Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Capítulo 7 de 16

    Capítulo 7

    Το Μαύρο Βραχιόλι

    Η πύλη έκλεισε πίσω της και ο χώρος των επισκεπτών κόπηκε οριστικά από το βλέμμα της. Ο διάδρομος άλλαξε καθεστώς. Ο φύλακας δεν την άγγιξε, δεν τη συγκράτησε, δεν αποκρίθηκε σε τίποτα που θα σταματούσε αυτό που είχε ήδη αρχίσει· έμεινε αμέτοχος. Δεν υπήρχε πια έξω και μέσα στο ίδιο κάδρο. Απλωνόταν μόνο ο εσωτερικός διάδρομος του Chiemsee, ο λευκός φωτισμός, το λείο δάπεδο, οι πόρτες χωρίς χειρολαβές από τη μεριά του περάσματος, και οι άνθρωποι που δεν χρειάζονταν τη συγκατάθεσή της για να συνεχίσουν.

    Λίγα μέτρα πιο μέσα στεκόταν ένας άνδρας με γκρι στολή, δίπλα σε στενό σταθμό καταγραφής στερεωμένο στον τοίχο. Μια επίπεδη οθόνη ήταν ήδη ανοιχτή. Δίπλα της, μια θήκη με δύο βραχιόλια, ίδιου μεγέθους, μαύρα, με μεταλλικό κούμπωμα. Η γυναίκα με τη μπλε στολή που της είχε μιλήσει νωρίτερα πήρε θέση μπροστά στην οθόνη. Στο πλάι, ούτε κοντά ούτε μακριά, η Φος στάθηκε σε σημείο από όπου έβλεπε και την κρατούμενη και το προσωπικό.

    «Εσωτερική παραλαβή», ανέφερε εκείνη με τη μπλε στολή. «Ονοματεπώνυμο.»

    Την κοίταξε. «Αρνούμαι την είσοδο.»

    Χωρίς να σηκώσει τα μάτια από την οθόνη, η υπάλληλος ζήτησε: «Ονοματεπώνυμο.»

    «Μίρα Χάρτμαν. Εισέρχομαι υπό πίεση. Να σημειωθεί τώρα.»

    Τα δάχτυλα της υπαλλήλου κινήθηκαν στο πληκτρολόγιο. Από τη θήκη, ο άνδρας με τη γκρι στολή πήρε το ένα βραχιόλι και περίμενε χωρίς να πλησιάσει.

    Με την ίδια φωνή που είχε χρησιμοποιήσει και πριν από την πύλη, η Φος δήλωσε: «Η δήλωσή σας καταγράφεται στην εισαγωγική αξιολόγηση. Από αυτή τη στιγμή η μετακίνησή σας υπάγεται σε ενεργή παρακολούθηση εντός σταθμού.»

    Στράφηκε προς εκείνη. «Το είπα πριν περάσω. Μπροστά σε μάρτυρες.»

    «Αυτό θα ενταχθεί στον φάκελο.»

    «Όχι. Να ενταχθεί ότι αρνήθηκα πριν από την πύλη και ότι μπήκα υπό πίεση.»

    Η γυναίκα στην οθόνη σήκωσε επιτέλους τα μάτια. Η φωνή της έμεινε επίπεδη. «Οι προγενέστερες ενστάσεις εκτός πρωτοκόλλου δεν καταχωρούνται στο στάδιο της πύλης. Καταγράφονται εδώ ως στοιχεία εισαγωγικής αναφοράς.»

    Η λέξη έμεινε ευκρινής μέσα της. Παρέκκλιση στη συμπεριφορά, όχι άρνηση. Όχι καταγγελία. Όχι όρος εισόδου. Το ίδιο πράγμα που έξω είχε ειπωθεί δυνατά μπροστά σε άλλους, εδώ γινόταν κατηγορία γραμμής, στοιχείο προς ταξινόμηση.

    Ο άνδρας με τη γκρι στολή έκανε μισό βήμα προς το μέρος της και υπέδειξε: «Αριστερός καρπός.»

    Δεν του τον έδωσε. Κράτησε τα χέρια της χαμηλά, τα δάχτυλα ανοιχτά, το σώμα ακίνητο.

    Χωρίς να αλλάξει στάση, η Φος διευκρίνισε: «Δεν απαιτείται συναίνεση για το μέτρο παρακολούθησης.»

