Chapter 3
Η Κάρτα του Stadelheim
Το κόψιμο έγινε στην εξώπορτα, στο κρύο της σκάλας και έξω, όπου η φωνή από την ανοιχτή ακρόαση δεν την ακολουθούσε πια — όλα τα υπόλοιπα όμως έμεναν, ο αέρας κοφτερός στο πρόσωπό της. Ως το Stadelheim, η διαδρομή δεν είχε τίποτα από έξοδο. Το παλιό παλτό έμενε ανοιχτό, το ένα πέτο γυρισμένο προς τα μέσα, και το χέρι της έμπαινε ξανά και ξανά στην τσέπη ν’ ακουμπήσει το κρύο πλαστικό της κάρτας. Στις στάσεις, στα φανάρια, στα τζάμια των οχημάτων, στις κάμερες πάνω από εισόδους, έβλεπε το ίδιο: θέση, χρόνος, κατεύθυνση. Αυτό το είχε δεχτεί η μητέρα της. Το σχολείο το είχε δεχτεί. Με φωνές ήρεμες και λέξεις καθαρές, μιλούσαν γι’ αυτό όπως μιλάνε για κάτι που υπάρχει ήδη και πρέπει μόνο να συμπληρωθεί σωστά.
Πίσω δεν κοίταζε συχνά· δεν ήθελε να τους δώσει ούτε αυτό μέσα στο κεφάλι της. Προχωρούσε γρήγορα, άλλαζε ρυθμό χωρίς λόγο, έμπαινε την τελευταία στιγμή όπου μπορούσε, στεκόταν μακριά από άλλους όταν οι πόρτες άνοιγαν με συριστικό ήχο. Όταν ένα όχημα επιβράδυνε κοντά στο πεζοδρόμιο, γύρισε απότομα το πρόσωπο προς την άλλη πλευρά και συνέχισε χωρίς να τρέξει· το να τρέξει θα έλεγε κάτι, το να σταθεί κάτι άλλο. Όλα έλεγαν κάτι.
Από το χαρτί του σχολείου, η φράση δεν έβγαινε από μέσα της: Πιθανή κληρονομική ανωμαλία. Την είχε διαβάσει μία φορά και μετά άλλη μία, πιο αργά, για να βεβαιωθεί ότι ήταν εκεί. Όχι για κάποιο σύμπτωμα, όχι για μια πράξη, όχι για κάτι που είχε πει. Για κληρονομία. Το όνομα της μητέρας της, το δικό της, μια γραμμή που πήγαινε πίσω χωρίς να τη ρωτήσει. Έσφιξε την κάρτα μέσα στην τσέπη. Το πλαστικό λύγιζε λίγο στην άκρη.
Όταν φάνηκε το συγκρότημα, χαμήλωσε τον ρυθμό της. Όχι από δισταγμό· για να δει. Ως την είσοδο έφτανε αχνά η μυρωδιά καθαριστικού. Ο εξωτερικός χώρος ήταν φωτισμένος άσπρα, καθαρά, με γραμμές που οδηγούσαν στην είσοδο και πουθενά αλλού. Το γυαλί του ελέγχου φάνηκε πριν φτάσει εκεί. Μια κάμερα πάνω από την πόρτα, άλλη μία στο πλάι, και μέσα κίνηση μετρημένη, όχι βιαστική. Αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. Οι άνθρωποι εκεί δούλευαν κανονικά. Ό,τι και να είχε ξεκινήσει γι’ αυτήν αλλού, εδώ μπορούσε να είχε ήδη μπει σε μια οθόνη χωρίς να αλλάξει τίποτα στα πρόσωπά τους.
Όταν ήρθε η σειρά της, έβγαλε την κάρτα και την ακούμπησε στον πάγκο. Τα δάχτυλά της άργησαν μια στιγμή να φύγουν από πάνω της. Ο υπάλληλος την κοίταξε.
«Στοιχεία επίσκεψης;»
«Έχω κάρτα επισκέπτη.»
«Ταυτότητα και κάρτα.»
Εκείνη κράτησε το χέρι πάνω στην κάρτα. «Είναι ήδη περασμένη.»
Το βλέμμα του έμεινε πάνω της λίγο περισσότερο. Τράβηξε την κάρτα κάτω από τα δάχτυλά της και την πέρασε από έναν μικρό σαρωτή δίπλα στο πληκτρολόγιο. Η οθόνη φώτισε το κάτω μέρος του προσώπου του.
