Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Capítulo 9 de 16

    Capítulo 9

    Σχέδιο στα Περιθώρια

    Όταν την έβγαλαν από την αίθουσα δοκιμών, είχε περάσει ώρα· δεν ήξερε πόση, μόνο ότι τα καλώδια είχαν φύγει, το βραχιόλι είχε μείνει και ο διάδρομος δεν οδηγούσε πια σε άλλο δωμάτιο αλλά έξω, στον προαύλιο περίπατο. Η ρήξη ήταν καθαρή. Από το λευκό φως, το ηχείο και τα θραύσματα, βρέθηκε κάτω από ανοιχτό ουρανό με δύο φύλακες σε απόσταση αναπνοής και μία τρίτη πιο πίσω, στο πλάι της πόρτας. Πέρα από τα συρματοπλέγματα και τις χαμηλές μεταλλικές μπάρες που χώριζαν τις διαδρομές, η λίμνη γυάλιζε θαμπά. Η έξοδος δεν είχε τίποτε από άδεια. Ήταν η ίδια πλήρης καταγραφή χωρίς το ταβάνι.

    Ψυχρός αέρας της έγδερνε το πρόσωπο. Το αριστερό της χέρι έμενε λίγο πιο σφιγμένο από το δεξί, όχι από κρύο αλλά από το βάρος του μαύρου ιμάντα στον καρπό. Το μεταλλικό κούμπωμα ακουμπούσε στο κόκαλο κάθε φορά που κινούσε τα δάχτυλα. Έριξε μια ματιά χαμηλά και βεβαιώθηκε ότι ήταν ακόμη εκεί, ενεργό, ήσυχο. Δεν χρειαζόταν ήχο για να το νιώθει. Στα ακροδάχτυλά της έμενε ένα ψιλό τρέμουλο, και ο ξερός κρότος του γυαλιού δεν έφευγε από το κεφάλι της.

    Στη διαδρομή του περιπάτου, οι γωνίες ήταν σημειωμένες με κίτρινη μπογιά στο τσιμέντο. Στις άκρες υπήρχαν κάμερες, στερεωμένες πάνω σε κοντούς ιστούς. Δύο ζώνες δίπλα στον φράχτη είχαν κορδέλα απαγόρευσης που δεν υπήρχε πριν. Το διάβασε αμέσως και κατάλαβε πως δεν της έδειχναν περισσότερα. Της έκοβαν περάσματα.

    Δεν την άγγιξε κανείς. Αυτό ήταν το μόνο που ήξεραν να ονομάζουν ελευθερία.

    Μετρούσε αργά τις αλλαγές της βάρδιας με τα μάτια. Ένας φρουρός στη βόρεια γωνία δεν ήταν από τους προηγούμενους. Ο άλλος κρατούσε τώρα φορητό τερματικό, όχι απλώς ακουστικό. Στην πόρτα που έβγαζε πίσω μέσα, ένα μέλος του προσωπικού μιλούσε χαμηλά στον πομπό του. Η δοκιμή «σταθεροποίησης αντίδρασης» είχε τελειώσει, αλλά το αποτέλεσμα συνέχιζε να απλώνεται μπροστά της σε μέτρα ασφαλείας.

    Σήκωσε το βλέμμα προς τη λίμνη. Το νερό ήταν ήρεμο και μακρινό. Το έβλεπε μέσα από πλέγμα, ράβδους, αποστάσεις που άλλοι είχαν μετρήσει γι’ αυτήν. Δεν της έφερε ανακούφιση. Της έδειξε μόνο πόσο ακριβώς βρισκόταν έξω από οτιδήποτε ανοιχτό.

    Από το πλάι της διαδρομής ακούστηκαν βήματα πριν προλάβει να γυρίσει. Ο Γιόνας Ράιτερ κρατούσε στα χέρια του ένα διπλωμένο υλικό περιπάτου, ένα λεπτό έντυπο με κανονισμούς και σημειωμένες ώρες, από αυτά που άφηναν καμιά φορά στον κοινόχρηστο χώρο για να φαίνεται πως υπήρχε πρόγραμμα. Δεν την κοίταξε αμέσως. Πήρε θέση δίπλα της με την ακρίβεια ανθρώπου που έχει ήδη αποφασίσει πόση απόσταση επιτρέπεται να αφήσει.

    «Σε έβγαλαν νωρίς», είπε.

    Εκείνη του έριξε μόνο ένα δευτερόλεπτο. Το όνομά του είχε ήδη ειπωθεί μία φορά από το δικό της στόμα μπροστά σε άλλους. Το ήξερε, και το ήξερε κι εκείνος. Δεν υπήρχε τίποτε ουδέτερο ανάμεσά τους πια. Στον κοινόχρηστο χώρο δεν είχε κάνει πίσω όταν τον είχε κατονομάσει. Στη δοκιμή δεν είχε μιλήσει όταν την έσπρωχναν. Αυτό του έδινε ένα μικρό προβάδισμα απέναντι στους υπόλοιπους.

    «Δεν είναι περίπατος», είπε.

    «Το ξέρω.»

    Συνέχισαν να περπατούν χωρίς να αλλάξουν ρυθμό. Ένας από τους φύλακες έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος τους και μετά πάλι μπροστά. Ο Γιόνας άνοιξε λίγο το έντυπο, αρκετά ώστε να φαίνεται ότι διαβάζει. Εκείνη είδε πρώτα τις τυπωμένες γραμμές και κάτω τους, στη μέσα πτυχή, μολύβι. Λεπτές γραμμές, βιαστικές, με τρεις σταυρούς και μια καμπύλη που δεν ανήκε στον αρχικό χάρτη του σταθμού.

    Δεν άπλωσε το χέρι της. Κράτησε τα δικά της χαμηλά.

    «Πότε;» ρώτησε.

    «Στην αλλαγή της απογευματινής βάρδιας. Μικραίνει το παράθυρο.» Δεν γύρισε να τη δει. «Μετά από σήμερα θα το μικρύνουν κι άλλο.»

    Η λέξη σήμερα έμεινε ανάμεσά τους με όλο το βάρος του σπασμένου γυαλιού που δεν είχε δει κανείς έξω, μόνο είχε ακούσει. Η Μίρα σκέφτηκε τη Φος με το χέρι ακίνητο παρ’ όλα τα θραύσματα. Σκέφτηκε την καταγραφή, τους μάρτυρες, τη γρήγορη φωνή όταν είπε μεταβολή πεδίου. Δεν είχε λόγο να ρωτήσει ποιες αναφορές είχαν ήδη φύγει. Το έβλεπε στο πώς είχαν ανοίξει τον προαύλιο χώρο μόνο για να τον κλείσουν περισσότερο γύρω της. Αν το σύστημα είχε φτάσει ως εκεί, δεν θα σταματούσε στην επόμενη δοκιμή.

    «Γιατί εμένα;» είπε χαμηλά.

    Εκείνος δίπλωσε λίγο περισσότερο το έντυπο και σταθεροποίησε το χαρτί ανάμεσα στα δάχτυλά του.

    Δίπλωσε λίγο ακόμη το έντυπο, κάλυψε με τον αντίχειρά του τις τυπωμένες ώρες και άφησε ορατή μόνο τη γραμμή με το μολύβι.

