύ; Αυτό έφερες; Ένα δωμάτιο για να διαλέξω τρόπο να υπακούω;»
Η Λίνα ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι. «Σου είπα να ακούσεις και μετά να αποφασίσεις.»
«Ακούω από την ώρα που με έβαλες στο βαν.»
«Τότε άκου λίγο ακόμα.»
Με μια μικρή κίνηση του χεριού, η κοντοκουρεμένη έδωσε άδεια. Το χαρτί έμεινε στο χέρι του λεπτού άντρα.
Μίλησε χαμηλά και ευκρινώς. «Αν βγεις τώρα από εδώ, δεν θα βγεις αόρατη. Αυτό» — έδειξε το χαρτί χωρίς να το αγγίξει — «δεν είναι αντίγραφο. Είναι κυκλοφορία. Μέχρι το πρωί το πρόσωπό σου θα έχει περάσει σε όλες τις αυλές που μας ακούνε και σε όσες δεν μας ακούνε αλλά αγοράζουν πληροφόρηση. Μέσα στη νύχτα. Μ’ αυτό το πρόσωπο δεν θα νοικιάσεις κρεβάτι, δεν θα περάσεις πύλη, δεν θα σταθείς δύο φορές στο ίδιο σημείο χωρίς να σε θυμηθούν.»
Κοίταξε πάλι τη φωτογραφία. Κάμερα ασφαλείας σε πλαϊνή γωνία, με σκληρό φως που της χτυπούσε τα μάτια. Το στόμα μισάνοιχτο. Δεν θυμόταν τη στιγμή, μόνο τον σταθμό, τον θόρυβο από τις φωνές, τη μυρωδιά μετάλλου στον αέρα, τον Γιόνα δίπλα της στον διάδρομο υπηρεσίας, το χέρι του πάνω στη θύρα που έκαιγε.
«Και μέσα;» ρώτησε. «Τι αλλάζει μέσα;»
«Μέσα έχεις όνομα, διαδρομές κι ανθρώπους που θα ξέρουν τι να πουν αν σε δουν», συνέχισε η Λίνα. «Μέσα δεν κινείσαι χωρίς συνοδεία. Μέσα δεν ψάχνεις χωρίς συνοδεία.»
Γέλασε μία φορά, χωρίς χαρά. «Δεν ψάχνω έτσι επειδή δεν με αφήνετε.»
«Δεν σε αφήνουμε να καταστρέψεις κάθε δρόμο πριν ανοίξει», αποκρίθηκε η Λίνα.
Έσκυψε λίγο μπροστά. «Θέλω μία απάντηση. Μία καθαρή απάντηση. Μπορείς ή δεν μπορείς να φτάσεις σε πληροφορία για τον Γιόνα Ράιτερ;»
Τότε η κοντοκουρεμένη άνοιξε το στόμα της, αλλά η Λίνα σήκωσε το χέρι και την έκοψε.
«Υπάρχει τρόπος», αποκρίθηκε.
Έμεινε ακίνητη.
Η Λίνα συνέχισε: «Όχι απόψε, όχι με το όνομά του να πετάει από το στόμα σου σε κάθε δωμάτιο, όχι όσο κινείσαι μέσα μας σαν ξένο σώμα. Αν μείνεις, αν μάθεις τους κανόνες, αν σταματήσεις να τραβάς βλέμματα κι ερωτήσεις πάνω σου, υπάρχει τρόπος να φτάσει αίτημα εκεί που πρέπει.»
«Αίτημα;» αντέτεινε η Μίρα. «Μιλάς για άνθρωπο.»
«Μιλάω για πρόσβαση», απάντησε η Λίνα. «Αυτό έχω. Αυτό μπορώ να βάλω σε κίνηση. Τίποτε δεν περνάει όταν το κουβαλάει κάποιος που όλοι θέλουν να δείξουν με το δάχτυλο.»
Επιτέλους ο λεπτός άντρας ακούμπησε το χαρτί στο τραπέζι και το έσπρωξε λίγα εκατοστά προς εκείνη. «Θες να δοκιμάσεις χωρίς βοήθεια; Πάρ’ το μαζί.»
Το κοίταξε, αλλά δεν το άγγιξε.
