Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Alexia Michailidou ·

    Τα Παιδιά της Ενοχής – Τόμος 1

    Chapter 4 of 16

    Chapter 4

    Μοτίβο Διακοπής

    Άνοιξε άλλη πόρτα και την έβαλαν σε άλλο τμήμα· η αναμονή τελείωσε απότομα και πήρε άλλη μορφή. Δεν υπήρχε πια γκισέ, θυρίδα, τηλέφωνο, μόνο ένα δωμάτιο επισκεπτηρίου με τραπέζια βιδωμένα στο δάπεδο, καρέκλες αντικριστές και φως που έπεφτε κάθετα. Ένας υπάλληλος τής έδειξε τον θάλαμο τρία χωρίς να σταματήσει. Προχώρησε, είδε τον αριθμό στον τοίχο και τον είδε κι εκείνον καθισμένο ήδη μέσα. Στο τραπέζι του θαλάμου τρία καθόταν ο Μπέρντ Κρύγκερ.

    Δεν σηκώθηκε. Είχε τα χέρια του πάνω στο μεταλλικό τραπέζι, ανοιχτά, ήσυχα, με τις παλάμες προς τα κάτω. Σήκωσε μόνο το κεφάλι όταν μπήκε. Πρώτα το βλέμμα του στάθηκε στο πρόσωπό της, ύστερα στο χέρι της, που κρατούσε ακόμη τη νέα κάρτα επισκέπτη.

    Κάθισε απέναντί του και ακούμπησε την κάρτα δίπλα στον αγκώνα της.

    «Σου την άλλαξαν», παρατήρησε.

    Κοίταξε κι εκείνη την κάρτα. «Ναι.»

    «Την παλιά την κράτησαν.»

    Δεν ήταν ερώτηση. Έγνεψε.

    Έριξε μια σύντομη ματιά προς την πόρτα, ύστερα στο μικρό άνοιγμα με το τζάμι στον τοίχο, και μέτρησε το δωμάτιο πριν μιλήσει. Ύστερα ξαναγύρισε σ’ εκείνη.

    «Πότε σε πέρασαν;»

    «Δεκατέσσερα τριάντα εδώ. Πριν περίμενα έξω.»

    «Όχι. Πότε σε κατέγραψαν.»

    Δεν απάντησε αμέσως. Άκουσε πάλι τη λέξη μέσα της: κατέγραψαν. Όχι έβαλαν, όχι έλεγξαν.

    «Λίγο πριν», αποκρίθηκε. «Στον μέσα έλεγχο.»

    Έγνεψε μία φορά. «Άρα υπάρχει ήδη.»

    «Τι υπάρχει;»

    «Καταγεγραμμένη εκδήλωση.»

    Κράτησε τα μάτια της πάνω του. Δεν ήθελε να του δώσει ολόκληρο το σχολείο, την αίθουσα, τη φωνή της Εύας, τις ερωτήσεις πριν προλάβει να φύγει. Δεν ήθελε να τον ακούσει να της ζητά περιγραφή με τη σειρά που τη ζητούσαν οι άλλοι.

    «Έγινε κάτι στο σχολείο», παραδέχτηκε.

    «Το ξέρω.»

    «Ποιος σου το είπε;»

    «Δεν χρειάζεται να μου το πει κανείς.» Τα μάτια του κατέβηκαν στο δελτίο της και ξανασήκωσαν. «Αλλάξανε δελτίο. Ώρα, θάλαμος, εσωτερική επιβεβαίωση. Δεν σε φέραν εδώ για οικογενειακή ευγένεια.»

    Έσφιξε το σαγόνι της. Αυτό το ήξερε ήδη. Το είχε νιώσει στο γκισέ, στο τηλέφωνο, στον τρόπο που η παλιά κάρτα έμεινε με τις άκυρες. Όμως από το στόμα του ακούστηκε πιο ρητά, πιο κλειστά.

    «Ξέρω και όσα ακολουθούν», συνέχισε. «Θα ζητήσουν στοιχεία γι’ αυτόν.»

    Άργησε ν’ αντιδράσει. «Ήδη τα έχουν.»

    «Θα ζητήσουν κι άλλα.»

    «Ναι.»

    Σιώπησαν. Έξω ακούστηκε μια πόρτα να κλείνει με ξερό κρότο, μετά βήματα στον διάδρομο, μετά τίποτα. Ακούμπησε τα χέρια της στο τραπέζι, ένιωσε το κρύο μέταλλο κάτω από τις παλάμες, όχι εντελώς κοντά στα δικά του.

    «Δεν πρόκειται να τους πω όσα θέλουν.»

    «Δεν έχει σημασία όσα θέλουν ν’ ακούσουν.» Η φωνή του έμεινε χαμηλή. «Θα τους ενδιαφέρει τι έγινε με το σώμα σου και αν μπορεί να ξαναγίνει.»