    Η Μίρα δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε μπροστά. Δύο φύλακες είχαν αλλάξει θέση κοντά στη γωνία του φράχτη, εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο ένας. Ο ένας κρατούσε το φορητό τερματικό χαμηλά, ο άλλος το πήρε χωρίς να σταματήσουν να μιλούν μεταξύ τους. Η οθόνη άναψε, έσβησε, ξανάναψε. Ο Γιόνας το είδε την ίδια στιγμή. Το χέρι του μετακινήθηκε πάνω στο έντυπο και το νύχι του χάραξε βιαστικά μια δεύτερη μικρή γραμμή δίπλα στην πρώτη.

    «Τι αλλάζει;» ρώτησε.

    «Το πέρασμα στη βόρεια έξοδο έκλεισε.»

    Γύρισε και τον κοίταξε. «Άρα αυτοσχεδιάζεις.»

    «Άρα κοιτάζω τι κάνουν.»

    Ο φύλακας στα αριστερά τους σήκωσε το χέρι. «Συνεχίστε.»

    Δεν είχαν σταματήσει· μόνο είχαν κόψει ρυθμό. Η Μίρα προχώρησε. Εκείνος κράτησε το βήμα της. Το μαύρο βραχιόλι στον καρπό της ακούμπησε στο γοφό της όταν κινήθηκε το χέρι της. Το μεταλλικό κούμπωμα ήταν κρύο. Δεν χρειαζόταν να το κοιτάξει για να θυμηθεί ότι ήταν εκεί, αλλά το κοίταξε. Οι άκρες των δαχτύλων της έτρεμαν ακόμη, και το δέρμα στις γρατζουνιές από τα θραύσματα έκαιγε κάθε φορά που έσφιγγε την παλάμη. Σήκωσε το βλέμμα στον Γιόνα. Είχε πει την αλήθεια νωρίτερα, όταν οι άλλοι την έντυναν με λέξεις. Αυτό μόνο δεν τον έκανε ασφαλή. Τον έκανε λίγο λιγότερο ίδιο με το μέρος που την έσπρωχνε όλο και πιο βαθιά. Ξανακοίταξε το χαρτί.

    «Πες το καθαρά», απαίτησε. «Τι θες από μένα;»

    Πήρε μία ανάσα από τη μύτη. «Στο σημείο της αλλαγής βάρδιας, όλοι κοιτούν το ίδιο πράγμα μόνο αν τους το δώσεις. Εσένα σε κοιτούν ήδη. Αν σταματήσεις εκεί που πρέπει και τους κρατήσεις πάνω σου για λίγα δευτερόλεπτα, εγώ περνάω το πρώτο φράγμα.»

    «Με χρησιμοποιείς.»

    «Ναι.»

    Το είπε χωρίς παύση, χωρίς να χαμηλώσει τα μάτια. Αυτό την έκανε να σφίξει το σαγόνι περισσότερο απ’ όσο θα το έκανε μια άρνηση.

    Άπλωσε το χέρι, και τον είδε ν’ αφήνει το έντυπο χαμηλά ανάμεσά τους, αρκετά κοντά ώστε να το διαβάσει χωρίς να φαίνεται ότι της το δίνει. Το τυπωμένο σχέδιο του σταθμού ήταν φτωχό, με διαδρομές περιπάτου και σημειωμένες ζώνες πρόσβασης. Το μολύβι είχε χαράξει πάνω του μια άλλη πορεία. Ξεκινούσε από το προαύλιο, έβγαινε πλάγια προς μια λωρίδα συντήρησης, περνούσε πίσω από κλειδωμένη μπάρα και κατέβαινε προς τη λίμνη. Στο τέλος υπήρχε ένας τελευταίος σταυρός, όχι δίπλα σε πόρτα ούτε σε δρόμο επιστροφής. Μόνο στο άκρο της γραμμής, εκεί όπου τελείωνε το τυπωμένο όριο του χώρου.

    Το κατάλαβε πριν μιλήσει. Αυτό δεν ήταν δοκιμή. Δεν ήταν έξοδος με πιθανότητα να τη φέρουν πίσω για εξηγήσεις. Ήταν φυγή που έκοβε τον δρόμο πίσω από αυτήν.

    Πίσω από το πλέγμα, σήκωσε τα μάτια προς τη λίμνη. Από εδώ έμοιαζε μετρημένη σε αποστάσεις, γωνίες, φύλακες, εντολές. Στο χαρτί η διαδρομή κατέληγε ακριβώς εκεί όπου το βλέμμα σταματούσε να έχει μάρτυρες από το προαύλιο. Δεν είχε βάλει δεύτερη γραμμή επιστροφής, γιατί δεν είχε βάλει καμία.

    «Ποιος μένει πίσω;» ρώτησε.

    Ο Γιόνας δεν απάντησε αμέσως.

    «Ποιος μένει πίσω;» επανέλαβε.

    «Όλοι όσοι δεν μπορούν να κινηθούν εκείνη την ώρα.»

    «Οπότε, αν πω ναι, φεύγω εγώ κι εσύ. Οι άλλοι μένουν με την αναθεώρηση ασφαλείας που έρχεται.»

    Έσφιξε το έντυπο. «Αν πεις όχι, μένεις κι εσύ με αυτήν.»

    Πιο κοντά ακούστηκε η φωνή του φύλακα. «Μικρότερη απόσταση.»

    Εκείνη ήρθε μισό βήμα πιο κοντά στον Γιόνα. Το βραχιόλι τράβηξε λίγο το δέρμα του καρπού της. Ο άλλος φύλακας είχε τώρα το τερματικό σηκωμένο στο ύψος του στήθους και διάβαζε κάτι καθώς περπατούσε παράλληλα με τον φράχτη. Οι κλεισμένες είσοδοι φαίνονταν καθαρά από εδώ: αλυσίδα στη μία, μετακινημένο κιγκλίδωμα στην άλλη, μια ταινία απαγόρευσης πιο μέσα. Δεν χρειαζόταν κανείς να της ανακοινώσει ότι ο κλοιός έσφιγγε.

    Δεν χρειαζόταν κανείς να της ανακοινώσει ότι ο κλοιός έσφιγγε. Το είχε δει πριν βγει από την αίθουσα δοκιμών, το είχε νιώσει όταν της έκλεισαν το μεταλλικό κούμπωμα στον αριστερό καρπό, το έβλεπε τώρα στον τρόπο που οι φύλακες δεν άφηναν ούτε το περπάτημα να μοιάζει αδιάφορο.

    Κοίταξε πάλι το χαρτί. «Θέλω να μου το πεις σαφώς.»

    Ο Γιόνας κράτησε το έντυπο πιο χαμηλά, σχεδόν κολλημένο στο πλευρό του, και απέφυγε να σηκώσει το βλέμμα. Στην άκρη της διαδρομής, ο φύλακας είχε γυρίσει προς το μέρος τους.

    «Το πρώτο πέρασμα ανοίγει μόνο αν είσαι εκεί», είπε χωρίς να την κοιτάξει. «Στην αλλαγή βάρδιας. Για λίγα δευτερόλεπτα.»

    «Αυτό το είπες ήδη.»

