Capítulo 6
Πέρασμα Χωρίς Συναίνεση
Ο δρόμος χάθηκε από το τζάμι πριν προλάβει να τον μετρήσει. Πίσω τους είχε κλείσει η πόρτα του σπιτιού, τα έντυπα είχαν μπει σε σκληρό φάκελο, κι εκείνη καθόταν δεμένη στο πίσω κάθισμα του οχήματος μεταφοράς, με τα χέρια ελεύθερα μόνο μέχρι τον καρπό. Η αλλαγή είχε γίνει χωρίς καμία παύση που να της ανήκει. Από το τραπέζι στον διάδρομο, από τον διάδρομο στην αυλή, από την αυλή στο όχημα. Η δρ. Φος διάβασε την επόμενη οθόνη, είπε «επιβεβαίωση καταχωρισμένη» κι αμέσως μετά «προχωρούμε σε ασφαλή μεταφορά». Κανείς δεν είχε επαναλάβει τη λέξη που η Μίρα είχε απαιτήσει να φύγει από τα χαρτιά. Κανείς δεν είχε πει «υπό πίεση». Όλοι είχαν κινηθεί ακριβώς επειδή δεν χρειάστηκε να το πουν.
Το τζάμι δίπλα της έδειχνε μόνο κομμάτια δρόμου κι αντανακλάσεις από το εσωτερικό. Στη θέση του συνοδηγού η δρ. Φος κρατούσε όρθιο το υπηρεσιακό τάμπλετ και διάβαζε χωρίς να γυρίζει πίσω. Ο οδηγός δεν είχε μιλήσει από τότε που της έκλεισαν τη ζώνη. Στην τρίτη σειρά κάθονταν η Εύα κι ο Κόνραντ. Η μητέρα της κρατούσε τα χέρια σφιγμένα πάνω στην τσάντα. Ο πατέρας της κοίταζε έξω, με το σαγόνι σφιχτό. Κανείς τους δεν καθόταν δίπλα της.
Δοκίμασε το λουρί στη μέση της. Δεν είχε χαλαρότητα. Έτριβε το ύφασμα του παλτού και κρατούσε το σώμα της πίσω στο κάθισμα. Η κίνηση του οχήματος περνούσε σε κάθε σημείο που την κρατούσε δεμένη. Η λέξη είχε ήδη αλλάξει θέση μέσα της. Όχι επιστροφή, όχι διαδρομή· μεταφορά. Αφού δεν μπορούσε να σταματήσει τη διαδρομή, θα κράταγε τουλάχιστον τις λέξεις και τα όριά της.
Η δρ. Φος μίλησε πρώτη, χωρίς να σηκώσει τον τόνο. «Κατά την άφιξη θα γίνει παραλαβή από εσωτερικό προσωπικό του Σταθμού Παρατήρησης Chiemsee. Έχει ενεργοποιηθεί εσωτερικό πρωτόκολλο παρατήρησης. Η πρόσβαση των συνοδών περιορίζεται στον χώρο επισκεπτών.»
Σήκωσε τα μάτια στην πλάτη της. «Συνοδών;»
Η δρ. Φος δεν απάντησε αμέσως· άγγιξε την οθόνη με τον δείκτη και συνέχισε να διαβάζει. «Η μεταφερόμενη θα οδηγηθεί απευθείας στο σημείο υποδοχής.»
Στο όχημα η λέξη έμεινε ευκρινής.
Λίγο πιο μπροστά έγειρε η Εύα. «Μίρα, άκουσέ με. Αυτό γίνεται για να ηρεμήσουν τα πράγματα.»
Εκείνη γύρισε όσο της επέτρεπε ο ιμάντας. «Μην το πεις πάλι προστασία.»
Η Εύα κράτησε τα μάτια ψηλά. «Είναι προστασία.»
«Για ποιον;»
Ο Κόνραντ μετακινήθηκε, έβηξε χαμηλά, αλλά δεν μίλησε. Κάρφωσε τα μάτια στην οθόνη. Η Μίρα περίμενε άλλη μία από εκείνες τις σωστές διατυπώσεις που έσβηναν ό,τι είχε ειπωθεί πριν. Δεν ήρθε τίποτα. Μόνο ο ήχος του δρόμου κάτω από τις ρόδες.
«Είπες ό,τι ήθελες να πεις στο τραπέζι», είπε η Εύα. «Το ακούσαμε.»
«Και το αφήσατε να γίνει.»
«Το άφησα να γίνει γιατί δεν μπορούσα να σε κρατήσω αλλιώς.»
Την κοίταξε σταθερά. Τη φράση την ήξερε ήδη· μόνο που τώρα ειπώθηκε μέσα στο όχημα και πήρε τη σωστή της θέση. Δεν αφορούσε καβγά στο σπίτι. Δεν αφορούσε φόβο μιας νύχτας. Αφορούσε αυτό ακριβώς: ιμάντα, πίσω κάθισμα, υπηρεσιακή διαδρομή.
«Άρα αυτό ήταν», είπε. «Όχι μητέρα. Αναφορά.»
