Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Capítulo 8 de 16

    Capítulo 8

    Το Όνομα στον Δίσκο

    Ήταν το πιο ειλικρινές πράγμα που είχε ακούσει από την ώρα που μπήκε. Όχι υπόσχεση. Όχι κάλυμμα διοικητικής φράσης. Μια καθαρή διάκριση, μικρή και βρώμικη: άλλο το σύστημα, άλλο όσοι έμεναν μέσα του.

    Δεν μετακινήθηκε αμέσως. Κράτησε τα χέρια της χαμηλά και κοίταξε έναν έναν τους εφήβους που είχαν πάρει θέσεις γύρω από το τραπέζι και κατά μήκος των τοίχων. Κανείς δεν έδειχνε ανυπόμονος, κι αυτό την ενόχλησε περισσότερο. Δεν την έσπρωχναν. Δεν τη βίαζαν με τη γνωστή ευγένεια του προσωπικού. Περίμεναν να τελειώσει μόνη της αυτό που είχαν ήδη αποφασίσει πως βρισκόταν μπροστά της.

    «Κι αν πω όχι;»

    Το αγόρι κοντά στην πόρτα σταύρωσε τα χέρια.

    «Το είπες ήδη.»

    «Γιατί επιμένετε;»

    «Γιατί είσαι ακόμα εδώ.»

    Άφησε τον αέρα αργά. Δεν ήταν απάντηση. Ήταν όμως πιο καθαρό από οτιδήποτε της είχαν δώσει οι ενήλικοι από το πρωί που μπήκε σ’ αυτή τη διαδρομή. Εδώ τουλάχιστον δεν παρίσταναν ότι δεν υπήρχε τίμημα.

    Η κοπέλα με το μολύβι το γύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Το ξύλο χτύπησε μία φορά στο νύχι της.

    «Δεν σε νοιάζει ο δίσκος», παρατήρησε. «Σε νοιάζει αν θα το πούμε ρητά.»

    «Ναι.»

    «Ωραία. Καθαρά, τότε. Αν τον αγγίξεις, μετά δεν θα μπορούμε να κάνουμε ότι δεν ξέρουμε πως ξέρεις.»

    Την κοίταξε.

    «Ξέρω τι;»

    Η κοπέλα δεν απάντησε. Το μολύβι σταμάτησε.

    Ένα άλλο παιδί, λεπτό, χωμένο μισό στη σκιά πίσω από τις καρέκλες, μίλησε χωρίς να την κοιτάξει:

    «Ό,τι κουβαλάς.»

    Η λέξη έμεινε εκεί. Ο θυμός της ανέβηκε αμέσως.

    «Μη μιλάτε μισά. Αν έχετε κάτι να πείτε, πείτε το.»

    Το αγόρι στην πόρτα έγνεψε προς τον δίσκο.

    «Όχι πριν.»

    Έκανε ένα βήμα προς το τραπέζι και σταμάτησε. Ο μεταλλικός δίσκος βρισκόταν εκεί όπου ήταν από την αρχή, επίπεδος, γυαλισμένος από τη χρήση, χωρίς σήμανση που να τη βοηθά. Το κόκκινο στην επιφάνειά του δεν έμοιαζε με φωτάκι ελέγχου που άναβε για πρώτη φορά. Ήταν ήδη ενεργό, γιατί το είχαν δει κι άλλοι πριν από εκείνη.

    Σήκωσε το χέρι της και το άφησε ξανά κάτω.

    «Για ποιους έχει κοκκινίσει;»

    Σιωπή.

    Κοντά στο παράθυρο ακούστηκε ένα γέλιο, σύντομο και νευρικό, όχι κοροϊδευτικό. Ένα αγόρι που δεν είχε μιλήσει ως τότε έτριψε τον αντίχειρα στον καρπό του, εκεί όπου φορούσαν όλοι τα βραχιόλιά τους ή κρατούσαν τα σημάδια τους από αυτά.

    «Δεν παίρνεις από εμάς τα ονόματα», αποκρίθηκε. «Αν τα πάρεις έτοιμα, δεν έχει σημασία.»

    Γύρισε προς το μέρος του.

    «Και τι έχει σημασία;»

    Η κοπέλα με το μολύβι έγνεψε αρνητικά.

    «Να πεις ένα που δεν θα έλεγες αν ήσουν απ’ έξω.»

    Η αίθουσα έμεινε ακίνητη. Δεν πλησίασε κανείς. Κανείς δεν της έδωσε το εύκολο επόμενο βήμα. Αυτό ακριβώς το έκανε χειρότερο. Την έσπρωχναν να αναμετρηθεί με κάτι που δεν μπορούσε να καταγγείλει ως τυπική διαταγή. Αν απλώς γύριζε κι έφευγε, θα έμενε με το δικό της επιχείρημα άθικτο, αλλά θα το κουβαλούσε απέναντι σε μια αίθουσα που θα ήξερε πως αρνήθηκε όχι τη διοίκηση αλλά αυτούς.