    Αυτό δεν ειπώθηκε πιο σκληρά από πριν. Ειπώθηκε όπως ανακοινώνεται ώρα χορήγησης ή σειρά εξέτασης. Εκεί βρισκόταν η χρήση της διαδικασίας. Δεν χρειαζόταν να την κερδίσει. Δεν χρειαζόταν να την πείσει. Χρειαζόταν μόνο να προχωρήσει, είτε με ήσυχη συμμόρφωση είτε με αντίδραση που θα περνούσε επίσης στο ίδιο σύστημα.

    «Καταγράψτε πρώτα τη φράση μου», απαίτησε. «Ολόκληρη.»

    Η υπάλληλος ρώτησε: «Τη διατυπώνετε τώρα;»

    Κράτησε τα μάτια της πάνω στη Φος. «Αρνούμαι την είσοδο. Εισέρχομαι υπό πίεση. Απαιτώ να σημειωθεί ότι το δήλωσα πριν περάσω την πύλη και το επαναλαμβάνω στην εσωτερική παραλαβή.»

    Άκουσε τα πλήκτρα να χτυπούν πιο συνεχόμενα. Η υπάλληλος διάβασε από την οθόνη χωρίς σχόλιο: «Λεκτική δήλωση αντίρρησης κατά την παραλαβή. Αναφορά προγενέστερης άρνησης πριν από την πύλη. Δήλωση πίεσης κατά την εισαγωγή.»

    Πήρε μια ανάσα. Δεν ήταν αυτό που είχε απαιτήσει, και το άκουσε αμέσως. Η πρόταση είχε ήδη αλλάξει χέρια. Η αντίρρησή της δεν στεκόταν εκεί όπου την είχε τοποθετήσει. Είχε μετακινηθεί σε αναφορά. Είχε μπει κάτω από τίτλο, σε σειρά που δεν αποφάσισε η ίδια.

    «Αναφορά», είπε ξερά. «Όχι καταγραφή.»

    «Όχι καταγραφή άρνησης στο σημείο που τη δήλωσα.»

    Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, η υπάλληλος είπε: «Η διατύπωση ακολουθεί το πρωτόκολλο παραλαβής.»

    Δεν κοίταξε εκείνη· την κοίταξε. «Πείτε το εσείς. Μπροστά τους. Ότι αρνήθηκα πριν από την πύλη και ότι δεν το καταγράψατε τότε.»

    Για πρώτη φορά από την είσοδό τους, έπεσε μια σύντομη παύση που δεν την όριζε ο ήχος του πληκτρολογίου ή τα βήματα. Ο άνδρας με τη γκρι στολή κρατούσε ακόμη ανοιχτό το βραχιόλι, έτοιμο. Κάτω από το φως του σταθμού, η μεταλλική ασφάλεια έλαμπε. Πίσω από τον πάγκο, στην οθόνη υποδοχής, μια γραμμή αναβόσβηνε δίπλα σε έναν κωδικό και σε έναν πρώτο προορισμό που δεν είχε ακόμη διαβάσει ολόκληρο.

    Βούιζε ακόμη στ’ αυτιά της το κλείσιμο της πύλης. Κράτησε τη φωνή της επίπεδη. Αφού δεν μπορούσε να σταματήσει τη μεταφορά, θα τους έδενε τουλάχιστον στις λέξεις τους.

    Χωρίς βιασύνη, η Φος απάντησε: «Δηλώσατε άρνηση πριν από τη διέλευση της πύλης. Σας εξηγήθηκε ότι η καταχώριση γίνεται στην εσωτερική παραλαβή. Στον φάκελο εισαγωγής ενσωματώθηκε η δήλωσή σας.»

    «Ενσωματώθηκε», επανέλαβε εκείνη. «Όχι αναγνωρίστηκε.»

    «Καταχωρίστηκε σύμφωνα με τον ισχύοντα τύπο.»

    «Και η πίεση;» ρώτησε. «Αυτό πώς μπαίνει; Ως δική μου εντύπωση; Ως συμπεριφορική παρέκκλιση; Ως φράση που σας βολεύει;»

    Στρέφοντας ελάχιστα το πρόσωπο προς την υπάλληλο, η Φος είπε: «Προσθέστε ότι η εξεταζόμενη αμφισβητεί τον διοικητικό χαρακτηρισμό της δήλωσής της.»

    Άκουσε ξανά τα πλήκτρα. Σύντομα, κοφτά. Ένα χέρι πάνω σε μηχάνημα — και η πρότασή της είχε ήδη αλλάξει για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Δεν είχε σημασία πόσο ακριβώς μιλούσε. Μόλις έμπαινε στην οθόνη, δεν της ανήκε.

    Όταν ο άνδρας έκανε ένα ακόμη βήμα, τράβηξε τον αριστερό της καρπό λίγο πίσω και κοίταξε το κλειδωμένο βραχιόλι στο χέρι του.