Πριν προλάβει να απαντήσει η Εύα, η δρ. Φος μίλησε πρώτη. «Δεν θα συνεχίσουμε προσωπική αντιπαράθεση κατά τη μεταφορά.»
Γέλασε μία φορά, ξερά. «Τώρα θυμηθήκατε τους όρους.»
Η δρ. Φος γύρισε επιτέλους μισά το κεφάλι. «Οι όροι ήταν σαφείς από την αρχή.»
Το δόντι της Μίρας πίεσε την εσωτερική πλευρά του μάγουλου. «Όχι. Οι δικοί μου όροι ήταν σαφείς. Εσείς απλώς δεν τους βάλατε πουθενά.»
Για ένα δευτερόλεπτο ακόμη η δρ. Φος την κοίταξε και μετά ξαναγύρισε μπροστά. «Η καταγραφή ολοκληρώθηκε.»
Αυτό ήταν το μόνο που θα έπαιρνε: όχι αναγνώριση, όχι διόρθωση, μόνο το γεγονός ότι είχε ολοκληρωθεί.
Η υπόλοιπη διαδρομή έσπασε σε στάσεις, φώτα, μικρές μετατοπίσεις του βάρους της όταν το όχημα έπαιρνε στροφή. Κάποια στιγμή πέρασαν σε δρόμο πιο στενό, ύστερα από περίφραξη και μετά από πύλη. Η ταχύτητα έπεσε και σταμάτησαν μπροστά σε μεταλλική είσοδο.
Για ένα κλάσμα, το σώμα της πήγε μπροστά και την κράτησαν οι ιμάντες. Κανείς δεν μίλησε. Άκουσε μόνο τον κινητήρα να μένει ανοιχτός κι έναν μεταλλικό ήχο έξω, κοφτό, λειτουργικό. Στο στόμα της ανέβηκε γεύση μετάλλου. Γυρίζοντας το κεφάλι όσο της επέτρεπε το δέσιμο, έβλεπε από το πλάι του παραθύρου τμήμα της περίφραξης, στύλους, σύρμα, και πίσω τους το νερό της λίμνης, ακίνητο μέσα στο γκρίζο φως. Πιο δεξιά διακρίνονταν χαμηλά κτίρια, καθαρά, κλειστά, χωρίς καμία κίνηση απ’ έξω.
Η δρ. Φος έβγαλε την κάρτα της από τη θήκη και την πέρασε στον αναγνώστη της μπροστινής κονσόλας. Άναψε ένα πράσινο φως. Η εξωτερική πύλη άνοιξε με βραδύ θόρυβο.
«Φτάσαμε στον Σταθμό Παρατήρησης Chiemsee», ανέφερε χωρίς να γυρίσει. «Κατά την άφιξη θα γίνει παραλαβή από εσωτερικό προσωπικό. Η πρόσβαση των συνοδών περιορίζεται στον χώρο επισκεπτών.»
«Το είπατε ήδη», αντέτεινε εκείνη.
Η Φος δεν απάντησε. Άφησε το όχημα να κυλήσει λίγα μέτρα ακόμη, να περάσει την πύλη και να σταματήσει σε σημείο στρωμένο με σκυρόδεμα. Μπροστά υπήρχε δεύτερη είσοδος, μικρότερη, με φυλάκιο στο πλάι και γυάλινη θύρα πίσω από μεταλλικό πλαίσιο. Δύο άνθρωποι περίμεναν εκεί με σκούρες στολές και κονκάρδες του σταθμού.
Στο κάθισμα ο Κόνραντ ίσιωσε. Η Εύα είχε τα χέρια σφιγμένα πάνω στην τσάντα της. Η Μίρα κοίταξε πρώτα τους δύο έξω κι ύστερα την πλάτη της γιατρού. Αν δεν μπορούσε να σταματήσει τη μεταφορά, θα κράταγε τουλάχιστον τις λέξεις και τους όρους δικούς της.
«Λύστε τα.»
Η Φος άνοιξε την πόρτα της, πάτησε κάτω και μόνο τότε μίλησε. «Η αποδέσμευση θα γίνει μετά την εσωτερική καταγραφή εισόδου.»
Στο στόμα της ήρθε ξηρότητα. «Δεν κατεβαίνω δεμένη για να με παραδώσετε έτσι στην πόρτα.»
Η Φος μισογύρισε απ’ έξω. «Η διαδικασία είναι συγκεκριμένη.»
«Η διαδικασία σας είναι το πρόβλημα.»
Από την πλευρά της άνοιξε η πίσω πόρτα. Μπήκε μέσα κρύος αέρας, με μυρωδιά βρεγμένου τσιμέντου. Ένας από το προσωπικό πλησίασε μέχρι το άνοιγμα, κοίταξε πρώτα τη γιατρό και μετά εκείνη — όχι το πρόσωπό της, αλλά τους ιμάντες, τα χέρια, τη θέση της.
«Παραλαβή ενός ατόμου, ενεργό πρωτόκολλο παρατήρησης», δήλωσε η Φος. «Η εσωτερική καταγραφή εκκρεμεί. Η αποδέσμευση μετά την είσοδο.»