    Η λέξη έκατσε ανάμεσά τους. Δεν κουνήθηκε.

    «Δεν ξέρω ποιο ήταν», ψιθύρισε.

    «Όχι. Αλλά ξέρεις το πριν.»

    Δεν απάντησε.

    Αργά, τράβηξε τον δεξί του δείκτη πάνω στο κρύο, λείο μέταλλο του τραπεζιού. Όχι για να γράψει λέξη. Σταμάτησε στη μέση. Την κοίταξε άλλη μια φορά, περιμένοντας μήπως τον σταματήσει. Όταν δεν το έκανε, άρχισε.

    «Άκου καλά. Δεν θα σε ρωτήσω πώς αντέδρασε το σώμα σου. Αυτό δεν θα σε βοηθήσει τώρα.»

    Με τον δείκτη χάραξε την πρώτη κίνηση: μια σύντομη ευθεία προς τα εμπρός, δύο πόντους, και στάση.

    «Πρώτο.»

    Μετά γύρισε στο σημείο όπου είχε αρχίσει, πήγε λοξά αριστερά, μικρή γωνία, και στάση.

    «Δεύτερο.»

    Ύστερα, από εκεί, έφερε το δάχτυλο πίσω προς τα δεξιά και ελαφρά κάτω, κλείνοντας ένα σπαστό τρίγωνο που δεν έκλεινε εντελώς στο αρχικό σημείο.

    «Τρίτο.»

    Κοίταξε το μέταλλο, παρότι δεν είχε μείνει κανένα σημάδι. Είδε μόνο τη διαδρομή όσο την κρατούσε στο μυαλό της, ενώ ένιωθε ακόμη την ψυχρή χάραξη κάτω από το βλέμμα της: μπροστά, λοξά αριστερά, πίσω δεξιά και κάτω.

    «Τι είναι αυτό;» ρώτησε.

    «Μοτίβο διακοπής.»

    Τον κοίταξε.

    Δεν τράβηξε τα μάτια της.

    «Μοτίβο τι;»

    «Διακοπής.»

    Η λέξη έμεινε ανάμεσά τους. Από τον διάδρομο πέρασε ένας κοφτός θόρυβος μετάλλου και ύστερα βήματα που δεν σταμάτησαν έξω από τον θάλαμο τρία. Δεν γύρισε το κεφάλι. Είχε μπει με κάρτα, με έλεγχο, με ώρα καταχωρισμένη, με χέρια ανοιχτά πάνω στον πάγκο όσο άλλοι κοίταζαν. Το ήξερε ήδη στο δέρμα της. Ό,τι κι αν έλεγε εκείνος τώρα, θα έμπαινε σε σειρά μαζί με όλα τα υπόλοιπα.

    «Κρατά την κίνηση του αίματος από το να ξεφύγει.»

    Η Μίρα έσφιξε τα δόντια της. «Αυτό δεν σημαίνει τίποτα.»

    «Σημαίνει αρκετά.»

    Το φως τρεμόπαιξε μια φορά πάνω από το κεφάλι τους. Πέρασε το χέρι της πίσω από το τραπέζι. Δεν ακούμπησε ακόμη την επιφάνεια. «Ήρθα για απαντήσεις.»

    «Ήρθες αργά.»

    «Εσύ μου το έδωσες;» πέταξε απότομα. «Αυτό που έγινε. Αυτό που βγήκε μπροστά σε όλους.»

    Δεν αντέδρασε αμέσως. Κοίταξε πρώτα την καινούργια κάρτα επισκέπτη που κρεμόταν ακόμη στο στήθος της, το πλαστικό με τη σημερινή ημερομηνία και τον αριθμό θαλάμου. Ύστερα σήκωσε πάλι το βλέμμα του σ’ εκείνη.

    «Έχουν ήδη περάσει το όνομά σου από συμβάν.»

    Δεν μίλησε.

    «Το κατάλαβα πριν καθίσεις», συνέχισε. «Νέα κάρτα, ειδική σήμανση, ο τρόπος που σε έφεραν μέσα. Δεν ήρθες ως απλή επισκέπτρια.»

    Κάπου πιο έξω έκλεισε μια πόρτα με υπόκωφο γδούπο. «Δεν ξέρεις τίποτα», ψιθύρισε με ρηχή ανάσα.

    «Ξέρω αρκετά για το τι ακολουθεί.»

    «Μη μου μιλάς λες και με ξέρεις.»

    «Δεν απαιτείται να σε ξέρω.» Η φωνή του έμεινε χαμηλή. «Η πρώτη δημόσια εκδήλωση και οι μάρτυρες σημαίνουν πως από εδώ και πέρα άλλοι θα προσπαθήσουν να σου μάθουν το ίδιο πράγμα.»