    «Όχι ακόμη.»

    Το είπε χαμηλά, αλλά ο χώρος ήταν τόσο ελεγχόμενος που κάθε λέξη έβρισκε θέση. Ο άνδρας σταμάτησε αμέσως και περίμενε οδηγία.

    Δεν πήρε τα μάτια της από εκείνη. «Θέλω να ειπωθεί ρητά: αρνούμαι, και αυτό δεν σταματά τίποτα. Σωστά;»

    Σταθερά, η Φος την κοίταξε. «Η αντίρρησή σας δεν σταματά τα μέτρα εισαγωγής.»

    Άφησε να περάσει μία ανάσα. Αυτό ήθελε να ακουστεί. Όχι επειδή περίμενε ότι θα αλλάξει κάτι, αλλά επειδή τώρα υπήρχαν πάλι μάρτυρες και λόγια που δεν ειπώθηκαν μόνο μέσα σε οθόνη. Μικρή ήταν η διαφορά. Το σαγόνι της σκλήρυνε.

    «Καταγράφηκε αυτό;» ρώτησε την υπάλληλο.

    Η γυναίκα γύρισε ελαφρά την οθόνη προς το μέρος της, όσο επέτρεπε η βάση. Πρόλαβε να δει γραμμές κειμένου, κωδικούς, ώρα, και κάτω από αυτά μια φράση που έσπαγε σε διοικητικές λέξεις ό,τι μόλις είχε ειπωθεί. Δεν πρόλαβε να τη διαβάσει ολόκληρη.

    «Περιλήφθηκε λειτουργικά», απάντησε η υπάλληλος.

    Έβγαλε έναν ξερό ήχο από τη μύτη. «Λειτουργικά.»

    Χωρίς άλλη εντολή, ο άνδρας με τη γκρι στολή σήκωσε λίγο το χέρι με το βραχιόλι. «Αριστερός καρπός.»

    Αυτή τη φορά σήκωσε το χέρι της αργά. Δεν το πρόσφερε. Το κράτησε στο ύψος ανάμεσά τους, με τον αγκώνα λυγισμένο και την παλάμη στραμμένη προς τα μέσα. Ο άνδρας έπιασε τον καρπό της μόνο όσο χρειαζόταν. Τα δάχτυλά του ήταν στεγνά, προσεκτικά, εκπαιδευμένα να μην ασκούν περιττή πίεση. Το μαύρο υλικό ακούμπησε ψυχρό στο δέρμα της.

    Μίλησε πριν κλείσει η ασφάλεια. «Τι ακριβώς παρακολουθεί;»

    Δεν απάντησε· την κοίταξε.

    «Θέση εντός σταθμού, διαδρομές κίνησης και πρόσβαση σε ζώνες», αποκρίθηκε η Φος.

    Ο άνδρας έκλεισε το μεταλλικό κούμπωμα με ένα μικρό, καθαρό κλικ. Η πίεση έσφιξε γύρω από τον αριστερό καρπό της και έμεινε εκεί, ακριβής, χωρίς περιθώριο. Δεν πονούσε. Αυτό την ενόχλησε περισσότερο. Έστρεψε λίγο το χέρι της και κοίταξε το μαύρο λουρί πάνω στο δέρμα της. Ο άνδρας πέρασε ένα φορητό τερματικό λίγα εκατοστά από το βραχιόλι. Ακούστηκε ένας σύντομος τόνος.

    «Ενεργό», είπε.

    Χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον καρπό της, η Μίρα μίλησε. «Η άρνησή μου;»

    «Έχει καταγραφεί», απάντησε εκείνη αμέσως.

    Εκεί ήταν. Η φράση που ήθελε να ακούσει και που δεν είχε καμία χρήση. Σήκωσε το βλέμμα της προς τη Φος.

    «Και πηγαίνω στον θάλαμο αξιολόγησης.»

    «Ναι.»

    Η Μίρα έσφιξε για μια στιγμή τα δάχτυλά της γύρω από το κενό.

    Χωρίς να χαμηλώσει τον τόνο της ούτε στο ελάχιστο, η Φος συνέχισε: «Η καταγραφή της άρνησής σας δεν αναστέλλει τη διαδικασία.»

    Καθώς το χέρι της έπεφτε δίπλα στο σώμα της, το βραχιόλι μετακινήθηκε ελάχιστα και σταμάτησε αμέσως στη θέση του. Δοκίμασε, μόνο με δύο δάχτυλα, να αγγίξει το κούμπωμα. Ο άνδρας με τη γκρι στολή μίλησε πριν προλάβει να το εξετάσει περισσότερο.