Τότε η κοντοκουρεμένη ξεκαθάρισε: «Εδώ δεν διαπραγματεύεσαι όρους ασφαλείας. Τους δέχεσαι ή φεύγεις. Αν φύγεις, βγαίνεις κι από την προστασία αυτού του χώρου. Οριστικά.»
Η λέξη έμεινε στο δωμάτιο. Οριστικά. Στον λαιμό της βάρυνε η κάρτα και το κορδόνι έγδαρε το δέρμα της. Το γκρίζο σακούλι με τα παλιά της ρούχα στεκόταν δίπλα στον τοίχο, κλειστό, δεμένο.
«Δεν σε αφήνουμε να καταστρέψεις κάθε δρόμο πριν ανοίξει», αποκρίθηκε η Λίνα.
Έσκυψε λίγο μπροστά. «Θέλω μία απάντηση. Μία καθαρή απάντηση. Μπορείς ή δεν μπορείς να φτάσεις σε πληροφορία για τον Γιόνα Ράιτερ;»
Η κοντοκουρεμένη άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά η Λίνα σήκωσε το χέρι και την έκοψε.
«Υπάρχει τρόπος», αποκρίθηκε.
Έμεινε ακίνητη.
Συνέχισε: «Όχι απόψε, όχι με το όνομά του να πετάει από το στόμα σου σε κάθε δωμάτιο, όχι όσο κινείσαι μέσα μας σαν ξένο σώμα. Αν μείνεις, αν μάθεις τους κανόνες, αν σταματήσεις να τραβάς βλέμματα κι ερωτήσεις πάνω σου, υπάρχει τρόπος να φτάσει αίτημα εκεί που πρέπει.»
«Αίτημα;» αντέτεινε η Μίρα. «Μιλάς για άνθρωπο.»
«Μιλάω για πρόσβαση», απάντησε η Λίνα. «Αυτό έχω. Αυτό μπορώ να βάλω σε κίνηση. Τίποτε δεν περνάει όταν το κουβαλάει κάποιος που όλοι θέλουν να δείξουν με το δάχτυλο.»
Το κοίταξε, αλλά δεν το άγγιξε.
Στο δωμάτιο έμεινε η λέξη. Οριστικά. Στον λαιμό της βάρυνε η κάρτα και το κορδόνι έγδαρε το δέρμα της. Το γκρίζο σακούλι με τα παλιά της ρούχα στεκόταν δίπλα στον τοίχο, κλειστό, δεμένο, έξω από χρήση. Η φωτογραφία πάνω στο χαρτί την κοίταζε από το τραπέζι, με τον κόκκο της κάμερας πάνω στο πρόσωπό της, το στόμα μισάνοιχτο, το κεφάλι γυρισμένο. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να καταλάβει τι έβλεπαν οι άλλοι όταν έμπαινε σε ένα δωμάτιο.
Η Μίρα έσφιξε τη γνάθο της κι είδε πάλι μπροστά της τη θύρα στον σταθμό, το στενό άνοιγμα, τη θερμότητα που έκοβε την ανάσα, το χέρι του Γιόνα πάνω στο μέταλλο, το σώμα του πίσω από τη σχισμή. Δεν είχε δει πτώμα ούτε σύλληψη. Δεν είχε δει τίποτε. Είχε μείνει μόνο με το κλείσιμο.
«Θέλω κάτι συγκεκριμένο», είπε. «Όχι υποσχέσεις στον αέρα. Τι πάει να πει ότι υπάρχει τρόπος;»
«Μπορεί να σταλεί ερώτημα εκεί που φτάνουν ερωτήματα χωρίς επίσημη σφραγίδα», απάντησε η Λίνα. «Μπορεί να γυρίσει απάντηση ή μόνο επιβεβαίωση κράτησης. Μπορεί να έρθει ένα όνομα σε λίστα. Μπορεί και τίποτε χρήσιμο. Αυτό εννοώ.»
«Και γιατί να περάσει από σένα;»
Για πρώτη φορά η Λίνα ίσιωσε εντελώς την πλάτη της. «Γιατί την έφερα εγώ χωρίς άδεια.»
Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή. Ο λεπτός άντρας σήκωσε το βλέμμα του από το τραπέζι. Η κοντοκουρεμένη έμεινε ακίνητη, αλλά το πρόσωπό της σκλήρυνε λίγο ακόμη.