    «Κι αν δεν έχω κανένα;» ρώτησε.

    Το αγόρι στην πόρτα την κοίταξε σταθερά.

    «Τότε δεν θα γίνει τίποτα.»

    Έστρεψε το πρόσωπο από αυτόν προς τον δίσκο. Δεν τον πίστεψε. Ή μάλλον τον πίστεψε αρκετά ώστε να ξέρει ότι το τίποτα που εννοούσε δεν ήταν ουδέτερο. Δεν θα άναβε συναγερμός, δεν θα εμφανιζόταν προσωπικό, δεν θα καταχωριζόταν ίσως τίποτα επιπλέον στο δικό τους σύστημα. Αλλά μέσα στην αίθουσα θα είχε δοθεί απάντηση.

    Το βλέμμα της έπεσε στο δικό της βραχιόλι, μαύρο και κλεισμένο. Ενεργό. Όλα τα βήματα που είχαν προηγηθεί είχαν γίνει με άλλους να μιλούν για λογαριασμό της και να ονομάζουν τη θέση της πριν το κάνει η ίδια. Τώρα της ζητούσαν το αντίστροφο.

    Το σήκωσε λίγο με τον αντίχειρα, για να νιώσει το κούμπωμα να αντιστέκεται. Ήταν στη θέση του. Από τη στιγμή που πέρασε την πόρτα του σταθμού, τίποτα επάνω της δεν έμενε στη διάθεσή της χωρίς όρο. Όνομα, έλεγχος, επιβεβαίωση, αναμονή, μετακίνηση, παρατήρηση. Όλα περνούσαν από στόματα άλλων κι από λέξεις που έσβηναν ό,τι είχε προηγηθεί.

    Άφησε το βραχιόλι και σήκωσε τα μάτια.

    Στο χαμηλό τραπέζι, λίγο πιο μέσα από το κέντρο της αίθουσας, βρισκόταν ο δίσκος. Το μέταλλο είχε εκείνο το κοκκινισμένο χρώμα που δεν έμοιαζε ούτε με σκουριά ούτε με καινούργια βαφή. Στην άκρη του φαίνονταν λεπτές γρατσουνιές. Κάποιος τον είχε ακουμπήσει πολλές φορές στο ίδιο σημείο ή τον είχε σπρώξει επανειλημμένα χωρίς προσοχή. Δεν υπήρχε καλώδιο, ούτε οθόνη, ούτε ένδειξη. Αν τον έβλεπε μόνη της, θα τον περνούσε για κάτι άχρηστο που είχε μείνει εκεί από παλιότερη χρήση. Το μόνο που του έδινε βάρος ήταν ο τρόπος που όλοι τον άφηναν ακίνητο ανάμεσά τους.

    Η κοπέλα με το μολύβι είχε σταματήσει να το γυρίζει στα δάχτυλα. Το κρατούσε οριζόντια, έτοιμη να το σπάσει αν έσφιγγε λίγο ακόμη. Δίπλα στο παράθυρο, το αγόρι δεν είχε αλλάξει θέση, αλλά η φτέρνα του είχε σηκωθεί από το πάτωμα. Μόνο το αγόρι στην πόρτα έμενε όπως πριν, με τους ώμους χωμένους στο κάσωμα και το βλέμμα πάνω της, περιμένοντας κίνηση.

    Δεν τους άρεσαν οι εύκολες διατυπώσεις, αυτό τουλάχιστον το καταλάβαινε. Δεν της γύρευαν ιστορία. Δεν της ζητούσαν εξήγηση. Δεν της ζητούσαν να πει τι έγινε στο σχολείο. Εκείνο το είχαν ήδη γυρίσει γύρω της, με μισές ερωτήσεις και κομμένες φράσεις, για να δουν τι θα δώσει μόνη της. Τώρα της ζητούσαν κάτι πιο στενό και πιο οξύ.

    Ένα όνομα που να τη δένει.

    Αν έλεγε ψέματα, μπορεί να μην το μάθαιναν αμέσως. Αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. Το τεστ δεν είχε κανόνες που να μπορούσαν να ελεγχθούν μπροστά της. Ήταν δικό τους. Κι όμως, η αίθουσα είχε ήδη ξεκαθαρίσει κάτι που δεν χρειαζόταν οδηγίες: αν δεν μιλούσε πρώτη, θα έμενε έξω. Θα συνέχιζαν να τη βλέπουν ως αυτήν που έρχεται, ρωτά, απαιτεί και δεν πληρώνει τίποτα για να πάρει απάντηση.