    «Μην το πειράζετε.»

    Γύρισε προς το μέρος του. «Τι γίνεται αν το πειράξω;»

    Εκείνος δεν απάντησε. Κοίταξε τη Φος. Η Φος έκανε ένα μικρό νεύμα, όχι προς εκείνον αλλά προς την κονσόλα.

    «Από εδώ και πέρα μετακινείστε μόνο με εντολή της μονάδας», είπε.

    Ακίνητη, η Μίρα ρώτησε: «Ποιος το αποφασίζει;»

    «Η μονάδα και οι υπεύθυνοι αξιολόγησης.»

    «Ονομαστικά;»

    «Όταν απαιτείται, θα σας γνωστοποιούνται τα στοιχεία του αρμόδιου υπευθύνου.»

    Η απάντηση ήρθε έτοιμη, στρογγυλεμένη, χωρίς άνοιγμα. Η Μίρα κοίταξε πίσω της, προς τον διάδρομο από όπου την είχαν φέρει. Η πύλη δεν φαινόταν από εκεί. Μόνο λευκοί τοίχοι, μια γωνία, δύο κλειστές θύρες με επίπεδες μεταλλικές επιφάνειες και ένα φωτεινό σήμα πρόσβασης δίπλα σε κάθε κάσα. Η ψυχρή λάμψη έμενε ακίνητη πάνω στο μέταλλο. Η διαδρομή είχε ήδη κοπεί σε τμήματα που δεν οδηγούσαν πουθενά για εκείνη.

    «Περιορισμένη πρόσβαση;» ρώτησε.

    «Ναι», απάντησε η Φος. «Το βραχιόλι επιβεβαιώνει θέση, διαδρομή και δικαιώματα διέλευσης. Θα έχετε πρόσβαση μόνο στις ζώνες που αντιστοιχούν στο στάδιο της διαδικασίας σας.»

    «Δικό μου στάδιο.»

    «Το στάδιο εισαγωγής και αξιολόγησης.»

    Για μια στιγμή δεν είπε τίποτε. Άκουσε τον αέρα του χώρου, έναν χαμηλό, σταθερό μηχανικό ήχο, την κίνηση δαχτύλων πάνω σε πλήκτρα από τον σταθμό καταγραφής, το ελαφρό τρίξιμο από το ύφασμα στο μανίκι της όταν λύγισε ξανά τον καρπό της. Η μυρωδιά του καθαριστικού έμενε κολλημένη στον διάδρομο. Όλα λειτουργούσαν ήδη χωρίς να την περιμένουν.

    «Η πρώτη διαδρομή;» είπε.

    «Θα εκτελεστεί υπό επιτήρηση», απάντησε η Φος.

    Η Μίρα έστρεψε το πρόσωπό της προς την υπάλληλο πίσω από την οθόνη. «Περνάει κι αυτό στην καταγραφή; Ότι από εδώ και πέρα μετακινούμαι μόνο με εντολή της μονάδας;»

    Η υπάλληλος κοίταξε πρώτα τη Φος, ύστερα την οθόνη της. «Καταχωρίζεται ως περιορισμός κίνησης εντός διαδικασίας.»

    «Όχι. Πείτε το όπως ειπώθηκε.»

    Με ένα ελάχιστο σφίξιμο στους ώμους, η υπάλληλος δεν ξανακοίταξε τη Μίρα. «Η μετακίνηση εκτελείται με οδηγία της μονάδας και υπό επιτήρηση.»

    Η Μίρα γύρισε πάλι προς τη Φος. «Και αυτό θεωρείτε ότι αρκεί.»

    «Θεωρώ ότι είναι ακριβές.»

    Το βραχιόλι ακούμπησε στο κόκαλο του καρπού της όταν έκλεισε το χέρι της. Δεν μπορούσε πια να το σκέφτεται ως αντικείμενο που της έδειξαν πάνω σε δίσκο ή στο χέρι άλλου. Είχε περάσει στο σώμα της, και το σώμα της είχε περάσει σε άλλη κατηγορία. Η λέξη επισκέπτρια είχε τελειώσει πριν καν ειπωθεί. Δεν θα της άφηναν χώρο· θα μετρούσαν ό,τι της έδεναν πάνω της.

    Μια πλαϊνή θύρα άνοιξε χωρίς θόρυβο. Βγήκαν δύο άτομα με ανοιχτόχρωμες στολές, χωρίς διακριτικά που να διαβάζονται από απόσταση. Ο ένας κρατούσε μια λεπτή συσκευή χειρός με οθόνη που έδειχνε γραφήματα σε κίνηση. Ο άλλος είχε έναν επίπεδο δίσκο με αισθητήρες, ταινίες μίας χρήσης, ένα θερμόμετρο αφής και μικρά αυτοκόλλητα σημεία σήμανσης.