    «Άκου το υπόλοιπο.» Έδειξε με το νύχι του μια μικρή γωνία πάνω στη μολυβένια γραμμή, στο σημείο πριν από τη μπάρα. «Στο σημείο της αλλαγής βάρδιας, όλοι κοιτούν το ίδιο πράγμα μόνο αν τους το δώσεις. Εσένα σε κοιτούν ήδη. Αν σταματήσεις εκεί που πρέπει και τους κρατήσεις πάνω σου για λίγα δευτερόλεπτα, περνάω το πρώτο φράγμα.»

    Ανάμεσά τους η λέξη πέρασε χωρίς κάλυμμα. Την άκουσε όπως ήταν.

    «Με κρατάνε πάνω μου και εσύ περνάς.»

    «Αν περάσω, σε περιμένω στη λωρίδα συντήρησης.»

    «Αν προλάβεις.»

    Γύρισε το κεφάλι και την κοίταξε κατευθείαν. «Αν φτάσεις εκεί, δεν θα είναι το ίδιο εύκολο να σε κόψουν.»

    Άφησε το βλέμμα της στο πρόσωπό του μόνο όσο χρειαζόταν για να δει αν θα μαλάκωνε τη φράση. Δεν το έκανε. Καλύτερα έτσι.

    «Και αν δεν φτάσω;»

    Πίσω από το πλέγμα ακούστηκε ένα σύντομο πέρασμα παπουτσιών. Ο φύλακας με το τερματικό σήκωσε το κεφάλι και τους μέτρησε μ’ ένα βλέμμα. Ο Γιόνας δίπλωσε το κάτω μέρος του εντύπου με τον αντίχειρα, κρύβοντας τη μισή διαδρομή.

    «Τελειώνει εκεί», αποκρίθηκε.

    «Για ποιον;»

    «Για όποιον μείνει στο προαύλιο.»

    Εκείνη έσφιξε τα δόντια. Το βραχιόλι πίεσε ξανά τον καρπό όταν έκλεισε το αριστερό της χέρι. Δεν ήθελε να ακούσει φράσεις που γλιστρούσαν γύρω από το κέντρο.

    «Θα χρησιμοποιηθώ για να τους τραβήξω.»

    «Ναι.»

    Βγήκε αμέσως. Χωρίς δικαιολογία. Χωρίς συγγνώμη. Η Μίρα έσφιξε το σαγόνι, επειδή είχε δίκιο να το πει έτσι. Την είχαν ήδη σημειώσει. Το καινούριο βραχιόλι, η δοκιμή, οι φύλακες που δεν την άφηναν από τα μάτια τους. Τα δάχτυλά της δεν είχαν σταματήσει να τρέμουν από το γυαλί που είχε σπάσει πριν λίγο. Αν τώρα τη χρειάζονταν για αντιπερισπασμό, αυτό έδενε με όλα τα υπόλοιπα. Την κρατούσαν πιο σφιχτά επειδή είχε γίνει χρήσιμη. Αν έμενε, η επιτήρηση θα έσφιγγε κι άλλο. Αν έφευγε, κάποιος θα έμενε πίσω στη θέση της.

    Ο Γιόνας άγγιξε ξανά τη γραμμή στο χαρτί και της έδειξε τη λωρίδα συντήρησης, την κατηφόρα προς τη λίμνη και τον τελευταίο σταυρό στο άκρο. Δεν υπήρχε εγγυημένη παραλαβή. Μόνο η πιθανότητα να βγουν από τα μάτια του σταθμού.

    Το τερματικό έκανε έναν σύντομο ηλεκτρονικό ήχο. Ο φύλακας γύρισε το σώμα του προς τα δεξιά, κοίταξε μια στιγμή την κλειστή είσοδο με την αλυσίδα και ύστερα ξανά προς το προαύλιο. Ο άλλος, πιο κοντά, είπε χωρίς να φωνάξει: «Συνεχίστε την κίνηση.»

    Έκαναν δύο βήματα μαζί. Ο Γιόνας κράτησε το έντυπο διπλωμένο ανάμεσά τους, κρυμμένο από το ύψος του ισχίου και κάτω. Η Μίρα προσαρμόστηκε στο βήμα του χωρίς να τον αγγίξει.

    «Πόσος χρόνος;» ρώτησε.

    «Λιγότερο από πέντε λεπτά μέχρι να αλλάξει η απογευματινή βάρδια. Το άνοιγμα κρατάει ελάχιστα.»

    «Αν αποτύχει;»

    «Δεν ξέρω αν θα υπάρξει δεύτερο άνοιγμα.»

    Αυτό το ήξερε ήδη. Το είδε στις αλυσίδες, στο μετακινημένο κιγκλίδωμα, στο τερματικό.

    Αυτό το ήξερε ήδη. Το είδε στις αλυσίδες, στο μετακινημένο κιγκλίδωμα, στο τερματικό που έβγαλε έναν κοφτό ήχο, στο πώς οι φύλακες έκλεισαν αμέσως τις αποστάσεις ανάμεσα στις διαδρομές τους.

    Γύρισε λίγο το κεφάλι προς το έντυπο. «Πες το καθαρά.»

    Για μισό δευτερόλεπτο, ο φύλακας στα δεξιά σταμάτησε, έριξε μια ματιά στην πόρτα ασφαλείας και ακούμπησε δύο δάχτυλα στο ακουστικό του. Συνέχισε να περπατά. Το βραχιόλι στον αριστερό καρπό της ακούμπησε στο ύφασμα του μανικιού και της θύμισε ξανά πως ήταν εκεί.

    «Ποιος μένει πίσω;» ρώτησε.

    Έσφιξε το διπλωμένο χαρτί. «Δεν ξέρουμε ακόμη.»

    «Λάθος.» Τον κοίταξε επιτέλους. «Εσύ ξέρεις ότι κάποιος μένει πίσω. Ποιος;»

    Κατάπιε. «Το άνοιγμα χωρά μόνο δύο σώματα.»

    Δεν μίλησε. Για δύο βήματα άκουσε μόνο τα παπούτσια τους στο τσιμέντο, ένα μακρινό μεταλλικό χτύπημα, τον αέρα που περνούσε από το ανοιχτό πλάι του προαυλίου.

    «Δύο», κατέληξε στο τέλος.

    «Ναι.»

    «Κι εμείς πόσοι είμαστε;»

    «Τέσσερις, αν φτάσουν όλοι.»

    «Αν.» Η λέξη βγήκε κοφτή. «Ποιος δεν έχει φτάσει;»

    Για μια στιγμή γύρισε το πρόσωπο προς εκείνη, ύστερα πάλι μπροστά. «Ο Έμιλ δεν μπήκε καν στη διαδρομή προς τη λίμνη.»

    Το στομάχι της σφίχτηκε. «Και το λες τώρα.»

    «Περίμενα επιβεβαίωση.»

    Δεν απάντησε. Ο φύλακας πιο κοντά τους έστρεψε το βλέμμα πάνω τους για λίγο παραπάνω αυτή τη φορά. Χαλάρωσε επίτηδες τους ώμους και κράτησε το βήμα της ίσιο. Εκείνος έκανε το ίδιο. Το έντυπο έμεινε χαμηλά, κρυμμένο.