    Έκανε ένα βήμα προς το τραπέζι.

    Κανείς δεν μίλησε.

    Έσκυψε και κοίταξε τον δίσκο από πάνω. Είδε αχνά το περίγραμμα του δικού της προσώπου πάνω στο μέταλλο, σπασμένο από τις χαρακιές και το θαμπό φως της αίθουσας. Το αγνόησε. Δεν είχε σημασία τι έδειχνε. Σημασία είχε αν αυτοί θα δέχονταν αυτό που θα έβαζε πάνω του.

    Σκέφτηκε να ρωτήσει ποιος έβαλε τον κανόνα, ποιος αποφάσισε ότι έτσι γίνεται, ποιος τους είπε ότι ο δίσκος δεν ανήκει στη διοίκηση. Ήξερε ήδη τι θα κέρδιζε από αυτό. Άλλο ένα κλείσιμο. Άλλο ένα βλέμμα που θα της έλεγε ότι δεν κατάλαβε το μόνο σημείο που είχε σημασία.

    Το όνομα είχε ήδη έρθει στο στόμα της από νωρίτερα και το είχε κρατήσει πίσω.

    Γιόνας Ράιτερ.

    Δεν ήξερε ακόμη τι ακριβώς σήμαινε γι’ αυτούς. Ήξερε μόνο ότι δεν ήταν άδειος ήχος. Το είχε καταλάβει από τα κομμένα πρόσωπα όταν η κουβέντα τον πλησίαζε και τραβιόταν αλλού, από εκείνο το μικρό φρενάρισμα πριν αλλάξουν θέμα, από τον τρόπο που αναγνώριζαν την ύπαρξη άλλων χωρίς να τους δείχνουν με το δάχτυλο. Το όνομα ήταν πραγματικό. Κυκλοφορούσε ανάμεσά τους. Κι αν το έφερνε εκείνη πρώτη, δεν θα μπορούσαν πια να κάνουν ότι δεν το άκουσαν.

    Το δεξί της χέρι έμεινε λίγο πάνω από τον δίσκο.

    Πριν το δει, η αίθουσα έσφιξε. Το αγόρι στο παράθυρο χαμήλωσε επιτέλους τη φτέρνα κι ακούστηκε ένα μικρό χτύπημα στο πάτωμα. Η κοπέλα με το μολύβι σήκωσε το βλέμμα από το χέρι της στο πρόσωπό της, για να ελέγξει αν θα τολμήσει πράγματι να το κάνει. Από την πόρτα δεν ακούστηκε τίποτα, αλλά η σιωπή εκεί ήταν πιο σκληρή από πριν.

    Δεν τράβηξε το χέρι πίσω.

    Σκέφτηκε τον υπάλληλο στην είσοδο, το τηλεφώνημα επιβεβαίωσης, τον

    τρόπο που είχε ειπωθεί το όνομά της χωρίς να τη ρωτήσουν πώς θέλει να σταθεί μέσα σ’ αυτό, και ακούμπησε τον δίσκο.

    Το μέταλλο ήταν ζεστό. Όχι απότομα. Σταθερά ζεστό, δουλεμένο από άλλα χέρια πριν από το δικό της. Έσφιξε για λίγο τα δάχτυλα, μόνο όσο χρειαζόταν για να μη φανεί δισταγμός, και είπε καθαρά:

    «Γιόνας Ράιτερ.»

    Κανείς δεν αντέδρασε αμέσως.

    Το χέρι της έμεινε στη θέση του. Δεν τους χάρισε δεύτερη λέξη. Δεν πρόσθεσε εξήγηση, σχέση, πηγή. Τους έδωσε το όνομα και περίμενε τι θα έκαναν μ’ αυτό.

    Πρώτο, το αγόρι στο παράθυρο γύρισε το κεφάλι προς την κοπέλα με το μολύβι. Εκείνη τον κοίταξε για ένα κλάσμα και μετά ξαναγύρισε το βλέμμα της πάνω της, όχι πια όπως πριν. Στην άκρη του τραπεζιού, ένα άλλο παιδί που ως τότε στεκόταν μισόκρυφο από τους υπόλοιπους ίσιωσε λίγο την πλάτη. Η κίνηση ήταν μικρή, αλλά δεν της ξέφυγε. Το όνομα δεν έπεσε στο κενό. Βρήκε άλλους που το ήξεραν.

    Απέναντί της, το αγόρι που της είχε πει τι θα σήμαινε να αγγίξει τον δίσκο χωρίς κάτι αληθινό κατέβασε τα μάτια στο χέρι της και μετά στο βραχιόλι.

    «Πού το άκουσες;»

    Τράβηξε αργά το χέρι της από το μέταλλο, με τη θερμότητα να μένει στην παλάμη.