Ο άντρας έγνεψε. «Επιβεβαιώνεται.»
Τον κοίταξε. «Καταγράψτε ότι αντιτίθεμαι.»
Εκείνος απάντησε χωρίς μεταβολή στη φωνή. «Η δήλωσή σας μπορεί να σημειωθεί κατά την εσωτερική καταγραφή.»
«Σημειώστε το τώρα.»
Η γιατρός κάνει στην άκρη και τους άφησε χώρο να τη βγάλουν με τους ιμάντες ακόμη περασμένους. «Θα επαναλάβετε ό,τι θέλετε μέσα.»
Η Εύα έσκυψε προς το άνοιγμα και ψιθύρισε: «Μίρα.»
Γύρισε. Η Εύα είχε ήδη βγάλει τη ζώνη της, έτοιμη να κατέβει. Το πρόσωπό της ήταν τραβηγμένο, και η φωνή της έβγαινε με προσπάθεια που εκείνη αναγνώριζε από παιδί.
«Ό,τι είχες να πεις, το είπες», πέταξε.
«Όχι όλα.»
«Τα βασικά τα είπες. Το άφησες να γίνει.»
Η Εύα κατέβηκε από την άλλη πλευρά κι ήρθε γύρω από το όχημα μέχρι να τη βλέπει καθαρά. Το προσωπικό του σταθμού δεν παρενέβη ακόμη. Περίμεναν να τελειώσει αυτή η στιγμή ή να τους δοθεί σήμα.
«Το άφησα γιατί φοβήθηκα τι θα γινόταν αν έφευγες», είπε η Εύα. «Αν πήγαινες εκεί.»
Κράτησε το πρόσωπο ακίνητο. «Μη μου το ξαναφέρεις τώρα.»
Η Εύα χαμήλωσε τη φωνή. «Αν πήγαινες στο Stadelheim, θα το έπαιρναν ως επιβεβαίωση. Δεν το καταλαβαίνεις αυτό; Για τον Κρύγκερ, για όλους τους άλλους—»
«Το καταλαβαίνω πολύ καλά.» Η φωνή της βγήκε ακριβής. «Γι’ αυτό ακριβώς ξέρω τι έκανες.»
Ο Κόνραντ είχε κατέβει κι εκείνος, αλλά έμεινε πίσω από την Εύα, κοντά στη γραμμή όπου άρχιζε ο χώρος επισκεπτών. Δεν είπε τίποτα. Χαμήλωσε τα χέρια, ανοιχτά, δίχως κίνηση.
Με τους καρπούς ακόμη σημαδεμένους από τα δεσίματα, η κοπέλα κατέβηκε από το όχημα. Έτριψε μηχανικά το ένα χέρι πάνω στο άλλο και στάθηκε απέναντί τους. Πίσω της, η μεταλλική πύλη είχε ήδη κλείσει το πρώτο άνοιγμα προς τον δρόμο. Μπροστά της, λίγα μέτρα πιο μέσα, δύο άτομα με τα σκούρα διακριτικά του σταθμού περίμεναν χωρίς να πλησιάζουν.
Στο πλάι στεκόταν η δρ. Φος, με την κάρτα πρόσβασης ακόμη στο χέρι. «Πρέπει να προχωρήσουμε.»
Δεν την κοίταξε. Κράτησε τα μάτια στην Εύα. Αν δεν μπορούσε να σταματήσει τη μεταφορά, θα κρατούσε τουλάχιστον τις λέξεις ίσιες. «Όχι. Τώρα θα το πεις σωστά.»
Μια ανάσα της Εύας κόπηκε στη μέση. «Μίρα—»
«Έτσι δεν γίνεται.» Έκανε ένα βήμα μπροστά. «Πες τι έκανες.»
Η Φος μετακίνησε ελάχιστα το βάρος της. «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για—»
«Μη μιλάτε.» Γύρισε προς το μέρος της μόνο για αυτή τη φράση. «Δεν σας μίλησα.»
Η γιατρός σώπασε. Το εσωτερικό προσωπικό έμεινε στη θέση του.
Η Εύα ένωσε τα χέρια της και τα ξανάνοιξε. «Το άφησα να συμβεί», παραδέχτηκε τελικά. «Ναι.»
Η Μίρα περίμενε.
Στο πρόσωπό της το είδε η Εύα: δεν έφτανε.
«Το άφησα να γίνει επειδή φοβήθηκα το Stadelheim περισσότερο», ψιθύρισε. «Κι επειδή δεν μπορούσα να σε κρατήσω αλλιώς. Δεν μπορούσα χωρίς να έρθουν τα χειρότερα. Δεν μπορούσα χωρίς βία.»
Η Μίρα έμεινε ακίνητη, με τη γλώσσα ακουμπισμένη στα δόντια.
«Άρα το ήξερες», είπε ξερά, κι η Εύα κούνησε το κεφάλι μία φορά. Δεν αντέκρουσε τίποτα.
«Το ήξερες και το υπέγραψες.» Η φωνή της έμεινε σταθερή. «Το ήξερες και με έφερες εδώ.»