«Μπέρντ Κρύγκερ», είπε, περισσότερο για επιβεβαίωση του συστήματος παρά προς εκείνη.
Η Μίρα δεν απάντησε, κι ο υπάλληλος σήκωσε πάλι τα μάτια. «Όνομα επισκέπτριας.»
Ένα χτύπημα ακούστηκε κάπου πίσω από την πόρτα ασφαλείας. Κάποιος μίλησε σε άλλη θέση. Η Μίρα έμεινε ακίνητη μπροστά στο γυαλί.
…και στο στόμα της. Αν έλεγε το όνομά της, θα έμπαινε. Αν δεν το έλεγε, μπορούσε ακόμη να πάρει την κάρτα, να γυρίσει, να βγει ξανά έξω πριν τη ρωτήσει κάποιος περισσότερα. Το χέρι της έμεινε άδειο πάνω στον πάγκο.
Ο υπάλληλος περίμενε.
Για μια στιγμή, πίσω του, η Μίρα κοίταξε την οθόνη. Δεν έβλεπε λέξεις, μόνο πεδία, μπάρες, ένα ανοιχτό παράθυρο με γραμμές. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε όνομα, ώρα, έλεγχο και είσοδο, θα χωρούσε κι εκείνη. Και ό,τι θα δεχόταν για να περάσει.
«Μίρα Χάρτμαν», είπε.
Ο υπάλληλος έγειρε λίγο το κεφάλι, άκουσε ευκρινώς. «Ταυτότητα.»
Εκείνη δεν κουνήθηκε αμέσως. Η φράση από το σχολικό χαρτί ανέβηκε ξανά χωρίς να τη θέλει. Πιθανή κληρονομική ανωμαλία. Τυπωμένο, υπογεγραμμένο, κρατημένο σε φάκελο. Όχι λόγια θυμού, όχι κάτι που έσβηνε όταν έκλεινε μια πόρτα. Χαρτί με καταχώριση και αξιολόγηση. Τώρα το γυαλί μπροστά της ζητούσε άλλο ένα έγγραφο, άλλη μια συγκατάθεση από παλάμη σε παλάμη. Δεν είμαι πρόβλημα χώρου ούτε «συνεργασία στον χώρο». Δεν είμαι σημείωση.
Από την άλλη τσέπη έβγαλε την ταυτότητα και την κράτησε για λίγο μαζί με την κάρτα που είχε μείνει στον πάγκο. Το πλαστικό ακούμπησε πάνω στο πλαστικό μ’ ένα μικρό, ξερό χτύπημα. Από το άνοιγμα κάτω απ’ το γυαλί ο υπάλληλος άπλωσε το χέρι. Εκείνη τα έσπρωξε και τα δύο προς το μέρος του.
Ο άντρας πήρε πρώτα την ταυτότητα. Κοίταξε τη φωτογραφία, ύστερα το πρόσωπό της, ύστερα ξανά τη φωτογραφία. Τα δάχτυλά του γύρισαν την κάρτα επισκέπτη από την πίσω πλευρά. Έλεγξε την ημερομηνία. Το στυλό μετακινήθηκε πάνω στον φάκελο όταν ακούμπησε δίπλα του τα έγγραφα. Πληκτρολόγησε κάτι.
«Η κάρτα είναι παλιά», είπε.
Η Μίρα δεν ρώτησε πόσο. Το καταλάβαινε από τη φθορά στην άκρη της. Από το χρώμα που είχε φύγει από το όνομά της. Από το ότι είχε ελπίσει να περάσει ακριβώς επειδή ανήκε σε άλλη φορά.
«Ισχύει η επίσκεψη;» ρώτησε.
«Θα γίνει έλεγχος.» Ο υπάλληλος δεν σήκωσε τα μάτια. «Περιμένετε.»
Πάτησε ένα πλήκτρο, πήρε ένα τηλέφωνο από τη βάση και μίλησε χαμηλά. Η Μίρα άκουσε μόνο τα απολύτως καθαρά: «Κρύγκερ… επισκέπτρια… παλιά κάρτα… επιβεβαίωση στοιχείων.» Έπειτα ένα διάστημα σιωπής. Ο άντρας άκουγε. Έγραψε κάτι σ’ ένα μικρό χαρτί. «Ναι.» Άλλη παύση. «Χάρτμαν. Μίρα Χάρτμαν.»