    «Αυτό δεν ρώτησες.»

    «Τώρα το ρωτάω.»

    «Κι εγώ δεν απαντάω σε όλα.»

    Άνοιξε το στόμα του, αλλά η κοπέλα με το μολύβι μίλησε πριν προλάβει, με φωνή χαμηλή και κοφτή.

    «Μέσα στον σταθμό αυτό το όνομα δεν λέγεται τυχαία.»

    Γύρισε προς το μέρος της.

    «Το κατάλαβα.»

    «Όχι.» Η κοπέλα άφησε το μολύβι πάνω στο γόνατο. «Απλώς το είπες.»

    Δεν μετακινήθηκε.

    «Είπες να πω κάτι αληθινό.»

    «Είναι αληθινό για σένα;»

    Η ερώτηση ήρθε χωρίς έμφαση. Αυτό την έκανε πιο βαριά. Πάλι όλα τα βλέμματα κράτησαν απόσταση μόνο όσο χρειαζόταν για να μη φανεί η ανάγκη τους να μάθουν.

    «Δεν έβαλα τυχαία λέξη πάνω στον δίσκο», απάντησε.

    Μια μικρή ανάσα βγήκε από τη μύτη του αγοριού στο παράθυρο.

    «Άρα τον ξέρεις.»

    Τον κοίταξε χωρίς να του δώσει αυτό που ζητούσε.

    «Ίσως να έλεγα άλλο όνομα στην αρχή.» Η γλώσσα της κόλλησε για μια στιγμή στον ουρανίσκο. «Είπα αυτό.»

    Για πρώτη φορά μίλησε το παιδί στην άκρη του τραπεζιού.

    «Τώρα δεν γίνεται να σε περάσουμε για τίποτα απλό.»

    Σ’ αυτή τη φράση έμεινε ένα μικρό κενό. Κανείς δεν το έσπασε. Είχε ήδη συμβεί κάτι που εκείνοι μπορούσαν να μετρήσουν και η ίδια όχι. Αυτό τη σταμάτησε για μια στιγμή περισσότερο από την πίεση της σκηνής. Το πρόσωπό της δεν άλλαξε.

    «Να το πούμε σαφώς τότε», είπε. «Τι αλλάζει;»

    Η κοπέλα με το μολύβι την κοίταζε επίμονα.

    «Από εδώ και πέρα θα μετριέσαι μαζί με τους άλλους.»

    Δεν απάντησε αμέσως.

    «Ποιους άλλους;»

    «Αν χρειάζεται να το ρωτήσεις έτσι, δεν ξέρεις αρκετά.»

    «Αυτό είναι ήδη φανερό.»

    Το αγόρι στο παράθυρο απομακρύνθηκε από τον τοίχο.

    «Αν δεν ξέρει, γιατί το είπε;»

    «Γιατί δεν είναι χαζή», πέταξε το παιδί στην άκρη. «Είδε ότι εδώ μέσα δεν ανοίγει τίποτα χωρίς κόστος.»

    Κράτησε τη ματιά της πάνω του. Ήταν ο μικρότερος απ’ όλους, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες και το βάρος ριγμένο στις φτέρνες. Δεν είχε μιλήσει μέχρι τότε, και η παρέμβασή του έκοψε τη σειρά των ερωτήσεων καλύτερα από κάθε επιβολή.

    «Και ποιο είναι το κόστος;» ρώτησε.

    Αυτή τη φορά κανείς δεν απάντησε αμέσως. Η κοπέλα με το μολύβι πήρε ξανά το μολύβι στα δάχτυλα, αλλά δεν έγραψε. Το έστριψε μόνο μία φορά.

    «Να μη μπορείς μετά να πεις ότι δεν ήξερες.»

    Το βραχιόλι πίεσε πιο έντονα τον καρπό της. Δεν το κοίταξε.

    Μία ώρα αργότερα, όχι πια στην κοινόχρηστη αίθουσα αλλά σε έναν μικρό χώρο εξέτασης με λευκά πλακάκια και κλειστή πόρτα, στάθηκε απέναντι από τη δρ. Έλκε Φος και κατάλαβε αμέσως ότι η αλλαγή τόπου δεν σήμαινε αλλαγή όρων. Στον αριστερό της καρπό, το βραχιόλι έμενε ενεργό. Πάνω σε μεταλλικό πάγκο βρισκόταν ένα φορητό τερματικό. Δίπλα του, μέσα σε μια ρηχή θήκη, ένα γυάλινο δοχείο με σκούρο κόκκινο υγρό. Στον τοίχο αναβόσβηνε μια πράσινη ένδειξη αναπνοής, σταθερή, επαναλαμβανόμενη, με μικρές ηχητικές οδηγίες.