«Ήρθα μαζί σου.»
Η απάντηση βγήκε αμέσως. «Μέχρι εδώ.»
Η Εύα κοίταξε προς τη γραμμή στο δάπεδο, προς την πινακίδα του χώρου επισκεπτών, κι ύστερα πάλι την κόρη της. Δεν βρήκε τίποτα να αντιτάξει.
Ο Κόνραντ σήκωσε λίγο το κεφάλι. Γύρισε προς το μέρος του τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να φτιάξει έκφραση. «Εσύ;»
Τα χείλη του άνοιξαν κι έμειναν έτσι για μια στιγμή. «Εγώ—»
«Θα το σταματήσεις;»
Δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τη Φος, μετά την Εύα, ξανά εκείνη. Στο πρόσωπό του δεν υπήρχε απόφαση.
Αυτό ήταν αρκετό.
Έγνεψε μία φορά, δίχως να μαλακώσει. «Εντάξει.»
Η Εύα έκανε μισό βήμα προς το μέρος της. «Δεν είναι εντάξει.»
«Για μένα είναι ξεκάθαρο.» Με το βλέμμα έδειξε το σημείο μπροστά τους, τη γραμμή, την πύλη, τους ανθρώπους που περίμεναν. «Αυτό έχει σημασία τώρα.»
Η Φος μίλησε με εκείνη τη φωνή που δεν ανέβαινε ποτέ. «Η παραλαβή πρέπει να ολοκληρωθεί.»
Γέλασε κοφτά, χωρίς χαρά. «Η παραλαβή.» Επανέλαβε τη λέξη αργά. «Να η σωστή σας λέξη για σήμερα.»
«Κορίτσι μου», φώναξε η Εύα, αυτή τη φορά πιο δυνατά, με την αγωνία γυμνή πια, «ό,τι κι αν πιστεύεις τώρα, δεν σε έδωσα για να σε χάσω.»
Για λίγα δευτερόλεπτα την κοίταξε. Το πρόσωπο της μητέρας της είχε ανοίξει τελείως. Μόνο φόβος και η ανάγκη να μαζέψει κάτι την τελευταία στιγμή.
«Δεν αλλάζει τίποτα», αποκρίθηκε η Μίρα.
Η Εύα άφησε αργά τον αέρα να βγει. «Το ξέρω.»
Όχι, σκέφτηκε η Μίρα. Δεν το ήξερες όταν υπέγραφες. Δεν το ήξερες όταν μιλούσες για προστασία. Το ξέρεις μόνο τώρα που το βλέπεις μπροστά σου, με πόρτες, κάρτες, γραμμές στο δάπεδο.
Η Μίρα έστρεψε το κεφάλι προς τον υπάλληλο που στεκόταν δίπλα στην εσωτερική κονσόλα. «Πριν περάσω, θέλω να καταγραφεί ρητά ότι αυτό δεν είναι συναίνεση. Ότι μπαίνω υπό πίεση.»
Ο άντρας δεν την κοίταξε αμέσως· πήρε πρώτα ένα τάμπλετ από τη βάση του, άγγιξε την οθόνη και μόνο τότε σήκωσε τα μάτια. «Η δήλωση μπορεί να ληφθεί μετά την είσοδο, στην εσωτερική καταχώριση.»
«Όχι μετά.» Η φωνή της βγήκε σταθερή. «Τώρα. Εδώ. Πριν περάσω την πύλη.»
Η Φος έκανε ένα βήμα πιο κοντά, όχι αρκετά ώστε να την αγγίξει. «Η διαδικασία καταγραφής γίνεται εντός.»
Γύρισε προς εκείνη. «Αυτό λέω από την αρχή. Αφού δεν μπορώ να σταματήσω τη μεταφορά, θα ορίσω τουλάχιστον πώς θα γραφτεί. Πρώτα με περνάτε μέσα και μετά αποφασίζετε σε ποια γλώσσα θα γραφτεί αυτό που έγινε.»
«Η γλώσσα του πρωτοκόλλου είναι συγκεκριμένη.»
«Ακριβώς.» Κράτησε το βλέμμα της πάνω της. «Και γι’ αυτό ζητώ να γραφτεί τώρα η αντίρρησή μου, με τις λέξεις που αντιστοιχούν σε αυτό που κάνετε.»
Για μια στιγμή δεν μίλησε κανείς. Η Εύα είχε μείνει ακριβώς πίσω από τη γραμμή των επισκεπτών. Τα δάχτυλά της ήταν πλεγμένα τόσο σφιχτά που οι αρθρώσεις είχαν ασπρίσει. Ο Κόνραντ στεκόταν δίπλα της, άκαμπτος, με το βλέμμα πάνω στη Μίρα και όχι στο προσωπικό.
Ο μηχανισμός της πύλης έβγαλε ένα σύντομο μεταλλικό σήμα. Η Φος είχε ήδη περάσει την κάρτα της από τον αναγνώστη. Στο πλαίσιο δίπλα της άναψε ένα πράσινο φως.