    «Το σχέδιο τελειώνει στο νερό», είπε ήσυχα.

    Το είπε χωρίς να την κοιτάξει. Η Μίρα κατέβασε τα μάτια στο δίπλωμα του χαρτιού. Θυμήθηκε το τελευταίο σημάδι, εκεί όπου η γραμμή σταματούσε και δεν υπήρχε τίποτε μετά: ούτε αποθήκη, ούτε σπίτι, ούτε σημείο παραλαβής. Μόνο η λίμνη.

    «Και χωρίς εμένα;» θέλησε να μάθει.

    Έβγαλε αργά αέρα. «Χωρίς εσένα δεν περνά το πρώτο φράγμα.»

    Δεν άλλαξε έκφραση. «Άρα δεν θα επιχειρήσεις καν.»

    «Όχι.»

    Το παραδέχτηκε δίχως ελιγμό.

    «Πες το ακριβώς», είπε ξανά.

    Η φωνή του χαμήλωσε ακόμη περισσότερο. «Μετά τη δοκιμή της Φος είσαι ήδη χαμένη γι’ αυτούς.»

    Το βραχιόλι πίεζε το δέρμα της. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ακόμη πάνω στο χαρτί. Η αίθουσα δοκιμών γύρισε μέσα της με λεπτομέρειες που δεν είχε καλέσει: οι αισθητήρες, το φορητό τερματικό στο χέρι της Φος, η καταγραφή, το γυάλινο δοχείο με το σκούρο κόκκινο υγρό, η φωνή της όταν είπε όχι και η άλλη γυναίκα συνέχισε. Μάρτυρες, χαρτιά, σύστημα, με την άρνηση καταχωρισμένη.

    «Χαμένη», επανέλαβε εκείνη.

    «Σημαδεμένη. Παρακολουθούμενη. Αν κάτι πάει στραβά, θα σε πάρουν πρώτη ούτως ή άλλως.»

    «Πιο αναλώσιμη.»

    Δεν αντέκρουσε τη λέξη. «Ναι.»

    Περπάτησαν λίγα μέτρα χωρίς να μιλήσουν. Στην απέναντι γωνία, ένας τρίτος φύλακας βγήκε από την εσωτερική πόρτα.

    Περπάτησαν λίγα μέτρα χωρίς να μιλήσουν. Στην απέναντι γωνία, ένας τρίτος φύλακας βγήκε από την εσωτερική πόρτα και στάθηκε δίπλα στο κιγκλίδωμα με το φορητό τερματικό στο χέρι. Δεν κοίταξε προς το μέρος τους μόνο μία φορά· κοίταζε ξανά και ξανά, έλεγχε την οθόνη, τη γραμμή του φράχτη, την αυλή. Η αλλαγή της βάρδιας είχε ήδη αρχίσει.

    Η Μίρα κράτησε το αριστερό της χέρι κοντά στο σώμα και άφηνε το μαύρο βραχιόλι να φαίνεται περισσότερο στο ανοιχτό φως του προαυλίου. Το μεταλλικό του κούμπωμα είχε αφήσει κόκκινο σημάδι στο δέρμα. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ακόμη από πριν. Το είδε εκείνος, αλλά δεν μίλησε.

    «Και ο Έμιλ;» είπε εκείνη.

    Έβγαλε το τσακισμένο έντυπο από την εσωτερική τσέπη του και το κράτησε ανάμεσά τους, χαμηλά, εκεί όπου το σώμα τους έκοβε τη θέα από την περίμετρο. Τα διπλώματα είχαν μαλακώσει από τα πολλά ανοίγματα. Με τον δείκτη του ακούμπησε την πρώτη γραμμή, ύστερα το στενό πέρασμα, ύστερα ένα δεύτερο σημείο κοντά στη λίμνη.

    «Μίλα», είπε η Μίρα.

    «Το άνοιγμα χωρά μόνο δύο σώματα», είπε. «Και είμαστε περισσότεροι.»

    «Οπότε ο Έμιλ μένει έξω.»

    Έγνεψε μία φορά. «Ναι.»

    Ανάμεσά τους έμεινε η λέξη. Πίσω από τον ώμο του, στο μονοπάτι που οδηγούσε προς τα κτίρια των θαλάμων, πέρασε ένας υπάλληλος με γκρίζα στολή και δύο δίσκους στα χέρια. Σε κανονική ώρα θα ήταν αδιάφορο. Τώρα εκείνη μέτραγε κινήσεις, πόρτες, βήματα, κεφάλια που γύριζαν.

    «Το ξέρει;»

    «Όχι.»

    Η Μίρα κατέβασε επιτέλους το βλέμμα στο χαρτί και είδε βιαστικές γραμμές με μολύβι, δύο σταυρούς, ένα βέλος που έβγαινε από το πρώτο φράγμα και κατέληγε σε μια καμπύλη ακτή. Δεν υπήρχε τίποτα μετά.

    «Και μετά;»

    «Μετά το πρώτο φράγμα βγαίνουμε από το οπτικό πεδίο του σταθμού. Πάμε χαμηλά, από τη ρεματιά, μέχρι την όχθη.» Κράτησε το χαρτί πιο σφιχτά. «Δεν υπάρχει παραλαβή.»

    Σήκωσε το κεφάλι. «Το ήξερες από την αρχή.»

    «Ναι.»

    «Άρα το σχέδιο τελειώνει στο νερό.»

    Δεν τη διόρθωσε. «Μετά έχουμε πιθανότητα.»

    Πέρα από τον φράχτη, η λίμνη φαινόταν σε μια λωρίδα ανάμεσα σε δύο κτίρια υπηρεσίας. Ο αέρας έφερνε υγρασία και ψύχρα, και κάπου από τις σωληνώσεις ερχόταν μια χαμηλή βοή. Δεν υπήρχε βάρκα δεμένη εκεί που φαινόταν, δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανθρώπου που θα περίμενε.

    «Πιθανότητα για ποιον;»

    Δεν απάντησε αμέσως.

    Από το βάθος της αυλής ακούστηκε το μεταλλικό χτύπημα μιας πύλης. Δύο φύλακες άλλαξαν θέση χωρίς βιασύνη. Ο ένας πήρε το τερματικό από τα χέρια του άλλου. Εκείνος έριξε μια ματιά προς τα εκεί και αμέσως ξαναγύρισε.

    «Στην αλλαγή της απογευματινής βάρδιας», είπε χαμηλά. «Μικραίνει το παράθυρο.»

    Η Μίρα πίεσε με τον αντίχειρα το κούμπωμα του βραχιολιού μέχρι που πόνεσε. «Θέλω να το πεις εσύ.»

    Την κοίταξε με εκνευρισμό που κράτησε μόνο μια στιγμή. Δεν ήταν για εκείνη. Ο χρόνος έφευγε.

    «Χωρίς τη δική σου παρουσία δεν περνάω το πρώτο φράγμα», παραδέχτηκε.

    «Γιατί;»

    «Γιατί θα τραβήξεις πάνω σου την προσοχή.»

    «Και εσύ;»

    «Εγώ θα συνεχίσω να τρέχω, κι εσύ θα μείνεις να κρατήσεις πάνω σου την αντίδραση του σταθμού.»