Με τον ίδιο τόνο που είχε ακουστεί πριν το όνομα του Μπέρντ, ειπώθηκε και το δικό της. Όχι προς εκείνη. Μπροστά σε όποιον περίμενε, προς τη διαδικασία.
Κράτησε τα μάτια στο χέρι του, όχι στο πρόσωπό του. Ήθελε να δει αν θα έγραφε κάτι ακόμη, αν θα σήκωνε άλλο ακουστικό, αν θα άλλαζε έκφραση. Δεν άλλαξε τίποτα· μόνο ένα όνομα πέρασε απέναντι.
Στο πλάι της περίμενε ήδη ένας άλλος άντρας. Άφησε τα κλειδιά του σ’ ένα πλαστικό δισκάκι και κοίταξε αλλού, με την ανυπομονησία ανθρώπου που είχε έρθει για δουλειά. Πίσω της άνοιξε η εξωτερική πόρτα και μπήκε κρύος αέρας για δύο δευτερόλεπτα. Κάποιος στάθηκε στην ουρά, κι εκείνη δεν γύρισε.
Ο υπάλληλος έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε πάλι την οθόνη. Έβαλε την κάρτα στον σαρωτή δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά ο ήχος ήταν διαφορετικός, πιο κοφτός. Ένα μικρό πράσινο φως άναψε στη βάση.
«Πρώτη επίσκεψη με ανανέωση καταγραφής», είπε. «Χρειάζεται υπογραφή.»
Τράβηξε ένα έντυπο από ένα ντοσιέ και το έσπρωξε κάτω από το γυαλί μαζί μ’ ένα στυλό. Εκείνη κατέβασε το βλέμμα. Επάνω, σε κουτάκια και γραμμές, υπήρχαν τα βασικά: όνομα επισκέπτριας, ημερομηνία, ώρα εισόδου, πρόσωπο προς επίσκεψη, δήλωση γνώσης κανονισμού, υπογραφή.
Οι λέξεις ήταν ακριβείς, τακτοποιημένες, χωρίς τίποτα περιττό. Δεν χρειαζόταν τίποτα περιττό· αρκούσαν αυτές, κι έτσι πήρε το στυλό. Το
πήρε με δύο δάχτυλα, το ξεκούμπωσε από την αλυσίδα του γκισέ όσο της επέτρεπε το μήκος κι έσκυψε λίγο πάνω από το έντυπο.
Στην αρχή διάβασε τη γραμμή της δήλωσης: γνώση κανονισμού, αποδοχή ελέγχου, υποχρέωση παράδοσης απαγορευμένων και μεταλλικών αντικειμένων, δυνατότητα διακοπής της επίσκεψης από τη διεύθυνση ή το προσωπικό ασφαλείας. Η τελευταία φράση έμενε χωρισμένη σε δύο σειρές. Για δεύτερη φορά, το μάτι της πήγε εκεί πιο αργά. Δεν ρώτησε τι σήμαινε «δυνατότητα». Δεν είχε σημασία τι θα της έλεγε εκείνος. Η λέξη ήταν ήδη αρκετή.
Έγραψε το όνομά της στη θέση της υπογραφής με μικρά, σταθερά γράμματα. Η μύτη του στυλό κόλλησε στην αρχή του επωνύμου κι άφησε μια πιο σκούρα κουκκίδα στο χαρτί. Συνέχισε χωρίς να διορθώσει τίποτα. Στο τέλος ξαναδιάβασε μόνο την ώρα εισόδου, όχι επειδή την αμφισβητούσε αλλά επειδή ήταν το μόνο σημείο του εντύπου που έλεγε πως είχε ήδη δεχτεί τους όρους για να περάσει.
Έσπρωξε πίσω το χαρτί και το στυλό. Ο άντρας στο γκισέ τράβηξε πρώτα το έντυπο, έριξε μια γρήγορη ματιά στην υπογραφή και το ακούμπησε σε στοίβα με άλλα ίδια. Ύστερα πήρε το στυλό, το ξανακούμπωσε στον κρίκο και χτύπησε δύο φορές με τα νύχια το πλαστικό του πάγκου.
«Αδειάστε τις τσέπες σας. Όλα τα μεταλλικά αντικείμενα. Κινητό, κλειδιά, κέρματα, οτιδήποτε έχετε μαζί σας.»