    Η γιατρός δεν κάθισε. Κράτησε το τάμπλετ στο ένα χέρι κι έριξε μια σύντομη ματιά στην οθόνη.

    «Θα γίνει μια δοκιμή σταθεροποίησης αντίδρασης.»

    Εκείνη έμεινε ακίνητη.

    «Καταγράψτε πρώτα ότι δεν συναινώ.»

    Η γιατρός σήκωσε τα μάτια από την οθόνη.

    «Η θέση σας έχει ήδη καταχωριστεί.»

    «Όχι η θέση μου. Η άρνησή μου.»

    «Έχει συμπεριληφθεί στη διαδικασία παραλαβής.»

    Ανάμεσά τους έμεινε η λέξη. Συμπεριληφθεί στη διαδικασία παραλαβής. Έσφιξε πάλι το στομάχι της από τον τρόπο που η άλλη έπαιρνε μια πρόταση και την επέστρεφε αλλαγμένη, καθαρισμένη, χρήσιμη για το αρχείο τους.

    «Είπα ότι αρνήθηκα πριν μπω και ότι μπήκα υπό πίεση.»

    «Το έχετε δηλώσει.»

    «Και τώρα το ξαναλέω.»

    Η γιατρός άφησε ένα μικρό κενό πριν απαντήσει.

    «Μπορείτε να το επαναλάβετε. Δεν αναστέλλει τη δοκιμή. Η καταγραφή σας περνά ήδη ως αυξημένος δείκτης μη συμμόρφωσης, και το επόμενο στάδιο ενεργοποιεί διοικητικές συνέπειες.»

    Εκείνη κοίταξε το γυάλινο δοχείο.

    «Άρα θέλετε να το πω μπροστά σας για να προχωρήσετε έτσι κι αλλιώς.»

    «Θέλω να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.»

    «Με τη δική σας διατύπωση.»

    Η γιατρός άφησε το τάμπλετ κάτω.

    «Με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται εδώ.»

    Αυτό ήταν το σημείο. Όχι το υγρό ή οι αισθητήρες ούτε η κλειστή πόρτα. Το εδώ. Το χρησιμοποιείται εδώ. Το πλαίσιο που έπρεπε να περάσει από το στόμα της για να γίνει έγκυρο.

    Από τη συσκευή στον τοίχο κρεμόταν ένα λεπτό καλώδιο. Δύο αυτοκόλλητοι αισθητήρες ήταν ήδη έτοιμοι πάνω σε αποστειρωμένο χαρτί. Η γιατρός έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

    «Σηκώστε το μανίκι.»

    Εκείνη το σήκωσε μόνη της, χωρίς βοήθεια. Δεν ήταν υποχώρηση. Ήθελε να μη της αγγίξει το χέρι. Η γιατρός τοποθέτησε τον πρώτο αισθητήρα κάτω από την κλείδα και τον δεύτερο χαμηλότερα, με γρήγορες, ακριβείς κινήσεις. Το βραχιόλι έβγαλε έναν σύντομο φωτεινό παλμό και το πράσινο φως στον τοίχο έπεσε πάνω στο γυαλί.

    «Θα ακολουθείτε τον ρυθμό στην οθόνη», συνέχισε. «Εισπνοή όταν ανάβει η επάνω ένδειξη, εκπνοή όταν χαμηλώνει.»

    Εκείνη δεν απάντησε.

    «Θα κρατήσετε το βλέμμα μπροστά.»

    Η πράσινη ένδειξη στον τοίχο ανέβηκε κι έπεσε πάλι. Μια ήρεμη, τεχνητή φωνή είπε: «Εισπνοή. Εκπνοή.»

    Κράτησε το σώμα της ακίνητο και άκουσε την επόμενη οδηγία χωρίς να ακολουθήσει αμέσως τον ρυθμό. Πήρε ανάσα όταν το επέλεξε η ίδια.

    Η γιατρός το πρόσεξε.

    «Αν αντιστέκεστε στη βασική ρύθμιση, η καταγραφή θα δείξει μη συμμόρφωση από την έναρξη.»

    Γύρισε ελάχιστα το κεφάλι.

    «Θα δείξει ότι δεν συμφωνώ να εκπαιδεύομαι στη δική σας εκδοχή ηρεμίας.»

    «Δεν πρόκειται για εκπαίδευση.»

    «Τότε γιατί υπάρχουν οδηγίες;»

    Η γιατρός δεν απάντησε. Πήρε το γυάλινο δοχείο από τη θήκη και το ακούμπησε πάνω στον πάγκο, σε απόσταση δύο βημάτων από εκείνη. Το υγρό μέσα μετακινήθηκε βαριά και χτύπησε τα τοιχώματα. Έλεγξε πάλι το τάμπλετ.