    Η λέξη έμεινε μέσα της πιο βαριά από το μέταλλο στον καρπό. Δεν μιλούσε πια για άνοιγμα και διαδρομή. Την έβαζε μπροστά σε ανθρώπους που θα έτρεχαν πάνω της, σε σώματα που θα έπεφταν για να περάσει εκείνος.

    Δεν απάντησε αμέσως η Μίρα. Το χέρι της έμεινε στο βραχιόλι. Κάτω από το μέταλλο, το δέρμα έκαιγε από την πίεση. Κράτησε το βλέμμα της πάνω του, για να μη του δώσει διέξοδο με το πρόσωπό της.

    «Και η λίμνη;» ρώτησε.

    Ο Γιόνας έσφιξε τα χείλη. «Έξω από το οπτικό πεδίο.»

    «Δεν σε ρώτησα αυτό.»

    Στο άκρο του προαυλίου, ένας τρίτος φύλακας βγήκε από την πλαϊνή πόρτα. Πέρασε απέναντι, κοντά στο συρματόπλεγμα, και στάθηκε εκεί όπου πριν ήταν κενό. Ξανά, το τερματικό άλλαξε χέρια. Για λίγο, ο άντρας που το πήρε σήκωσε την οθόνη προς το φως και κοίταξε την ένδειξη.

    Είδε την κίνηση και τον ξανακοίταξε.

    «Υπάρχει παραλαβή;»

    «Όχι», είπε εκείνος.

    Το είπε γρήγορα. Καθαρά. Ανάμεσά τους έμεινε η λέξη χωρίς τίποτε άλλο να τη σβήσει.

    «Τι υπάρχει;»

    «Λάσπη. Καλάμια. Κάλυψη από το κτίριο, αν πέσουμε σωστά έξω από τη γραμμή του βλέμματος.»

    «Αν πέσουμε σωστά.» Χαμηλή και επίπεδη ήταν η φωνή της.

    Η Μίρα πέρασε τη γλώσσα από τα χείλη της και πήρε πάλι τη γεύση του χαλκού στο στόμα της από τη δοκιμή. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ακόμη. Η φωνή της Φος γύρισε κοφτή και ευκρινής, μόνο ως καταγραφή, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, μόνο ως εξουσία που κρατούσε αρχείο. Τώρα στεκόταν μπροστά της και της ζητούσε να δεχτεί άλλο ένα σχέδιο με κενά.

    «Το χαρτί», ζήτησε.

    Έβαλε το χέρι μέσα από το άνοιγμα του μπουφάν και έβγαλε το διπλωμένο έντυπο κανονισμών. Από το πολύ άγγιγμα, οι άκρες είχαν μαλακώσει. Το κράτησε χαμηλά, κολλημένο κοντά στο πλευρό του, και το άνοιξε όσο χρειαζόταν, για να μη φανεί από μακριά. Με πρόχειρες γραμμές από μολύβι κόβονταν οι τυπωμένες παράγραφοι: βέλη, σύντομες σημειώσεις, δύο γωνίες, ένα στενό πέρασμα.

    Έκανε μισό βήμα πιο κοντά, ακούμπησε τον αριστερό της καρπό ελαφρά πάνω στο χαρτί, και το βραχιόλι έβγαλε έναν μικρό, ξερό ήχο.

    «Δείξ’ το όλο.»

    Η Μίρα άρπαξε το χαρτί από τη γωνία πριν προλάβει να το τραβήξει. Για μια στιγμή έμειναν και οι δύο να το κρατούν. Ύστερα, εκείνος χαλάρωσε τα δάχτυλα. Έβγαλε από την τσέπη ένα κοντό μολύβι, σπασμένο στη μία άκρη, και το ακούμπησε πάνω στη σελίδα.

    «Εδώ το πρώτο φράγμα», είπε, δείχνοντας μια στενή γραμμή κοντά στο εσωτερικό πέρασμα. «Εδώ σε βλέπουν. Αν γυρίσουν προς εσένα, εγώ περνάω από εδώ.» Κατέβασε το μολύβι σε άλλη γραμμή, λοξή. «Το άνοιγμα είναι στενό. Δύο σώματα· τρία δεν περνούν.»

    Σήκωσε τα μάτια της. «Ο Έμιλ.»

    Δεν μίλησε εκείνος.

    «Δεν του το είπες.»

    Κατάπιε. «Αν του το έλεγα, θα το τίναζε όλο πριν φτάσουμε καν στην αυλή.»

    «Κι έτσι προτίμησες να τον αφήσεις να πιστεύει ότι υπάρχει θέση.»

    «Προτίμησα να υπάρχει πιθανότητα να βγει κάποιος.»

    Τον κοίταξε χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια. Κοντά τους πέρασε ένας φύλακας, αρκετά κοντά ώστε να κόψουν και οι δύο τη φωνή τους. Ο άντρας δεν στάθηκε. Το τερματικό που κρατούσε έβγαλε έναν σύντομο ήχο.

    Σύντομο ηλεκτρονικό ήχο έβγαλε το τερματικό, και ύστερα σώπασε.

    Δίπλωσε αμέσως το έντυπο, το έφερε επίπεδο πάνω στον μηρό του και γύρισε λίγο το σώμα του προς το κιγκλίδωμα. Η Μίρα κράτησε το βλέμμα μπροστά και δεν μίλησε. Πίσω από την πλάτη τους ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει απότομα, ενώ η όχθη ήταν γκρίζα και το νερό ήσυχο.

    Περίμεναν ώσπου τα βήματα να χαθούν.

    «Πες το καθαρά», αποκρίθηκε εκείνη χωρίς να τον κοιτάξει. «Αν ξεκινήσει, τι κάνω εγώ;»

    Δεν απάντησε αμέσως. Ξαναξεδίπλωσε το χαρτί προσεκτικά, με τον αντίχειρα στην τσακισμένη γωνία. Πάνω στο χαρτί, το μολυβένιο σημάδι έδειχνε τη γραμμή της εσωτερικής διαδρομής, το χαμηλό πέρασμα, το πρώτο φράγμα και μετά ένα μικρό σημάδι πιο έξω.

    «Είκοσι δύο πενήντα», είπε χαμηλά. «Τότε αλλάζει η βάρδια του βόρειου διαδρόμου. Δεκαπέντε λεπτά μέχρι να σταθεροποιηθεί η νέα. Σε αυτά κινούμαστε.» Άγγιξε με το νύχι μια μικρή τετράγωνη ένδειξη στο σχέδιο. «Η εσωτερική θύρα του υπόγειου άξονα ανοίγει με κωδικό υπηρεσίας. Τετραψήφιος. Τον έχω.» Έσυρε τον δείκτη του κατά μήκος της λεπτής γραμμής. «Στενός διάδρομος, χαμηλό ταβάνι, χωρίς κάμερα στα τρία πρώτα μέτρα. Μετά υπάρχει αισθητήρας κίνησης πάνω αριστερά· χαμηλώνεις. Στο τέλος, μεταλλική δίφυλλη θύρα. Αυτή είναι το πρώτο φράγμα.»

    «Τραβάς την πρώτη αντίδραση πάνω σου», συνέχισε. «Όχι για πολύ. Δευτερόλεπτα.»