    Στάθηκαν μπροστά στη Φος.

    Όταν την έβγαλαν από τον διάδρομο της καταγραφής και την πέρασαν σε άλλη πτέρυγα, είχε ήδη κοπεί κάθε σχέση με το προηγούμενο δωμάτιο. Το στομάχι της έμενε σφιγμένο από το πέρασμα· κράτησε το στόμα της κλειστό, μετρώντας βήματα και πόρτες. Δεν την οδήγησαν σε θάλαμο αξιολόγησης, όπως είχαν πει. Την έβαλαν σε μια μεγάλη κοινή αίθουσα όπου υπήρχαν ήδη έφηβοι — καθισμένοι, όρθιοι, απλωμένοι σε τραπέζια και κατά μήκος των τοίχων — και το πρώτο που γύρισε πάνω της ήταν τα βλέμματα, όχι τα όργανα.

    Με χαμηλό ήχο έκλεισε πίσω της η πόρτα. Οι δύο συνοδοί δεν απομακρύνθηκαν. Έμειναν εκατέρωθεν της εξόδου, αρκετά πίσω ώστε να μη φαίνονται ως φρουροί, όχι τόσο πίσω ώστε να ξεχαστούν. Έκανε ένα βήμα μέσα στην αίθουσα και στάθηκε χωρίς να προχωρήσει αμέσως. Το βραχιόλι στον αριστερό καρπό ήταν καθαρά ορατό. Μαύρο, καινούργιο, με το μεταλλικό κούμπωμα ακόμη άκαμπτο. Είδε δύο παιδιά κοντά στο παράθυρο να χαμηλώνουν το βλέμμα από το πρόσωπό της κατευθείαν εκεί.

    Ο χώρος ήταν πιο ζεστός από τον διάδρομο. Τραπέζια χαμηλά, καρέκλες διαφορετικές μεταξύ τους, ένας πάγκος στο βάθος με ποτήρια, μια οθόνη στον τοίχο χωρίς ήχο, ένα ράφι με επιτραπέζια που κανείς δεν άγγιζε εκείνη τη στιγμή. Δεν έμοιαζε με εξέταση. Αυτό την ενόχλησε περισσότερο. Η λέξη θάλαμος είχε τουλάχιστον την τιμιότητα της απομόνωσης. Εδώ η διαδικασία συνεχιζόταν μπροστά σε κοινό.

    Μια κοπέλα με κοντά μαλλιά, ίσια πλάτη και γκρι φούτερ την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Ένα αγόρι που καθόταν ανάποδα σε καρέκλα έσπρωξε με το πόδι του το κάθισμα δίπλα του και έγειρε μπροστά. Στο άλλο άκρο του δωματίου, κάποιος γέλασε χαμηλά — όχι για κάποιο αστείο που ειπώθηκε εκείνη τη στιγμή, αλλά για την είσοδό της. Χωρίς να το δείχνει, μέτρησε πρόσωπα. Οκτώ. Ύστερα δέκα. Δύο ακόμη μισοκρυμμένοι πίσω από μια κολόνα και μια ψηλή ντουλάπα αποθήκευσης.

    «Νέα καταχώριση», είπε το αγόρι με την καρέκλα.

    Κανείς από τους συνοδούς δεν απάντησε. Ο ένας κοίταζε την οθόνη της συσκευής χειρός, ο άλλος την αίθουσα.

    Γύρισε ελάχιστα το κεφάλι της προς αυτούς. «Αυτό είναι ο θάλαμος αξιολόγησης;»

    Δεν πήρε απάντηση αμέσως. Ο πιο κοντινός αποκρίθηκε: «Θα ενημερωθείτε για το πρόγραμμα.»

    Πρόγραμμα, όχι εξήγηση ή διόρθωση. Το κράτησε.

    Η κοπέλα με το γκρι φούτερ σηκώθηκε από τη θέση της. Ήταν ψηλότερη απ’ όσο είχε φανεί καθιστή. Πλησίασε χωρίς βιασύνη και σταμάτησε σε απόσταση που δεν επέτρεπε οικειότητα αλλά ζητούσε αντίδραση. Τα μάτια της έπεσαν κι αυτά στον αριστερό καρπό.

    «Πότε σε πέρασαν;» ρώτησε.

    «Μόλις τώρα.»

    «Φαίνεται.»

    Δεν είπε τίποτα. Η άλλη περίμενε μισό δευτερόλεπτο ακόμη και μετά έστρεψε το βλέμμα στους συνοδούς.