Η Μίρα την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
Κι εκείνη συνέχισε με την ίδια φωνή. «Αν φύγει, το χρέος μέ—»
«Αν φύγει, το χρέος μένει πάνω της και το αίτημα για τον Γιόνα Ράιτερ δεν θα σταλεί ποτέ.»
Η φράση έμεινε στο τραπέζι χωρίς έμφαση, ανάμεσα στα χέρια τους, δίπλα στο διπλωμένο φύλλο με τη φωτογραφία της. Ύστερα η γυναίκα με τα κοντά μαλλιά άπλωσε το χέρι, πήρε το χαρτί από τα δάχτυλα της Λίνας και το ακούμπησε μπροστά της, με τη διπλωμένη πλευρά προς το μέρος της.
Κοίταξε το πρόσωπό της στη φωτογραφία χωρίς να την αγγίξει· τραβηγμένο από ψηλά, θολό στις άκρες, αρκετά καθαρό στο κέντρο. Δύο γραμμές ένωναν την εικόνα με λέξεις που δεν χρειαζόταν να ξαναδιαβάσει: Σταθμός, Συμβάν, Επικίνδυνη. Τα είχε δει ήδη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε.
Ο χοντρός άντρας φύσηξε από τη μύτη. Ο λεπτός πήρε τη λευκή κάρτα από την άκρη του τραπεζιού και την κράτησε έτοιμη, χωρίς να μιλήσει. Η επιγραφή ήταν στραμμένη προς τα κάτω, όμως εκείνη ήξερε τι έγραφε. Άννα Βάις. Το όνομα που της είχαν φορέσει στον λαιμό και στο στόμα.
Η μυρωδιά του χαρτιού και του κλειστού δωματίου βάρυνε στον λαιμό της. Δεν άκουγε πια το τρίξιμο του πατώματος ούτε την ανάσα του χοντρού άντρα. Έβλεπε μόνο το κλείσιμο της θύρας, τη γραμμή που είχε μικρύνει, το χέρι του Γιόνα που χάθηκε τελευταίο. Δεν είχε τίποτα άλλο. Ούτε όνομα σε κατάλογο, ούτε θάνατο, ούτε κράτηση. Μόνο το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν κλείσει το μέταλλο.
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Η αντίσταση σηκώθηκε μέσα της και σταμάτησε μπροστά στον τοίχο. Αν έλεγε όχι, έπρεπε να φύγει αμέσως. Να περάσει πάλι από αυλές, πόρτες, διαδρόμους που δεν ήξερε, με τη φωτογραφία της ήδη τυπωμένη και την ιστορία της στα χέρια άλλων. Και χωρίς δίαυλο για τον Γιόνα.
«Πες το», είπε η κοντοκουρεμένη.
Δεν απάντησε.
«Δεν θα το ξαναπώ.»
«Αν μείνεις, μένεις με τους όρους που ακούστηκαν, με το όνομα που δόθηκε και με τη γραμμή που ορίστηκε. Αν δεν το δέχεσαι, φεύγεις τώρα.»
Η Μίρα κράτησε το βλέμμα της πάνω της και η λευκή κάρτα χτυπούσε ελαφρά στο στέρνο της κάθε φορά που ανέπνεε. Το κορδόνι είχε κολλήσει στον ιδρώτα του λαιμού της. Δεν σήκωσε το χέρι να τη βγάλει.
Ο λεπτός άντρας στεκόταν δίπλα στον τοίχο, με τα χέρια μπροστά του. Ο χοντρός είχε χαμηλώσει τα μάτια, αλλά άκουγε. Η Λίνα δεν μίλησε· μόνο περίμενε.
«Το αίτημα», ξεκίνησε η Μίρα. «Πριν το πρωί. Για επιβεβαίωση κράτησης. Του Γιόνας Ράιτερ.»
Η κοντοκουρεμένη γυναίκα αποκρίθηκε χωρίς να αλλάξει έκφραση: «Ακούστηκε ήδη.»
«Θέλω να ακουστεί και το άλλο.» Η φωνή της βγήκε χαμηλή και σταθερή. «Ότι, αν μείνω, η πρόσβασή μου περνά μόνο από τη Μπεκ. Ότι το πραγματικό μου όνομα δεν θα κυκλοφορεί εδώ μέσα. Ότι μένω με δικό της χρέος. Θέλω να ειπωθεί ολόκληρο.»