    «Θα εκτεθείτε σε οπτικό ερέθισμα. Θέλω να παραμείνετε σταθερή και να ακολουθήσετε τις οδηγίες αναπνοής.»

    Εκείνη κοίταξε το δοχείο, ύστερα την άλλη.

    «Θέλετε επίδειξη.»

    «Θέλω μέτρηση.»

    «Με θέαμα.»

    «Με ελεγχόμενο υλικό.»

    Είδε τα χέρια της γιατρού. Ήρεμα. Αποφασισμένα. Εξασκημένα στο να πιάνουν κάτι απαράδεκτο και να το τοποθετούν μέσα σε σειρά ενεργειών. Το ίδιο είχε κάνει στην πύλη και στην παραλαβή. Το ίδιο και τώρα. Αν ακολουθούσε, θα υπήρχε καταγραφή. Αν δεν ακολουθούσε, πάλι καταγραφή. Το δωμάτιο ήταν έτοιμο και για τα δύο.

    Θα έδινε στη σειρά το σχήμα που ζητούσε. Αν δεν ακολουθούσε, η ίδια σειρά θα τη χρησιμοποιούσε πάλι εναντίον της.

    Πήρε αργά αέρα από τη μύτη, μέχρι χαμηλά. Τον κράτησε. Περίμενε εκείνη. Το ίδρυμα της είχε μόλις δείξει πως κάθε στιγμή αναγνώρισης γινόταν αμέσως εργαλείο. Αυτό ήταν το πιο οξύ σημείο της στιγμής: η άλλη περίμενε να δει αν θα μπει στον ρυθμό που της δινόταν. Να δει αν το σώμα της θα δεχόταν την ακολουθία. Ερέθισμα, οδηγία, έλεγχος. Ερέθισμα, οδηγία, υπακοή.

    Η φράση ήρθε χωρίς προειδοποίηση, όχι ως ολόκληρη ανάμνηση αλλά ως κομμάτι που επέμενε: Die Jugendlichen verlangen kein weiteres Erzählen, sondern ein bindendes Zeichen oder einen Namen. Δεν ζητούν άλλη αφήγηση, αλλά δεσμευτικό σημάδι ή όνομα.

    Πιο ήρεμα από πριν, η Φος μίλησε ξανά.

    «Κοιτάξτε το υλικό και παραμείνετε σταθερή.»

    Άφησε αργά τον αέρα.

    «Όχι», είπε.

    «Αρνείστε να εκτελέσετε την οδηγία;»

    «Αρνούμαι τη μετάφρασή σας.»

    Η Φος χαμήλωσε ελάχιστα το δοχείο, όσο να μπορέσει να —

    Χαμήλωσε ελάχιστα το δοχείο, όσο να μπορέσει να κοιτάξει την οθόνη του φορητού τερματικού χωρίς να το βγάλει από το οπτικό της πεδίο. Ο αντίχειράς της κινήθηκε μία φορά πάνω στην επιφάνεια. Το ηχείο δεν μίλησε αμέσως. Για ένα δευτερόλεπτο έμεινε μόνο το βουητό του αερισμού, η χαμηλή πίεση του χώρου πάνω στο δέρμα και η λευκή αντανάκλαση στο γυαλί.

    Η Μίρα κράτησε το βλέμμα στο γυαλί — δεν ήθελε να της δώσει το πρόσωπό της. Κυλινδρικό και καθαρό, το δοχείο ήταν γεμάτο μέχρι λίγο κάτω από το χείλος με εκείνο το σκούρο κόκκινο υγρό που η γιατρός είχε ήδη ονομάσει υλικό. Ούτε αίμα ούτε υποκατάστατο, μόνο υλικό, αφού ό,τι δεν κατονομαζόταν περνούσε ευκολότερα στο σύστημα.

    «Η άρνησή σας καταγράφηκε», είπε η Φος. «Η εντολή παραμένει ενεργή.»

    «Το ξέρω.»

    Σήκωσε ξανά το βλέμμα.

    «Επιλέγετε συνειδητά απόκλιση.»

    Εκεί ήταν πάλι. Επιλέγετε. Συνειδητά. Απόκλιση. Λέξεις έτοιμες, ακριβείς, χωρίς χώρο για τίποτε άλλο. Στον καρπό της, το βραχιόλι έσφιξε με τη νέα δόνηση, πιο μακρά αυτή τη φορά. Δεν κοίταξε εκεί. Δεν χρειαζόταν. Κάθε παύση περνούσε κάπου, κάθε καρδιακός παλμός έπαιρνε θέση σε μια στήλη, κάθε άρνηση έμπαινε δίπλα σε άλλη άρνηση μέχρι να βγάλουν κατηγορία.