    «Θα μείνει;»

    «Η καταχώριση ολοκληρώθηκε», απάντησε ο ένας.

    Η φράση πέρασε στην αίθουσα και έμεινε εκεί. Μερικοί ξανακοίταξαν το βραχιόλι της. Ένα κορίτσι στα δεξιά έσφιξε τα χείλη και κατέβασε το βλέμμα στο τραπέζι μπροστά του, όπου υπήρχαν χαρτιά με σκαριφήματα και αριθμούς. Το αγόρι με την καρέκλα σηκώθηκε όρθιο.

    «Όνομα;» ρώτησε.

    Τον κοίταξε ευθεία. «Το έχουν ήδη.»

    «Εμείς δεν το έχουμε.»

    Το «εμείς» έφτασε καθαρότερα από οτιδήποτε άλλο είχε ειπωθεί. Δεν ήταν προσωπική περιέργεια· ήταν κανόνας της αίθουσας. Δοκιμή ή απαίτηση. Ο σβέρκος της σκλήρυνε.

    «Μίρα Χάρτμαν», είπε. «Καταγράφηκα υπό πίεση.»

    Ανάμεσα στους πιο κοντινούς πέρασε μια μικρή μετατόπιση. Ήταν λογαριασμός που ξαναγινόταν. Το αγόρι με την καρέκλα σήκωσε τα φρύδια. Η κοπέλα με το φούτερ δεν αντέδρασε καθόλου.

    «Το είπες εκεί ή το λες εδώ;» ρώτησε.

    «Και τα δύο.»

    «Και καταχωρίστηκε;»

    Σκέφτηκε τη Φος, τη φωνή της χωρίς τριβή, τις τρεις αρνήσεις που δεν σταματούσαν τίποτα. «Το απορρόφησαν», είπε.

    Αυτή τη φορά ακούστηκε ένα ξερό γέλιο από το βάθος.

    Το ξερό γέλιο κόπηκε γρήγορα κι έγινε προσοχή. Στο βάθος, κοντά στο παράθυρο, τον εντόπισε. Ένα αγόρι ακουμπούσε πίσω στην καρέκλα του, με τα χέρια δεμένα χαμηλά στην κοιλιά και τα μάτια πάνω της χωρίς να κρύβεται. Δεν χαμογελούσε πια.

    Το αγόρι που είχε σηκωθεί όρθιο έκανε ένα μισό βήμα προς το κέντρο.

    «Από πού;»

    «Από σχολείο.»

    «Τι έγινε;»

    Η ερώτηση έπεσε αμέσως, στεγνή. Κανείς δεν τη μαλάκωσε, κανείς δεν είπε άμα θέλεις. Κοίταξε μία φορά την πόρτα πίσω της. Δεν είχε κλείσει εντελώς· έμενε μισό δάχτυλο ανοιχτή. Δεν φαινόταν ψυχή έξω.

    Γύρισε πάλι στην αίθουσα.

    «Είχα μια τομή στο δάχτυλο», αποκρίθηκε. «Το αίμα δεν κινήθηκε όπως έπρεπε. Υπήρχαν μάρτυρες.»

    Το κορίτσι με το φούτερ σήκωσε το κεφάλι. Αυτή ήταν η πρώτη καθαρή αντίδραση από εκείνη.

    «Πόσοι;»

    «Αρκετοί.»

    «Καθηγητής;»

    «Ναι.»

    «Νοσηλευτής;»

    «Νοσηλεύτρια.»

    Το αγόρι κοντά στο παράθυρο έγειρε μπροστά.

    «Βίντεο;»

    Άφησε μια ανάσα από τη μύτη.

    «Πήγε να τραβήξει ένας. Τον σταμάτησαν.»

    Αυτή τη φορά δεν ακούστηκε γέλιο. Μερικοί κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλήσουν. Το αγόρι που στεκόταν όρθιο έστρεψε για λίγο το κεφάλι του αριστερά, προς ένα άλλο τραπέζι, εκεί όπου καθόταν μια κοπέλα με κοντά μαλλιά και μολύβι στο χέρι. Εκείνη δεν ρώτησε τίποτα· απλώς έκανε ένα μικρό νεύμα.

    Αυτό το πρόσεξε. Δεν ήταν κουβέντα που άνοιγε μόλις είχε μπει κάποιος. Είχαν ήδη τρόπο, μια σειρά από λέξεις που έψαχναν. Άλλοι ρωτούσαν, άλλοι μέτραγαν, άλλοι κρατούσαν σειρά.