Πριν τελειώσει εκείνος, άνοιξε την τσάντα της. Έβγαλε το κινητό, τα κέρματα, ένα κλειδί κι ένα μεταλλικό κλιπ που είχε ξεχάσει, και τα ακούμπησε στο πλαστικό δισκάκι. Έλεγξε τις τσέπες του παλτού και του παντελονιού της.
«Ρολόι;» ρώτησε ο υπάλληλος.
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Ζώνη;»
Κατέβασε το βλέμμα στη μέση της. Δεν είχε μεταλλική αγκράφα. Το είπε.
Εκείνος κοίταξε το δισκάκι, την οθόνη του, πάλι εκείνη.
«Η τσάντα μένει έξω. Το κινητό επίσης. Θα τα πάρετε στην έξοδο. Θα κρατήσετε μόνο τα απολύτως αναγκαία.»
Δεν απαίτησε τη συμφωνία της. Πέρασε το δισκάκι πιο κοντά του και σημείωσε κάτι σ’ ένα μικρό δελτίο. Εκείνη έβγαλε από την τσάντα της ένα χαρτομάντιλο και το δίπλωσε στην παλάμη της χωρίς να το σκεφτεί. Ο άντρας στο γκισέ το είδε.
«Και αυτό ανοιχτό.»
Το ξεδίπλωσε μπροστά του. Άδειο. Το ξαναδίπλωσε και το κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλα.
Ο υπάλληλος άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε μια καινούργια πλαστική κάρτα, λευκή με μπλε λωρίδα, την πέρασε από τον σαρωτή και περίμενε. Το πράσινο φως άναψε ξανά. Κόλλησε επάνω της ένα μικρό αυτοκόλλητο μ’ έναν αριθμό κι έγραψε δίπλα την ημερομηνία με μαύρο μαρκαδόρο. Ύστερα την ακούμπησε μπροστά του χωρίς ακόμη να της τη δώσει.
«Θα περάσετε από την εσωτερική θύρα μόνο όταν ανάψει πράσινο. Δεν σταματάτε στον διάδρομο, περιμένετε εκεί που θα σας πουν. Καμία επαφή εκτός των
ορισμένων κανόνων του επισκεπτηρίου. Η επίσκεψη τελεί υπό έλεγχο και μπορεί να διακοπεί άμεσα.»
Το είπε χωρίς να σηκώσει τη φωνή, με τον ίδιο τόνο που της είχε ζητήσει πριν να ανοίξει το χαρτομάντιλο. Μπροστά στο γυαλί, η Μίρα έμεινε ακίνητη και τον κοίταξε καθώς μιλούσε, γιατί ήθελε να ακούσει αν θα άλλαζε έστω μία λέξη από εκείνες που είχε ήδη διαβάσει και υπογράψει. Δεν άλλαξε.
«Το κατανοείτε;» ρώτησε.
«Ναι.»
Όταν επιτέλους ο υπάλληλος σήκωσε την κάρτα, την κράτησε με δύο δάχτυλα από την άκρη και την έσπρωξε προς τη θυρίδα.
«Θα την έχετε ορατή μέχρι την έξοδο. Αν σας ζητηθεί, την επιδεικνύετε αμέσως.»
Έσπρωξε τη μικρή μεταλλική γλωττίδα. Το πλαστικό γλίστρησε προς το μέρος της και σταμάτησε στη μέση της στενής υποδοχής.
Η Μίρα έσκυψε ελάχιστα και την πήρε. Το πλαστικό ήταν λείο και κρύο. Ο αριθμός στο αυτοκόλλητο ήταν γραμμένος βιαστικά, η ημερομηνία καθαρή.
«Πηγαίνετε στην πόρτα δεξιά», είπε εκείνος. «Θα περιμένετε το σήμα. Αν η πρόσβαση δεν ανοίξει, δεν χτυπάτε την πόρτα. Περιμένετε οδηγία.»
Η Μίρα έγνεψε.
«κυρία Χάρτμαν.»
Σήκωσε τα μάτια.
«Από τη στιγμή που περνάτε μέσα, κάνετε μόνο ό,τι σας λέει το προσωπικό.»
Δεν υπήρχε προειδοποίηση στον τρόπο που το είπε. Ήταν τελεία. Ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα, εκείνη έσφιξε την κάρτα όσο χρειαζόταν για να νιώσει την άκρη της να πιέζει το δέρμα. Το χαρτομάντιλο είχε σχεδόν διαλυθεί στη χούφτα της.