    Κοφτά και χωρίς συνέχεια, η σκέψη του Γιόνα Ράιτερ πέρασε ξανά από το μυαλό της. Ως όνομα που είχε ακουστεί εκεί μέσα και είχε αλλάξει το βάρος του αέρα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Δεν ήξερε γιατί. Μόνο ότι τίποτα στον σταθμό δεν ακουγόταν τυχαία. Ούτε οι εντολές ούτε τα ονόματα.

    Πιο πέρα, σε χαμηλό τόνο, η Φος μίλησε σε κάποιον πίσω από τον ώμο της — όχι σ’ εκείνη. «Επιβεβαιωμένη επαφή του κρατούμενου Ράιτερ.» Η Μίρα δεν γύρισε. Το όνομα έπεσε μέσα στον χώρο όπως πέφτει αντικείμενο σε νερό: ο ήχος ήρθε από μακριά, μα η ένδειξη ήταν εκεί. Ο Ράιτερ ήταν μέσα. Όχι ως υπόψη φάκελος. Ως κρατούμενος, πίσω από κάποια πόρτα, σε κάποιον διάδρομο, σε αυτόν τον σταθμό.

    «Κοιτάξτε το υλικό», πρόσταξε η Φος, με την ίδια σταθερή φωνή. «Παρατηρείται καθυστέρηση ανταπόκρισης.»

    Γέλασε ξανά, χαμηλά αυτή τη φορά, χωρίς να πάρει τα μάτια από το δοχείο.

    «Παρατηρείται γλώσσα.»

    Η απάντηση δεν άλλαξε το πρόσωπο της άλλης.

    «Θα καταχωριστεί λεκτική αντίσταση.»

    Τώρα το κατάλαβε ευκρινώς: δεν υπήρχε πια καμία κίνηση που να έμενε έξω από το τεστ. Ούτε η υπακοή ούτε η ακινησία ούτε η ειρωνεία. Αν έμενε έτσι, εκείνη θα συνέχιζε να μιλά, το ηχείο θα έδινε ρυθμό, το βραχιόλι θα παλλόταν, και στο τέλος η σιωπή της θα εμφανιζόταν ως τιμή αποτυχίας ελέγχου. Αν ακολουθούσε, θα τους έδινε αυτό που ζητούσαν με τη μορφή που ζητούσαν. Το πλαίσιο θα έκλεινε και θα την είχε μέσα.

    Για μια στιγμή, η ματιά της πέρασε από τα δάχτυλα της γυναίκας στο χείλος του δοχείου, στη λεπτή γραμμή του υγρού, στην αντανάκλαση του φωτός πάνω στο γυαλί. Επέστρεψε στο κέντρο του.

    Μαζί με έναν σύντομο, οξύ τόνο από το τερματικό, ήρθε η επόμενη δόνηση του βραχιολιού. Η Φος έριξε μια ματιά στην ένδειξη, ονόμασε ψυχρά το αποτέλεσμα επιβεβαιωμένη αντιδραστική ικανότητα υπό ερέθισμα και διέταξε πλήρη αναθεώρηση του καθεστώτος παρατήρησης. Η Μίρα είδε αυτό που περίμενε από την αρχή της διαδικασίας: επιβεβαίωση ότι το συμβάν πλησίαζε στο σημείο που είχε προβλεφθεί, όχι ακριβώς έτσι, ίσως, αλλά αρκετά κοντά.

    «Τελική οδηγία», ανακοίνωσε η Φος. «Σταθεροποιήστε την αναπνοή σας και διατηρήστε οπτική επαφή με το ερέθισμα.»

    Σήκωσε ελάχιστα το πηγούνι.

    «Όχι.»

    «Καταγράφεται άρνηση συμμόρφωσης.»

    «Καταγράψτε και το άλλο.» Η φωνή της βγήκε ήρεμη. «Ότι το είπα πριν από την πύλη. Ότι το είπα εδώ. Ότι δεν αλλάζει επειδή αλλάζετε εσείς τις λέξεις.»

    Η Φος δεν απάντησε αμέσως. Ένα δευτερόλεπτο μόνο, αλλά αρκετό. Το τερματικό έβγαλε άλλο ένα κοφτό ηχητικό σήμα.

    Το βλέμμα της Φος δεν έφυγε από την οθόνη του τερματικού όταν μίλησε.

    «Προσθέστε αισθητήρες. Πλήρη καταγραφή κινητικού φορτίου και οφθαλμικής σταθερότητας.»

    Η εντολή βγήκε επίπεδη, χωρίς παύση. Πίσω και δεξιά από τη Μίρα ακούστηκαν αμέσως βήματα, το τράβηγμα ενός μεταλλικού τροχήλατου, πλαστικές θήκες που άνοιγαν. Δεν γύρισε. Δεν χρειαζόταν. Την πλησίαζαν ήδη. Κάθε νέο όχι τους έδινε άλλη μία αφορμή να την αγγίξουν, να τη μετρήσουν, να προσθέσουν κάτι ακόμη πάνω της.