    Για λίγο το βλέμμα της κατέβηκε στον καρπό της. Το μαύρο βραχιόλι έκοβε οξύ πάνω στο δέρμα. Δεν είχε προλάβει να ρωτήσει τίποτα γι’ αυτό στην είσοδο. Δεν της είχαν εξηγήσει τίποτε που να μετράει.

    Αυτή τη φορά μίλησε πρώτο το κορίτσι με το φούτερ.

    «Γιατί είναι μαύρο;»

    Η ερώτηση έπεσε πιο γρήγορα κι από τις προηγούμενες. Εκεί βρισκόταν το κέντρο.

    Σήκωσε λίγο τον καρπό της, όσο να το δει όλη η αίθουσα αν ήθελε.

    «Δεν μου το εξήγησαν.»

    Ένα αγόρι στα αριστερά, που ως τότε έτριβε το νύχι του αντίχειρά του με τον δείκτη, αποκρίθηκε χωρίς να την κοιτάξει:

    «Σου το εξήγησαν. Απλώς όχι με λέξεις.»

    Κάποιοι χαμογέλασαν, όχι με καλοσύνη. Εκείνη κράτησε το χέρι της ακίνητο.

    «Εσείς πείτε το.»

    Δεν απάντησε κανείς αμέσως. Το κενό κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν για σκέψη. Ήταν μέτρημα. Το αγόρι που στεκόταν όρθιο έσπρωξε με το πόδι του την καρέκλα πίσω του, χωρίς να καθίσει.

    «Πότε το είδες;»

    «Μετά την καταχώριση.»

    «Πριν ή μετά τη Φος;»

    Το όνομα βγήκε από άλλο στόμα, από το βάθος. Εκείνη γύρισε απότομα προς τα εκεί. Δύο αγόρια κάθονταν δίπλα δίπλα στον τοίχο. Το ένα μίλησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από ένα τετράδιο.

    «Μετά», απάντησε.

    «Τότε ξέρουν.»

    Δεν είπε ποιοι. Δεν χρειαζόταν. Ο αυχένας της τεντώθηκε ξανά, πιο οξεία τώρα. Η αίθουσα δεν μιλούσε ως παρέα· μάζευε στοιχεία. Έβγαζε σειρά. Εκείνη δεν είχε οδηγηθεί σε λάθος δωμάτιο. Την είχαν φέρει εδώ πρώτα.

    Πιο μέσα, κοντά στο κέντρο, φαινόταν ένα μικρό τραπέζι με έναν μεταλλικό δίσκο ακουμπισμένο πάνω του. Είχε θαμπά σημάδια και ένα κοκκινισμένο σημείο στην άκρη. Τον είχε δει όταν μπήκε, αλλά το βλέμμα της είχε μείνει περισσότερο στα πρόσωπα γύρω του παρά πάνω του.

    Μίλησε επιτέλους η κοπέλα με το μολύβι:

    «Αν ήταν δημόσιο, θα έχει περάσει.»

    «Πού;» ρώτησε.

    Η κοπέλα σήκωσε τους ώμους.

    «Εκεί που περνάνε όλα.»

    Κανένα πρόσωπο δεν μαλάκωσε. Δεν την κορόιδευαν ανοιχτά.

    Δεν την κορόιδευαν ανοιχτά. Αυτό ήταν χειρότερο. Την κοίταζαν με τον τρόπο που κοιτάζουν κάτι που πρέπει να τοποθετηθεί σωστά πριν μείνει στον χώρο.

    Έμεινε ακίνητη εκεί που στεκόταν. Το βραχιόλι στον αριστερό καρπό της ακουμπούσε στο κόκαλο και κάθε μικρή κίνηση το θύμιζε. Δεν σήκωσε το χέρι ούτε πλησίασε το τραπέζι.

    «Τι κάνει;» ρώτησε.

    Κανείς δεν βιάστηκε να απαντήσει. Το αγόρι με το τετράδιο γύρισε μία σελίδα χωρίς να μιλήσει. Ύστερα, η κοπέλα με το μολύβι κοίταξε πρώτα τον δίσκο, έπειτα εκείνη.

    «Δείχνει.»

    «Τι φανερώνει;»

    «Ποιος έχει μείνει.»

    Ένα άλλο παιδί, καθισμένο στο περβάζι, αποκρίθηκε χωρίς να την κοιτάξει:

    «Ποιος πέρασε σωστά.»

    Έστρεψε το κεφάλι προς αυτόν.

    «Σωστά για ποιον;»

    Εκείνος έσφιξε το στόμα του και δεν συνέχισε. Η ερώτησή της έμεινε στον αέρα, αλλά όχι άδεια. Την είχαν ακούσει όλοι.