Η Λίνα μίλησε χωρίς βιασύνη. «Αν μείνει απόψε, η πρόσβασή της περνά αποκλειστικά από μένα. Το πραγματικό της όνομα παύει να χρησιμοποιείται μέσα στον χώρο. Η παραμονή της καταγράφεται στο δικό μου χρέος και στη δική μου γραμμή. Πριν το πρωί θα φύγει από μένα αίτημα επιβεβαίωσης κράτησης του Γιόνα Ράιτερ.»
Στο δωμάτιο έμεινε σιωπή. Άκουσε το ψυγείο κάπου πίσω από τον τοίχο. Ένα σωληνάκι χτύπησε μία φορά. Κανείς δεν κουνήθηκε.
Η γυναίκα παρατήρησε: «Καταγράφηκε και αυτό.»
Μετά την κοίταξε πάλι. «Τώρα πες το όνομα.»
Με τον αντίχειρα κάτω από την άκρη της κάρτας, την τράβηξε λίγο μπροστά. Το πλαστικό γύρισε κι ακούμπησε πάλι πάνω της. Είδε τη μπλε λωρίδα, τον αριθμό, την ημερομηνία. Δεν χρειαζόταν να τη διαβάσει. Το είχε δει στην είσοδο. Το είχε δώσει ήδη εκεί που χρειαζόταν να περάσει.
«Όχι», αποκρίθηκε.
Ο χοντρός άντρας πήρε αέρα από τη μύτη· ο λεπτός δεν έκανε τίποτα.
Η κοντοκουρεμένη έσφιξε το στόμα της. «Δεν διαπραγματεύεσαι άλλο.»
«Δεν διαπραγματεύομαι το όνομα.» Δεν κοίταξε την κάρτα. «Διαπραγματεύτηκα τους όρους. Τους είπατε. Τους άκουσαν όλοι.»
Η γυναίκα έκανε μισό βήμα μπροστά, αλλά σταμάτησε όταν η Λίνα σήκωσε το χέρι της χωρίς να την αγγίξει.
«Φτάνει», παρενέβη η Λίνα.
Η άλλη έστρεψε το βλέμμα προς το μέρος της. «Αρνείται τον βασικό κανόνα.»
«Όχι.» Η Λίνα μιλούσε ήρεμα, κι αυτό έκανε τη φωνή της πιο βαριά. «Αρνείται να τον επαναλάβει για λογαριασμό μας. Δεν είναι το ίδιο.»
Δεν πήρε τα μάτια της από εκείνη. Εκεί βρισκόταν η μόνη γραμμή που είχε απομείνει. Το ήξερε πια καθαρά, και η καθαρότητα αυτή της έσφιγγε το στομάχι. Δεν υπήρχε τίποτα πίσω από αυτό. Καμιά άλλη επαφή, κανένα άλλο πέρασμα, κανένας άλλος που να είχε λόγο να ρωτήσει για τον Γιόνα το πρωί.
Η κοντοκουρεμένη την κοίταξε για λίγο, ένευσε μία φορά, κοφτά. «Τότε να κλείσει εδώ.»
Το δέρμα στην παλάμη της ήταν υγρό. Άνοιξε τα δάχτυλα. Οι μισοφέγγαρες από τα νύχια είχαν μείνει χαραγμένες. Τις είδε για μια στιγμή και μετά σήκωσε το κεφάλι.
«Θα μείνω απόψε», δήλωσε.
Δεν είπε άλλο όνομα. Δεν χρειάστηκε.
Ο χοντρός άντρας μετακίνησε το βάρος του στο άλλο πόδι. Ο λεπτός έριξε μια ματιά στη γυναίκα και μετά στην πόρτα, περιμένοντας οδηγία.
Εκείνη ξεκαθάρισε: «Από αυτή τη στιγμή ακολουθεί κανόνες εσωτερικού χώρου. Δεν κινείται μόνη της. Δεν μιλά με κανέναν αν δεν περάσει από τη γραμμή της Μπεκ. Δεν ζητά πρόσβαση από τρίτο πρόσωπο. Αν σπάσει κάτι από αυτά, βγαίνει.»