    Η Μίρα κράτησε τα δάχτυλά της σφιγμένα. Ο καρπός της έκαιγε κάτω από το μανίκι, εκεί όπου το βραχιόλι είχε σφίξει νωρίτερα κάτω από τα δάχτυλα της Φος. Ο Γιόνας στεκόταν δίπλα της με χαρτί και ψίθυρο, μα ερχόταν αμέσως μετά από εκείνη.

    «Και μετά;»

    Έδειξε το στενό άνοιγμα στο σχέδιο. «Μετά περνάμε εκεί.»

    «Περνάτε ή περνάμε;»

    Για μια στιγμή το χέρι του ακινητοποιήθηκε. «Το άνοιγμα χωρά μόνο δύο σώματα.»

    Γύρισε προς το μέρος του. «Θέλω να το ακούσω χωρίς να το κρύβεις μέσα σε γραμμές και σημάδια.»

    Το πρόσωπό του σκλήρυνε και σήκωσε για μια στιγμή τα μάτια προς το προαύλιο. Από την εσωτερική πόρτα στη βόρεια πλευρά βγήκε δεύτερος φύλακας. Δεν πλησίασε, αλλά έμεινε πιο μέσα, με το κεφάλι στραμμένο προς την αυλή και το τερματικό στο χέρι. Ο πρώτος δεν είχε γυρίσει. Ο χρόνος μίκραινε, και οι δύο το ήξεραν.

    Χαμήλωσε κι άλλο τη φωνή του. «Αν το ξεκινήσουμε, δεν μένει παραλαβή απ’ έξω. Δεν θα περιμένει κανείς στη λίμνη. Δεν έχει βάρκα, δεν έχει όχημα, δεν έχει δεύτερη έξοδο. Μόνο το πέρασμα και μετά το πρώτο φράγμα.»

    «Άρα εγώ τραβάω την αντίδραση, εσείς περνάτε οι δύο, και αν εγώ κολλήσω—»

    Γλείψιμο γρήγορο στο κάτω χείλος του. «Αν κοπεί η διαδρομή πίσω σου, αν τραυματιστείς στο άνοιγμα ή στο πρώτο φράγμα, δεν μπορώ να γυρίσω.»

    Η Μίρα δεν κουνήθηκε. Πίσω τους, ο δεύτερος φύλακας έκανε δυο βήματα προς τον διάδρομο της βόρειας πλευράς και σταμάτησε. Η θέση του αρκούσε για να στενέψει το κομμάτι της αυλής που έβλεπαν από το πλάι.

    «Δεν μπορείς ή δεν θα γυρίσεις;» ρώτησε.

    Την κοίταξε στα μάτια. «Και τα δύο.»

    Για λίγο ακούστηκε μόνο ο αέρας πάνω από το νερό και ένας μεταλλικός χτύπος από κάπου μέσα στο κτίριο.

    «Επειδή θα χαθείτε και οι δύο», συμπέρανε εκείνη.

    Έγνεψε μία φορά, χωρίς να προσθέσει εξηγήσεις.

    Στο χαρτί έστρεψε το βλέμμα η Μίρα. Μετά το άνοιγμα, το τελευταίο σημάδι ήταν μικρό, τραβηγμένο βιαστικά με μολύβι. Δεν έδειχνε σωτηρία.

    Έστρεψε το βλέμμα η Μίρα στο πρόχειρο σχέδιο. Μετά το άνοιγμα, το τελευταίο σημάδι ήταν μικρό, τραβηγμένο βιαστικά με μολύβι. Η γκρίζα γραμμή έκοβε το λευκό. Δεν έδειχνε σωτηρία. Έδειχνε το σημείο όπου τελείωνε ό,τι μπορούσε να πει κανείς εκ των προτέρων.

    Σήκωσε το χαρτί λίγο ψηλότερα, αρκετά για να το δει κι εκείνος χωρίς να πλησιάσει άλλο. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά, και το γδάρσιμο από τα θραύσματα στον καρπό της έκαιγε κάτω από το βραχιόλι.

    «Αυτό εδώ τι είναι;» ρώτησε.

    Ο Γιόνας κοίταξε το σημάδι και δεν απάντησε αμέσως.

    «Το τελευταίο σημείο στη διαδρομή», αποκρίθηκε.

    Για μια ανάσα, η Μίρα τον άφησε να ακούσει μόνος του πόσο λίγο σήμαινε αυτό.

    «Δεν ρώτησα αυτό. Τι είναι;»

    Η γλώσσα του πίεσε για λίγο το εσωτερικό του μάγουλου. Έριξε μια ματιά προς το κτίριο, μετά στον φράχτη, ύστερα πάλι στο χαρτί. «Το σημείο όπου δεν μπορώ να μείνω μαζί σου, αν ανοίξει η αυλή μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.»

    «Σημείο χωρισμού;»

    «Ναι.»

    Η φωνή του έβγαινε χαμηλά, χωρίς να γυρίζει πια στις μισές φράσεις. Η Μίρα ξανακοίταξε το σημάδι. Ήξερε το έδαφος μετά το πρώτο φράγμα. Η μυρωδιά της λάσπης ανέβαινε βαριά στη μνήμη της. Λάσπη που κρατούσε το παπούτσι ένα κλάσμα παραπάνω απ’ όσο άντεχε η κίνηση. Καλάμια που έξυναν το σώμα από τα πλάγια αλλά δεν το έκρυβαν. Νερό κοντά, ανοιχτό πεδίο μπροστά. Αν κάποιος έβγαινε από το οπτικό πεδίο του σταθμού εκεί, θα το κέρδιζε με λίγα μέτρα και με τύχη. Τίποτε παραπάνω.

    «Άρα αυτό», συνέχισε και ακούμπησε το νύχι της κοντά στο σημάδι, «είναι το μέρος όπου, αν περάσει μόνο ένας, θα είσαι εσύ.»

    Ο Γιόνας δεν απάντησε αμέσως. Εκείνη σήκωσε τα μάτια.

    «Πες το.»

    «Ναι», παραδέχτηκε.

    Από το τερματικό πίσω από τα τζάμια βγήκε ένας σύντομος ήχος. Κοφτός. Ο Γιόνας γύρισε το κεφάλι μόνο όσο χρειαζόταν για να υπολογίσει από πού ήρθε. Στην άκρη της αυλής ένας φύλακας μετακινήθηκε δύο βήματα πιο μέσα και στάθηκε πάλι. Ο δεύτερος έμεινε βόρεια. Το κενό ανάμεσα στις θέσεις τους μίκραινε, και η λωρίδα χώματος που έμενε ακάλυπτη έσβηνε μπροστά τους.

    Στον αριστερό καρπό της, το βραχιόλι έτριβε κάθε φορά που κινούσε το χέρι. Το μέταλλο έξυνε το χαρτί.

    «Με διάλεξες επειδή χωρίς εμένα δεν περνάς το πρώτο φράγμα», συνέχισε. «Και επειδή μετά τη δοκιμή της Φος με μετράνε ήδη αλλιώς.»

    Το βλέμμα του ανέβηκε πάνω της και έμεινε εκεί.