«Οι συνοδοί σας θα παραμείνουν στον χώρο επισκεπτών. Εσείς θα προχωρήσετε με το προσωπικό παραλαβής.»
Η Εύα έκανε πάλι ένα βήμα, αυτή τη φορά πάνω στη γραμμή, χωρίς να την περάσει. «Μίρα.»
Δεν γύρισε αμέσως. Άφησε να περάσει ένα δευτερόλεπτο και μετά την κοίταξε.
Η Εύα κατάπιε πριν μιλήσει. «Μίλα μου από μέσα. Μόλις μπορέσεις. Μη με αποκλείσεις τελείως.»
Η Μίρα την κοίταξε χωρίς να αλλάξει έκφραση. «Από εδώ και πέρα δεν θα μου μιλάς μέσα σε αυτό ως μητέρα μου.»
Η Εύα έμεινε ακίνητη. Για λίγο δεν καταλάβαινε ακριβώς τι είχε ακούσει. Μετά το πρόσωπό της έμεινε κενό. «Μίρα—»
«Όχι.» Η λέξη βγήκε χαμηλά, καθαρά. «Αν μιλήσεις, θα μιλάς ως μία από αυτούς που με έφεραν εδώ και με αφήνουν να περάσω. Τίποτε άλλο.»
Ο Κόνραντ γύρισε προς την Εύα — πολύ λίγο, μόνο όσο χρειαζόταν για να φανεί ότι άκουσε κι εκείνος το ίδιο. Δεν είπε τίποτα.
Η Εύα έφερε το χέρι στο στόμα της και το κατέβασε αμέσως. «Δεν θέλω να είμαι αυτό.»
«Είσαι ήδη.» Μετακίνησε το βλέμμα της στον πατέρα της. «Κι εκείνος επίσης.»
Ο Κόνραντ δέχτηκε τα λόγια χωρίς κίνηση. Έσφιξε το στόμα, δεν προχώρησε, δεν διαμαρτυρήθηκε. Έμεινε εκεί όπου τον είχε αφήσει η διαδικασία.
Πήρε ανάσα και γύρισε ξανά προς το προσωπικό. «Θέλω να επαναληφθεί μπροστά τους.» Έδειξε με μια μικρή κίνηση της κεφαλής την πύλη και τον χώρο πίσω της. «Ότι περνώ χωρίς συναίνεση και ότι η αντίρρησή μου δεν καταγράφεται εδώ, αλλά αναβάλλεται μέχρι να είμαι ήδη μέσα.»
Ο υπάλληλος έσφιξε τα χείλη. «Σας ενημερώνω ότι η επίσημη δήλωση καταγράφεται στην εσωτερική μονάδα υποδοχής.»
Παρενέβη η Φος πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει. «Η καθυστέρηση δεν αλλάζει το επόμενο βήμα.»
Η Μίρα έγνεψε μία φορά. «Όχι. Δεν το αλλάζει.» Κοίταξε την ανοιγμένη πύλη. Πίσω της φαινόταν ο στενός διάδρομος εισόδου, λευκά φώτα, δεύτερη πόρτα, ακόμη δύο μέλη του προσωπικού. Όλα ήταν ήδη έτοιμα πριν φτάσουν. Κανείς δεν περίμενε απόφαση. Μόνο τη διέλευση.
Το είδε στον τρόπο που η Φος κρατούσε την κάρτα ακόμη στο χέρι, έτοιμη να κλείσει την πρόσβαση μόλις τελείωνε αυτό το μικρό διάστημα που τους είχαν αφήσει. Το είδε στον υπάλληλο που δεν την κοιτούσε πια σταθερά αλλά λοξά, με την ανυπομονησία ανθρώπου που περιμένει να επανέλθει η σειρά των κινήσεων. Το είδε και στους δυο πιο μέσα, κάτω από το ψυχρό φως της εισόδου, που δεν είχαν μιλήσει καθόλου από την ώρα που είχε ανοίξει η πύλη. Περίμεναν μόνο να προχωρήσει.
Έστρεψε ξανά το κεφάλι προς τη Φος. «Θα το πείτε εσείς.»
Η Φος δεν άλλαξε στάση. «Σας είπα ήδη τι προβλέπεται.»
«Όχι αυτό.» Η φωνή της έμεινε ίσια. «Θα πείτε μπροστά τους ότι αρνούμαι την είσοδο και ότι μπαίνω υπό πίεση. Και ότι εσείς αρνείστε να το πρωτοκολλήσετε πριν περάσω την πύλη.»
Για μια στιγμή δεν ακούστηκε τίποτα, πέρα από τον χαμηλό μηχανικό βόμβο από το εσωτερικό.
«Παρακαλώ», ψιθύρισε η Εύα. Η λέξη βγήκε σπασμένη. «Μην περάσεις έτσι.»
Δεν την κοίταξε αμέσως. Κράτησε το βλέμμα στη Φος. «Θα το πείτε;»
Η Φος πήρε μια αναπνοή από τη μύτη. «Μπορώ να επαναλάβω ότι η δήλωσή σας θα καταγραφεί αμέσως μόλις βρεθούμε στην εσωτερική υποδοχή.»