    Πλησίασε δύο βήματα, μόνο όσο χρειαζόταν για να βλέπει καλύτερα τον δίσκο. Ήταν χαμηλός, βαρύς, με επιφάνεια φαγωμένη σε σημεία από τη χρήση. Το κοκκινισμένο μέρος στην άκρη δεν έμοιαζε με μπογιά. Δεν άπλωσε χέρι, και κανείς δεν είχε σηκωθεί.

    «Και αν δεν τον αγγίξω;»

    Πρώτη απάντησε η κοπέλα με το μολύβι.

    «Τότε δεν λες τίποτα.»

    «Έχω ήδη πει.»

    «Σε εμάς.»

    Κοίταξε μία μία τις θέσεις τους και μέτρησε τη σιωπή τους. Κανείς δεν την πλησίαζε — χωρίς αυτό να κάνει την πίεση μικρότερη. Την έκανε καθαρότερη. Η αίθουσα την περίμενε να κάνει το επόμενο βήμα με τα δικά της χέρια.

    «Και ποιος είναι μέσα;» ρώτησε.

    Για πρώτη φορά, το αγόρι με το τετράδιο σταμάτησε να γράφει. Σήκωσε επιτέλους το κεφάλι. Ήταν το πρώτο βλέμμα που της δόθηκε ολόκληρο.

    «Αυτό είναι το σημείο.»

    Τα δόντια της έκλεισαν σφιχτά. Πάλι το ίδιο — ονομασία, δοκιμή και κατάταξη, χωρίς καμιά λέξη μόνη της. Κάθε λέξη με αποτέλεσμα.

    «Δεν αγγίζω τίποτα χωρίς να ξέρω τι καταγράφει.»

    Ένα χαμηλό γέλιο ακούστηκε από τη δεξιά πλευρά του δωματίου και κόπηκε αμέσως. Όχι κοροϊδία· αναγνώριση. Κάποιος είχε καταλάβει ακριβώς γιατί το είπε.

    Η κοπέλα με το μολύβι έγειρε λίγο πιο μπροστά.

    «Δεν καταγράφει αυτό που νομίζεις.»

    «Και δεν είναι;» ρώτησε τελικά.

    «Είναι εδώ», απάντησε το παιδί στο περβάζι. «Αυτό αρκεί.»

    «Όχι για μένα.»

    Η σιωπή κράτησε λίγο περισσότερο. Έξω από το δωμάτιο ακούστηκε μια πόρτα που έκλεισε και βήματα στον διάδρομο. Μέσα, κανείς δεν μετακινήθηκε.

    Το αγόρι με το τετράδιο ακούμπησε το μολύβι του στη ράχη του τετραδίου.

    «Θες να πας στον θάλαμο αξιολόγησης χωρίς να ξέρεις ποιοι σε έχουν ήδη δει;»

    Γύρισε απότομα προς το μέρος του.

    «Ποιοι;»

    Εκείνος σήκωσε έναν ώμο.

    «Αυτοί που είναι ήδη μέσα.»

    Η απάντηση ήρθε κοφτή, έτοιμη. Το είχαν κάνει ξανά, όχι ως αυθόρμητο παιχνίδι της στιγμής. Ήταν τρόπος. Όποιος έμπαινε έπρεπε να δώσει κάτι που να μπορεί να σταθεί μόνο του μπροστά στους άλλους.

    Κοίταξε πάλι τον δίσκο και μετά τον καρπό της. Μαύρο βραχιόλι, ενεργό, καταχωρισμένο, ήδη επισημασμένη. Ήδη σε διαδρομή που δεν είχε επιλέξει. Αν έμενε ακίνητη, δεν θα έμενε εκτός. Θα έμενε μόνη. Η πύλη την είχε φέρει ως εδώ· από εδώ και πέρα θα μιλούσε και θα διάλεγε η ίδια τι έδινε.

    «Αν τον αγγίξω», είπε, «τι αλλάζει;»

    Αυτή τη φορά η κοπέλα με το μολύβι μίλησε πιο ήσυχα.

    «Όχι το σύστημα.»

    Εκείνη περίμενε τη συνέχεια.

    «Η αίθουσα.»

    Αυτό ήταν το πιο ειλικρινές πράγμα που είχε ακούσει από την ώρα που μπήκε. Όχι υπόσχεση. Όχι απάντηση έτοιμη για όλους. Μόνο αυτό.

    ¿Quieres escribir el tuyo?

    Cada libro de esta página fue producido con SYMBAN. Si tienes una historia en la cabeza, pruébalo.

    Empieza gratis