    Από το ηχείο ήρθε ξανά φωνή, αυτή τη φορά με μικρότερο διάστημα ανάμεσα στις οδηγίες.

    «Εισπνοή. Εκπνοή. Εισπνοή.»

    Στον αριστερό καρπό της, το βραχιόλι δόνησε ξανά. Έσφιξε τα δόντια και κράτησε τα χέρια ακίνητα στους μηρούς της. Το κρύο της καρέκλας περνούσε μέσα από το ύφασμα. Μια τεχνικός μπήκε στο πλάι του οπτικού της πεδίου, με λευκά γάντια, επίπεδο πρόσωπο, δύο λεπτά αυτοκόλλητα στα δάχτυλα. Η Μίρα τράβηξε τον ώμο της πίσω πριν εκείνη την αγγίξει.

    «Μην με αγγίζετε.»

    Δεν πήρε απάντηση. Η γυναίκα κοίταξε μόνο τη Φος.

    «Προχωρήστε», πρόσταξε εκείνη.

    Στον λαιμό της ήρθε η πρώτη επαφή, ύστερα κάτω από την κλείδα. Άλλο ένα αυτοκόλλητο στον κρόταφο. Η Μίρα ένιωσε το λεπτό τράβηγμα του καλωδίου όταν η τεχνικός το στερέωσε. Δεν έσπρωξε το χέρι της. Δεν είχε νόημα. Θα το κατέγραφαν ως αντίσταση επαφής και θα έφερναν άλλους δύο.

    Διακοπή, Μετατόπιση, Σφράγιση.

    Οι λέξεις πέρασαν από μέσα της καθαρές, με τον παλιό κοφτό ρυθμό. Τις είχε μάθει για άλλο λόγο, σε άλλο δωμάτιο, με άλλο φως. Τώρα έμεναν μόνο ως σειρά, όχι για να τη συγκρατήσουν αλλά για να διαλέξει.

    Το ηχείο μίλησε πάλι, πιο κοφτά τώρα. «Εκπνοή. Διατηρήστε στάση. Επιβεβαιώνεται άρνηση συμμόρφωσης.»

    Η Μίρα δεν υπάκουσε. Δεν μίλησε αυτή τη φορά. Κράτησε το βλέμμα της στο χείλος του γυάλινου δοχείου και άφησε όλα τα υπόλοιπα να μείνουν πίσω του: τη φωνή, το βραχιόλι, τα καλώδια, την τεχνικό που έκανε ένα βήμα πίσω, το τερματικό στο χέρι της Φος. Έμεινε μόνο το σημείο όπου τα δάχτυλα της άλλης έσφιγγαν το γυαλί.

    Πρώτα ήρθε η πίεση στον δικό της αυχένα και μετά πίσω από τα μάτια της. Η ανάσα της βγήκε κοφτή, παρά τη θέλησή της. Καθώς το γυαλί έτριξε, η τεχνικός ακινητοποιήθηκε.

    Δεν κατέβασε το χέρι. Μόνο τα μάτια της μετακινήθηκαν από τη Μίρα στο δοχείο και πάλι πίσω.

    «Καταγράφεται μεταβολή πεδίου», είπε, πιο γρήγορα τώρα. «Όλοι στις θέσεις τους. Μην προσεγγίζετε.»

    Το ηχείο σώπασε. Για πρώτη φορά από όταν την έβαλαν στο δωμάτιο, η μηχανική φωνή κόπηκε.

    Κοντά στον λαιμό του δοχείου, η Μίρα είδε τη λεπτή ρωγμή να ανοίγει, μία γραμμή και μετά δεύτερη. Το χέρι της έσφιξε ενστικτωδώς. Ο αυχένας της σφίχτηκε περισσότερο. Το ίδιο είχε νιώσει και τότε, πριν από το αίμα στο πάτωμα και τις φωνές που δεν σταματούσαν. Το γυαλί υπάκουσε σε δύναμη που ερχόταν από αλλού, όχι στη δική της λαβή.

    Ένας από τους μάρτυρες πίσω από τη Φος είπε απότομα: «δρ. Φος—»

    Δεν πρόλαβε να τελειώσει.

    Το δοχείο συνεθλίβη μέσα στο χέρι της με ξερό, βίαιο ήχο. Θραύσματα τινάχτηκαν.

    ¿Quieres escribir el tuyo?

    Cada libro de esta página fue producido con SYMBAN. Si tienes una historia en la cabeza, pruébalo.

    Empieza gratis