    «Πες το ολόκληρο», απαίτησε η Μίρα. «Μη μου το αφήσεις μισό.»

    Έβρεξε τα χείλη του. «Θα αντιδράσουν πρώτα σε σένα.»

    Ανάμεσά τους έμεινε η λέξη χωρίς να χαμηλώσει. Η Μίρα θυμήθηκε το μικρό δωμάτιο, το ηχείο, τη φωνή που της έλεγε να ρυθμίσει την αναπνοή, το γυάλινο δοχείο με το σκούρο κόκκινο υγρό στο πλάι του οπτικού της πεδίου, τα καλώδια, το βραχιόλι που είχε ανάψει στον καρπό της. «Μην αντιστέκεσαι στη διαδικασία», της είχε πει η Φος, ενώ η διαδικασία είχε ήδη αρχίσει χωρίς τη συναίνεσή της. Μετά είχαν αρχίσει να την κοιτούν όλοι με τον ίδιο τρόπο που κοιτούσαν τώρα την αυλή: για να δουν πότε θα γίνει κάτι.

    «Για τον σταθμό είναι πιο εύκολο να χαθείς πρώτη απ’ ό,τι εγώ», της εξήγησε. «Αν κινηθούμε μαζί, το βλέμμα θα πέσει πάνω σου πριν πέσει πάνω μου.»

    Με το χαρτί στο χέρι, η Μίρα έμεινε ακίνητη.

    «Αναλώσιμη.»

    Ο Γιόνας δεν απάντησε.

    «Αν δεν το πεις εσύ, το ακούω ήδη.» Η φωνή της δεν ανέβηκε. «Αυτό είναι που κερδίζεις. Μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να βγεις από το οπτικό πεδίο.»

    «Αυτό κερδίζω», αποκρίθηκε.

    Το τερματικό ακούστηκε δεύτερη φορά. Πιο παρατεταμένα τώρα. Κάπου μέσα άνοιξε μια πόρτα.

    Ακούστηκε δεύτερη φορά το τερματικό, πιο παρατεταμένα τώρα. Κάπου μέσα άνοιξε μια πόρτα και άφησε να βγει φως στο τσιμέντο του διαδρόμου. Ακούστηκαν βήματα, μία σύντομη ανταλλαγή φωνών, ύστερα πάλι εκείνη η οργανωμένη κίνηση του σταθμού που δεν άφηνε τίποτα να μείνει στάσιμο για πολύ.

    Χωρίς να πάρει τα μάτια της από το χαρτί, η Μίρα στάθηκε ακίνητη.

    Ο Γιόνας το κρατούσε ακόμη ανοιχτό ανάμεσά τους, με δύο δάχτυλα στη μία άκρη, έτοιμος να το τραβήξει πίσω με την πρώτη μεταβολή στον χώρο. Το πρόχειρο σημάδι της διαδρομής είχε αρχίσει να μαλακώνει από την υγρασία των χεριών τους. Η γραμμή προς τη βόρεια πλευρά έκοβε νωρίς. Το τελευταίο σημάδι έμενε λίγο πριν από το τυφλό κομμάτι της αυλής. Από εκεί και πέρα δεν υπήρχε πια τίποτα για εκείνη πάνω στο χαρτί.

    Σήκωσε το βλέμμα της προς το κτίριο. Η εσωτερική πόρτα δεν φαινόταν από τη θέση τους, μόνο η λωρίδα φωτός και οι σκιές που περνούσαν για ένα δευτερόλεπτο και χάνονταν. Στο αριστερό της χέρι το βραχιόλι έσφιγγε το δέρμα χωρίς να αλλάζει τίποτα στην όψη του. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ακόμη και την τράβαγαν πίσω στο γυαλί που είχε σπάσει πριν λίγο.

    «Ο δεύτερος στη βόρεια πλευρά;» ρώτησε.

    «Περνάει κάθε σαράντα με πενήντα δευτερόλεπτα μπροστά από το άνοιγμα.» Ο Γιόνας μίλησε αμέσως. Δεν χρειάστηκε να κοιτάξει αλλού. «Αν αργήσει, δεν μας βοηθά. Αν έρθει νωρίς, κόβει το πέρασμα.»

    «Και αν δει εμένα πρώτη;»

    «Θα δει εσένα πρώτη.»

    Το είπε χωρίς να χαμηλώσει περισσότερο τη φωνή του, μόνο κοφτά, για να τελειώνει.

    Η Μίρα έγλειψε τα χείλη. «Κι εσύ περνάς όσο κοιτάζουν εμένα.»

    «Ναι.»

    «Αν πέσω;»

    «Συνεχίζω.»

    «Αν με σταματήσουν πριν φτάσεις στο πρώτο φράγμα;»

    «Συνεχίζω.»

    Μια φλέβα χτύπησε στον κρόταφό της. Δεν ήθελε πια να του αποσπά τίποτα. Τα είχε ήδη πει όλα. Τώρα άκουγε τη σειρά τους μόνο για να βεβαιωθεί ότι δεν θα τα μαλάκωνε την τελευταία στιγμή.

    «Αν κοπώ από τη διαδρομή;»

    «Δεν γυρίζω.»

    Καθαρή, η λέξη έμεινε μεταξύ τους. Η Μίρα έγνεψε μία φορά.

    Από τη βόρεια πλευρά ακούστηκε μεταλλικός ήχος, ύστερα ένα βήμα που γύρισε πάνω στο χαλίκι. Ο Γιόνας έριξε μια γρήγορη ματιά πέρα από τον ώμο της. Το χαρτί έτριξε στα δάχτυλά του και το δίπλωσε αμέσως στη μέση.

    «Έχουμε ένα πέρασμα στην αλλαγή και τίποτε άλλο», ξεκαθάρισε. «Αν το χάσουμε, τελείωσε.»

    «Το ξέρω», αποκρίθηκε η Μίρα.

    «Άκου.» Το είπε χαμηλά. «Αν αρνηθείς τώρα, το κλείνουμε εδώ. Παίρνω το έντυπο, γυρίζω πίσω. Δεν θα υπάρξει δεύτερη στιγμή.»

    Τον κοίταξε κατευθείαν. «Γιατί;»

    «Γιατί μετά θα σε μετακινήσουν.»

    Η κοιλιά της έσφιξε. Δεν έκανε ερώτηση. Η λέξη δεν είχε άλλη χρήση σ’ εκείνο το μέρος.

    Το τερματικό έδωσε νέο τόνο, μικρότερο αυτή τη φορά, και αμέσως μετά ακούστηκε το χτύπημα της πόρτας που έπεσε πίσω από κάποιον. Οι φωνές μέσα δυνάμωσαν για λίγο. Ένας άντρας γέλασε και σταμάτησε απότομα.

    Ο Γιόνας γύρισε λίγο το σώμα του, ώστε να κρύβει περισσότερο το χαρτί από την αυλή. «Στο πρώτο κομμάτι περπατάς κανονικά. Στη γωνία θα σε φωνάξουν ή θα σε σταματήσουν από το τερματικό. Τους δίνεις το μισό δευτερόλεπτο που χρειάζομαι για να βγω από το άνοιγμα. Μετά κρατάς τα μάτια πάνω σου.»