«Άρα όχι.»
«Άρα ακολουθούμε τη διαδικασία.»
Γύρισε προς την Εύα. Η μητέρα της είχε τα μάτια καρφωμένα επάνω της, τα δάχτυλα σφιγμένα μεταξύ τους τόσο δυνατά που οι αρθρώσεις είχαν ασπρίσει. Ο Κόνραντ στεκόταν μισό βήμα πίσω, χωρίς να κοιτάζει κανέναν από το προσωπικό. Κοίταζε εκείνη.
«Αυτό είναι το μόνο που θα γίνει», συνέχισε. «Θα μπω, θα κλείσει πίσω μου, και τότε θα δεχτούν να γράψουν ότι αρνούμαι.»
«Μίρα, σε παρακαλώ. Μη φύγεις μ’ αυτόν τον τρόπο.»
Ανάμεσά τους έμεινε η λέξη: μου.
Την άκουσε και την άφησε να πέσει. «Δεν σου κάνω τίποτα. Εσύ το άφησες να γίνει.»
Δεν απάντησε σ’ αυτό. Έστρεψε το βλέμμα στον Κόνραντ. Θα μπορούσε ακόμη να μιλήσει, να ζητήσει αναστολή, να πει ότι δεν προχωρούν. Να δοκιμάσει έστω. Εκείνος κράτησε το βλέμμα της για ένα δευτερόλεπτο, μετά κατέβασε τα μάτια στην ανοιχτή πύλη και ξανά σε εκείνη.
«Κόνραντ», είπε χαμηλά, χωρίς να τον κοιτάξει.
Δεν απάντησε. Ούτε μετακινήθηκε.
Ακριβώς επειδή δεν έγινε τίποτα, μια σφιχτή ανάσα της έμεινε στο στήθος. Δεν περίμενε πια τη λέξη που θα έκοβε τη διαδικασία. Όταν γύρισε προς τον υπάλληλο της υποδοχής, η αναμονή δεν υπήρχε.
«Καταγράψτε τουλάχιστον τώρα, ενώ είμαστε ακόμη εδώ έξω, ότι ζητώ να σημειωθεί πως η άρνησή μου επαναλήφθηκε πριν από την είσοδο και ότι η καταγραφή της δεν έγινε.»
Ο υπάλληλος αποκρίθηκε: «Μπορώ να το μεταφέρω στην εσωτερική αναφορά.»
«Μετά.»
«Ναι.»
«Αφού θα έχω περάσει.»
«Ναι.»
Έγνεψε. «Ωραία.»
Στη μέση κόπηκε ένας ήχος που άφησε η Εύα. «Μη λες ωραία.»
Έκανε το πρώτο βήμα προς την πύλη. Κανείς δεν την ακούμπησε. Το μεταλλικό κατώφλι ήταν στενό, χαραγμένο από τις ρόδες καροτσιών κι από παλιά χτυπήματα, με μυρωδιά μετάλλου και σκόνης. Στάθηκε επάνω του και γύρισε μισά προς τα πίσω, αρκετά ώστε να τους βλέπει και τους δύο.
«Να ακουστεί άλλη μία φορά», είπε, όχι πια στη Φος μόνο αλλά σε όλους όσοι ήταν παρόντες. «Περνώ χωρίς συναίνεση. Η είσοδός μου γίνεται υπό πίεση.» Το ψυχρό φως έκοβε τη γραμμή του προσώπου της καθώς στεκόταν στο κατώφλι.
Χωρίς να σηκώσει τη φωνή, ακούστηκε ευκρινώς.
«Και να ειπωθεί επίσης ότι αυτό δεν πρωτοκολλείται εδώ, πριν περάσω. Μόνο μέσα. Μόνο στην εσωτερική αναφορά.»
Κανείς από το προσωπικό της εισόδου δεν μίλησε. Λίγο πιο μέσα, δύο άτομα περίμεναν με εκείνη την ακίνητη στάση που της είχε γίνει ήδη αφόρητη από τη στιγμή που κατέβηκε από το όχημα. Το ήξεραν. Την περίμεναν. Δεν υπήρχε τίποτε πρόχειρο σ’ αυτό που γινόταν.
Μισό βήμα πίσω της στεκόταν η Φος, με τα χέρια χαμηλά, την κάρτα ακόμη ανάμεσα στα δάχτυλά της. «Η δήλωσή σας θα συμπεριληφθεί στην εσωτερική καταγραφή παραλαβής», αποκρίθηκε. «Η διαδικασία καταχώρισης αρχίζει μετά τη διέλευση.»
Γύρισε το κεφάλι προς το μέρος της και τη βρήκε εκεί.
«Δηλαδή όχι εδώ.»
Η Φος την κοίταξε σταθερά. «Όχι σ’ αυτό το σημείο.»
«Δηλαδή περνώ πρώτα και καταγράφετε μετά ότι αρνήθηκα.»
«Η άρνησή σας θα καταγραφεί στην παραλαβή.»