…όχι αυτό, όχι για την πόρτα αλλά για εκείνη.
Πάνω από τον αναγνώστη, το μικρό φως άναψε πράσινο χωρίς ήχο.
Εκείνη δεν κινήθηκε αμέσως. Πρώτα είδε την ένδειξη να σταθεροποιείται, να μένει αναμμένη, και κατέβασε τα μάτια στην κάρτα στο χέρι της. Στο αυτοκόλλητο, ο αριθμός, η ημερομηνία, το όνομά της που είχε δοθεί πριν λίγο στο γκισέ — όλα είχαν ήδη συνδεθεί κάπου πίσω από τον τοίχο, πίσω από το γυαλί, πίσω από φωνές που δεν θα άκουγε. Η έγκριση δεν αφορούσε μια κίνηση της πόρτας. Αφορούσε τη δική της είσοδο. Το κατάλαβε ευκρινώς: την είχαν καταχωρίσει, την είχαν δει, την είχαν περάσει μέσα πριν περάσει η ίδια.
Σήκωσε την κάρτα προς τον αναγνώστη, περιμένοντας αυτό που της είχαν πει. Δεν χρειαζόταν να τη σύρει. Κράτησε το πλαστικό κοντά στην επιφάνεια ώσπου ακούστηκε ένα σύντομο ηλεκτρονικό σήμα. Ένα μεταλλικό κλικ απάντησε από μέσα. Στο κούφωμά της η πόρτα χαλάρωσε.
Έβαλε το χέρι στο πόμολο και πίεσε. Η αντίσταση της πόρτας ήταν βαριά, κανονισμένη. Την άνοιξε όσο χρειαζόταν για να περάσει. Από μέσα, ο αέρας ήταν πιο ψυχρός και μύριζε καθαριστικό. Μπροστά της, ο στενός εσωτερικός χώρος δεν είχε τίποτα που να ζητά το βλέμμα. Γκρίζο πάτωμα, λευκό φως, άλλη μία γυάλινη επιφάνεια παραπέρα.
Μπήκε, και η πόρτα έκλεισε πίσω της μ’ ένα βάρος που ακούστηκε σ’ όλο το μικρό διαμέρισμα. Δεν γύρισε. Ήξερε ήδη ότι πίσω της είχαν μείνει το πρώτο γκισέ, η τσάντα, το κινητό. Αυτό που κρατούσε τώρα δεν ήταν συνέχεια. Ήταν ο τρόπος να περάσει μόνο αν δεχόταν ό,τι της όριζαν.
Στάθηκε εκεί που βρέθηκε, χωρίς να προχωρήσει άλλο. Καθαρά το είχε πει ο υπάλληλος: να περιμένει το σήμα. Περιμένετε οδηγία. Από τη στιγμή που περνάτε μέσα, ακολουθείτε μόνο τις εντολές του προσωπικού. Δεν υπήρχε τίποτα να προσθέσει, ούτε μια κίνηση παραπάνω.
Πίσω από το γυαλί, ο άντρας σήκωσε το βλέμμα και σταμάτησε πάνω της όσο χρειαζόταν για αναγνώριση.
«Κάρτα.»
Την ύψωσε περισσότερο. Εκείνος έδειξε με το χέρι ένα σημείο κάτω από το γυαλί, μια στενή θυρίδα.
«Εκεί.»
Έσκυψε για να περάσει την κάρτα. Ο υπάλληλος την πήρε, έλεγξε τον αριθμό κι έριξε μια ματιά στην οθόνη.
«Χάρτμαν. Επισκεπτήριο δεκατέσσερα τριάντα, θάλαμος τρία.»
Δεν απάντησε. Αυτό δεν ήταν ερώτηση.
Εκείνος σήκωσε ξανά τα μάτια.
«Θα περιμένετε να σας παραλάβουν.»
Έγνεψε μία φορά.
Στην άκρη του γραφείου ο υπάλληλος ακούμπησε την κάρτα δίπλα στο δεξί του χέρι, τράβηξε ένα μικρό δελτίο από μια θήκη, έγραψε κάτι επάνω του κι ύστερα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου.
«Επισκεπτήριο. Θάλαμος τρία. Χάρτμαν.»
Άκουσε, είπε μόνο «ναι» και έκλεισε.
Ύστερα, η σιωπή.