    «Ό,τι μπορώ.»

    «Ναι.»

    «Κι αν δεν προλάβεις ούτε έτσι;»

    Την κοίταξε για ένα κλάσμα και μετά ξανακοίταξε την αυλή. «Τότε δεν προλαβαίνω.»

    Δεν προσπάθησε να της δώσει τίποτε παραπάνω. Καμία υπόσχεση, καμία εγγύηση που δεν μπορούσε να κρατήσει. Η Μίρα μέτρησε το τρέμουλο στα δάχτυλά της και τον τρόπο που της ζητούσε να το πληρώσει με το σώμα της.

    Σε μισά δευτερόλεπτα και σε βήματα άλλων.

    Κράτησε το βλέμμα της πάνω στο χαρτί. Η άκρη του είχε μαλακώσει από τα διπλώματα, τραχιά κάτω από τα δάχτυλά της. Το τελευταίο σημάδι έμενε λίγο πιο σκοτεινό από τα άλλα, από το πέρασμα του μολυβιού δεύτερη φορά. Εκεί είχε σταματήσει πριν λίγο και τον είχε αναγκάσει να το πει: σημείο χωρισμού, όχι στροφή, μα χωρισμός.

    Ο Γιόνας περίμενε. Δεν την πίεσε με λέξη. Μόνο το χέρι του έμενε κοντά στο έντυπο κανονισμών, έτοιμο να το σκεπάσει όλο και να τελειώσει. Από το τερματικό ακούστηκε άλλος ένας κοφτός, μεταλλικός ήχος. Η εσωτερική πόρτα άνοιξε πάλι, βήματα βγήκαν στον διάδρομο, σταμάτησαν, άλλαξαν κατεύθυνση. Η αλλαγή βάρδιας είχε προχωρήσει. Δεν υπήρχε πια περιθώριο για άλλη διατύπωση.

    Σήκωσε τα μάτια η Μίρα και είπε:

    «Πες το σωστά.»

    Δεν έκανε πως δεν κατάλαβε. Το σαγόνι του σκλήρυνε μια φορά και χαλάρωσε.

    «Σου ζητάω να πάρεις πάνω σου την πρώτη αντίδραση.»

    «Όχι ακόμα.»

    Ένας φύλακας πέρασε στο βάθος της αυλής χωρίς να τους κοιτάξει, οι σόλες του ξύνοντας ξερά το δάπεδο. Η Μίρα τον ακολούθησε με την άκρη του ματιού της. Μέτρησε μέσα της, με το σώμα της. Το βόρειο πέρασμα θα άνοιγε μόνο για λίγο. Ο δεύτερος θα περνούσε πάλι μπροστά του πριν προλάβει κανείς να διορθώσει λάθος.

    Χαμήλωσε τη φωνή της. «Σου ζητάω να τους τραβήξεις πρώτη.»

    «Και;»

    Γύρισε προς το χαρτί. Έδειξε με το δάχτυλο το πρώτο κομμάτι της διαδρομής, μετά το τελευταίο σημάδι. «Και αν σε κρατήσουν εκεί, εγώ συνεχίζω. Αν πέσεις, συνεχίζω. Αν σε κόψουν από τη γραμμή πριν από εδώ, συνεχίζω.»

    «Χωρίς επιστροφή.»

    «Χωρίς επιστροφή.»

    «Χωρίς παραλαβή.»

    «Χωρίς παραλαβή.»

    «Χωρίς τον Έμιλ.»

    «Χωρίς τον Έμιλ.»

    Το είπε όπως είχε πει και τα προηγούμενα, καθαρά, χωρίς να προσπαθήσει να τα μαλακώσει. Αυτό ήθελε από την αρχή. Για να μην του χρωστά ούτε αυτό μετά. Να μην μπορεί να πει πως δεν κατάλαβε. Να μη μπορεί κανείς να της φορέσει άλλη λέξη στη θέση της.

    Μέσα ακούστηκαν χαρτιά να αλλάζουν χέρια με ξερό θρόισμα και μια κοφτή διαταγή. Κάποιος πλησίασε την πόρτα, έμεινε εκεί, ξαναμπήκε. Ο Γιόνας έριξε μια ματιά προς τα δεξιά και μετά στην αυλή. Η στάση του είχε ήδη αλλάξει. Ήταν ακόμα δίπλα της, αλλά είχε φύγει από τη συζήτηση και είχε περάσει στον υπολογισμό.

    Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να βγει από εκεί. Το ήξερε από πριν. Το ήξερε όταν τον ανάγκασε να ονομάσει το σημείο χωρισμού. Το ήξερε όταν είπε ότι δεν θα επιστρέψει. Τώρα έμενε μόνο αν θα το δεχόταν με ανοιχτά μάτια ή αν θα τον ανάγκαζε να διπλώσει το χαρτί και να χαθεί αυτό το παράθυρο μαζί με όλα τα υπόλοιπα.

    Έφερε τον αντίχειρά της πάνω στο τελευταίο σημάδι και τον πίεσε ώσπου το χαρτί σταμάτησε να κινείται ανάμεσά τους.

    Ο Γιόνας κοίταξε το δάχτυλό της, όχι το πρόσωπό της.

    «Από εδώ χωρίζουμε», είπε εκείνη.

    «Ναι.»

    «Κι αν φτάσεις εκεί, δεν μετράω πια μέσα στο σχέδιο.»

    Μια μικρή παύση. «Όχι.»

    Η αλήθεια του την χτύπησε πιο ήσυχα αυτή τη φορά. Το στομάχι της έσφιξε και έμεινε ακίνητο. Δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο να ειπωθεί· από εδώ και πέρα δεχόταν και τη βλάβη, όχι μόνο τη διαφυγή.

    Σήκωσε λίγο το πιγούνι. «Τότε άκου κι εσύ.»

    Την κοίταξε.

    «Στο πρώτο κομμάτι δεν τρέχω. Δεν κόβω ρυθμό. Αν με φωνάξουν από νωρίς, δεν τους δίνω αμέσως πρόσωπο. Θα κρατήσω τη γραμμή μέχρι τη γωνία όσο με παίρνει.»

    Το βλέμμα του στένεψε για ένα κλάσμα. Είδε ότι εκείνη είχε διαβάσει την αυλή καλύτερα απ’ όσο είχε πει. Δεν τη διόρθωσε.

    «Καλά.»

    «Αν ο δεύτερος είναι ήδη μπροστά στο άνοιγμα, δεν μπαίνεις.»

    «Θα το δω.»

    «Όχι. Θα το κρατήσεις. Αν είναι μπροστά, δεν μπαίνεις.»

    «Αν χάσω αυτό το πέρασμα, δεν υπάρχει άλλο.»

    «Το ξέρω.»

    Το είπε χωρίς ένταση. Εκεί συγκεντρωνόταν όλο: δεν διαφωνούσε με τον κίνδυνο. Του έδινε όριο. Αν ήθελε τη δική της συγκατάθεση, θα έπαιρνε και αυτό μαζί.

    Το τερματικό χτύπησε ξανά.

    ¿Quieres escribir el tuyo?

    Cada libro de esta página fue producido con SYMBAN. Si tienes una historia en la cabeza, pruébalo.

    Empieza gratis