Για ένα δευτερόλεπτο έμεινε ακίνητη. «Ούτε στην είσοδο ούτε πριν. Στην παραλαβή.»
Η Φος απάντησε χωρίς να αλλάξει τόνο. «Ναι.»
Έτσι ήθελε να ακουστεί. Όχι γιατί την ικανοποιούσε, αλλά γιατί έμενε μπροστά σε μάρτυρες. Το προσωπικό της εισόδου, η μητέρα της, ο Κόνραντ. Κανείς δεν θα μπορούσε αργότερα να πει ότι είχε δημιουργηθεί παρεξήγηση για τη σειρά των πραγμάτων.
Η Εύα έκανε ένα βήμα μπροστά. «Μίρα.»
Δεν την κοίταξε αμέσως. Τα μάτια της έμειναν στην ανοιχτή γραμμή της εισόδου, στο πάτωμα που άλλαζε χρώμα ακριβώς μετά το κατώφλι, στο εσωτερικό όπου θα περνούσε από λέξεις που είχαν ήδη ετοιμαστεί χωρίς εκείνη. Όταν γύρισε, το βλέμμα της ήταν στεγνό.
«Όχι.»
Η Εύα κατάπιε και ξαναδοκίμασε. «Άκουσέ με μόνο—»
«Φτάνει.» Η φωνή της ήταν κοφτή τώρα. «Σας το είπα ήδη. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία δεν μου μιλάτε ως μητέρα.»
Η λέξη έμεινε έξω από το στόμα της Εύας. Το πρόσωπό της άλλαξε, όχι πολύ, μόνο όσο χρειαζόταν για να φανεί ότι είχε φτάσει εκεί ακριβώς όπου φοβόταν. «Σε παρακαλώ.»
«Δεν γίνεται.» Η Μίρα την κοίταζε χωρίς να πλησιάζει. «Επιτρέψατε να γίνει η μεταφορά. Το είπατε. Είπατε ναι σ’ αυτό που γίνεται τώρα. Μη μου μιλάτε λοιπόν έξω από αυτό.»
Η Εύα άνοιξε το στόμα της, αλλά δεν έβγαλε αμέσως ήχο. Ο Κόνραντ στεκόταν δίπλα της, με τα χέρια άκαμπτα στα πλάγια· εκείνη τον είδε μόνο όσο χρειαζόταν. Δεν περίμενε τίποτε από εκείνον πια. Αυτό ήταν το πιο οξύ σημείο της στιγμής.
«Μίρα», ψιθύρισε τελικά, πιο χαμηλά, «δεν το έκανα για να σε παραδώσω.»
Η Μίρα έστρεψε όλο το σώμα της προς τα έξω, ακόμη πατώντας στη στενή λωρίδα του μεταλλικού κατωφλιού. «Αυτό ακριβώς κάνατε.»
Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι έτσι.»
«Με φέρατε εδώ και δεν το σταματήσατε.» Μίλησε αργά, μία φράση κάθε φορά. «Αυτό αρκεί. Όποια λέξη κι αν θέλετε να χρησιμοποιήσετε, αυτό έγινε.»
Η Φος δεν παρενέβη. Μέσα, το προσωπικό παρέμενε στη θέση του.
«Ακούσατε όλοι», δήλωσε, κοιτάζοντας προς την είσοδο. «Η καταγραφή της άρνησής μου δεν υπάρχει πριν μπω. Υπάρχει μόνο αφού με παραλάβετε μέσα. Αυτό είναι το πλαίσιο που επιβάλλετε. Το δηλώνω πριν το περάσω.»
Ένας από τους εσωτερικούς υπαλλήλους έγνεψε ελάχιστα, όχι ως συγκατάθεση, μόνο ως ένδειξη ότι άκουσε.
«Δεν θέλω να κλείσει έτσι», πρόφερε η Εύα.
Τη διέκοψε η Μίρα. «Δεν αποφασίζετε εσείς πώς κλείνει.»
Η φράση έπεσε και έμεινε. Η Εύα χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Κόνραντ πάλι δεν είπε τίποτε. Ούτε τώρα.
Πήρε αέρα από τη μύτη και τον άφησε αργά. Ένιωθε το μέταλλο κάτω από τη σόλα της, το μικρό δόντι της ένωσης στο έδαφος, τη διαφορά ανάμεσα στον εξωτερικό αέρα και στη σταθερή ψυχρότητα που ερχόταν από μέσα. Αν έμενε κι άλλο, δεν θα άλλαζε τίποτε. Αν περίμενε, θα τους χάριζε μόνο χρόνο. Το μόνο που είχε ακόμη δικό της ήταν η σειρά της.
Δικιά της ήταν μόνο η σειρά των λέξεων και η στιγμή που θα τις έλεγε.
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε μία φορά τη Φος. Στο χέρι της γιατρού βρισκόταν ήδη η κάρτα, έτοιμη, με δύο δάχτυλα στη γωνία της, το βλέμμα σταθερό, όχι πάνω στους γονείς της αλλά στη γραμμή της διέλευσης. Όλα ήταν στη θέση τους πριν φτάσουν. Λίγο πίσω από το άνοιγμα στεκόταν ο εσωτερικός υπάλληλος, μια γυναίκα με σκούρο μπλε ένδυμα και έγγραφα στο αριστερό χέρι, κι ένας άντρας λίγο πιο μέσα, χωρίς να μιλά. Κανείς τους δεν περίμενε απόφαση· περίμεναν μόνο κίνηση.
Μίλησε ρητά.
«Αρνούμαι την είσοδο.»
Δεν κοίταξε κανέναν όταν το είπε. Το άφησε μπροστά της, προς το εσωτερικό, εκεί όπου θα περνούσε και θα άφηνε πίσω της τους έξω.
«Εισέρχομαι υπό πίεση. Αυτό δηλώθηκε έξω από την πύλη, δεν πρωτοκολλείται τώρα. Πρωτοκολλείται μόνο αφού περάσω. Το ακούσατε όλοι.»
Η Φος απάντησε αμέσως, στον ίδιο τόνο που χρησιμοποιούσε κάθε φορά που έβαζε μια διαδικασία στη θέση της.
«Ακούστηκε. Θα καταγραφεί στην εσωτερική παραλαβή.»
Για πρώτη και τελευταία φορά έστρεψε το πρόσωπό της προς την Εύα. Η μητέρα της είχε κάνει μισό βήμα μπροστά, με το χέρι σηκωμένο λίγο — όχι αρκετά για να αγγίξει, μόνο αρκετά ώστε να φαίνεται πως το σώμα της δεν είχε δεχτεί ακόμη αυτό που είχε ήδη γίνει. Πίσω της, ο Κόνραντ στεκόταν στο ίδιο σημείο, χωρίς να πλησιάζει ή να λέει να σταματήσουν. Δεν ζητούσε τίποτε.
Τον είδε και τον άφησε εκεί.
Η Εύα ξανάνοιξε το στόμα της. «Μίρα, σε παρακαλώ—»
«Όχι.» Η λέξη βγήκε κοφτή. «Μέσα σε αυτή τη διαδικασία δεν θα μου μιλήσετε ως μητέρα.»
Η Εύα έμεινε ακίνητη. Το χέρι της κατέβηκε αργά. Το πρόσωπό της έχασε κάθε προσπάθεια να διορθώσει τη στιγμή. Ο Κόνραντ γύρισε ελάχιστα το κεφάλι προς εκείνη, έπειτα πάλι μπροστά, προς την πύλη, χωρίς φωνή, χωρίς κίνηση.
Η Φος πέρασε την κάρτα από τον αναγνώστη.
Ακούστηκε το σύντομο ηλεκτρονικό σήμα, έπειτα ο βαρύς μηχανισμός που απασφάλισε. Η μεταλλική πύλη τραβήχτηκε προς τα μέσα από τον υπάλληλο. Το άνοιγμα ήταν ακριβώς όσο χρειαζόταν για έναν άνθρωπο κάθε φορά. Πέρα από αυτό, ο διάδρομος ήταν φωτισμένος με λευκό, χωρίς παράθυρα στο πρώτο του τμήμα.
Κανείς δεν την άγγιξε.
Αυτό το κράτησε αμέσως. Δεν της έδιναν άλλη αφορμή έξω από εκείνη που είχαν ήδη παραδεχτεί. Της άφηναν το βήμα, όχι την επιλογή.
Πέρασε ολόκληρη.
Γύρισε αμέσως μισά το κεφάλι, όχι επειδή περίμενε επέμβαση αλλά επειδή δεν θα τους άφηνε να πουν αργότερα ότι μπήκε σιωπηλά. Η φωνή της έφτασε καθαρά μέχρι τον χώρο επισκεπτών.
«Να καταγραφεί ακριβώς: αρνήθηκα πριν περάσω.»
Η γυναίκα με το μπλε ένδυμα αποκρίθηκε για πρώτη φορά. «Θα το δηλώσετε στην παραλαβή.»
Την κοίταξε χωρίς να αλλάξει έκφραση. «Το δηλώνω ήδη.»
Η Φος έκανε ένα μικρό νεύμα προς το εσωτερικό προσωπικό, όχι προς εκείνη. Ήταν το νεύμα της συνέχισης. Ακόμη ένα βήμα κι η πύλη άρχισε να επιστρέφει. Ο υπάλληλος την άφησε κι ο μηχανισμός την τράβηξε πίσω με σταθερή δύναμη.
Η Εύα κινήθηκε απότομα, χωρίς να την περάσει. «Περιμένετε—»
Ο εξωτερικός φύλακας, που ως εκείνη τη στιγμή στεκόταν στην άκρη του χώρου επισκεπτών, σήκωσε μόνο το χέρι του κι είπε χαμηλά: «Μέχρι εδώ.»
Η Εύα σταμάτησε μπροστά στη γραμμή του δαπέδου. Δεν την πέρασε. Τα μάτια της έμειναν πάνω της. Ο Κόνραντ δεν την άγγιξε, δεν τη συγκράτησε, δεν μίλησε στον φύλακα, δεν είπε τίποτα.