    Τα δάχτυλά της ακούμπησαν στο χείλος του μεταλλικού τραπεζιού. Το μέταλλο ήταν κρύο. «Ποιοι άλλοι;»

    «Όσοι ψάχνουν τέτοια πράγματα.»

    «Μην ζητάς ονόματα από μένα.»

    Έγειρε λίγο μπροστά. «Και εσύ; Τι ακριβώς είσαι;»

    «Αυτός που το βρήκε και σου το δείχνει.»

    «Από πού το έμαθες;»

    «Όχι από κανέναν θεσμό.»

    Περίμενε. Δεν της έδωσε τίποτε άλλο. Το πρόσωπό του δεν άλλαξε, κι εκείνη κατάλαβε πως αν δεν πίεζε τώρα, θα έπαιρνε μόνο κομμάτια.

    «Από ποιον τότε;»

    «Το βρήκα μόνος μου.»

    «Πότε;»

    Έριξε τα μάτια του στο τραπέζι. «Μετά την πρώτη φορά.»

    Τράβηξε απότομα το χέρι της από το μέταλλο. «Ποια φορά;»

    «Μη μου ζητήσεις εξήγηση.»

    «Με έφερες εδώ για να μη μου εξηγήσεις;»

    «Δεν σε έφερα εγώ εδώ.»

    Η φράση έπεσε ακριβώς εκεί όπου ήδη πονούσε. Η κάρτα, η ώρα, ο θάλαμος, τα βήματα πίσω από τις πόρτες, το ότι κάποιος είχε αποφασίσει πως αυτή η συνάντηση θα γίνει και θα καταγραφεί. Κατάπιε και συνέχισε: «Αν αυτό έχει σχέση με μένα, έχεις υποχρέωση να μιλήσεις.»

    «Δεν σου δίνω προστασία», απάντησε. «Σου δίνω αρχείο.»

    Για μια στιγμή δεν βρήκε λόγια. Έμεινε να τον κοιτάζει, και η αποστροφή που είχε φέρει μαζί της δεν μειώθηκε. Πήρε μόνο καθαρότερο περίγραμμα. Αυτός ήταν. Όχι δάσκαλος, όχι εξομολόγος, όχι κάποιος που θα έσκυβε προς το μέρος της για να της πει ότι δεν φταίει. Κρατούσε κάτι και της το έσπρωχνε πάνω στο τραπέζι χωρίς τίποτε άλλο.

    «Γιατί να σε πιστέψω;»

    «Δεν απαιτείται.» Έδειξε με τον δείκτη του το αόρατο σχήμα που είχε χαράξει πριν. «Πρέπει να το κάνεις σωστά.»

    «Κι αν δεν το κάνω;»

    «Η λανθασμένη σειρά θα σε προδώσει όταν σε κοιτούν.»

    Το στομάχι της σφίχτηκε. «Ποιοι με κοιτούν;»

    Ο Μπέρντ σήκωσε λίγο το βλέμμα. Δεν κοίταξε προς την πόρτα ούτε προς τον φρουρό πίσω από το τζάμι. Την κοίταξε.

    «Οι ίδιοι που διάβασαν ήδη το πρώτο συμβάν.»

    «Στο σχολείο.»

    «Ναι.»

    «Ποιοι; Διοίκηση; Αστυνομία; Γιατροί;»

    «Δεν έχει σημασία ποιο γραφείο.» Η φωνή του έμεινε επίπεδη. «Έχει σημασία ότι υπάρχει καταγραφή. Από τη στιγμή που υπάρχει καταγραφή, δεν σε κοιτούν για να καταλάβουν. Σε κοιτούν για να επιβεβαιώσουν.»

    «Επιβεβαιώσουν τι;»

    «Ότι θα συμβεί ξανά. Ότι δεν ελέγχεις τη μετάβαση. Ότι το σώμα σου προηγείται από σένα.»

    Μέσα της η λέξη κάθισε και έμεινε εκεί: μετάβαση, όχι κρίση, όχι λάθος, όχι ατύχημα. Κάτι που ξεκινούσε πριν το προλάβει.

    «Και το δικό σου μοτίβο σταματά αυτό;»

    «Δεν σταματά αυτό που είσαι.» Ακούμπησε τον δείκτη του στο μέταλλο. «Σταματά την εξωτερική ακολουθία. Κρατά την κίνηση του αίματος από το να ξεφύγει.»

    Στο δάχτυλό του στάθηκε το βλέμμα της: καθαρό νύχι, αργή πίεση, ακρίβεια που δεν είχε τίποτε το καθησυχαστικό. «Μιλάς λες και είναι μηχανισμός.»

    «Είναι.»

    «Για σένα όλα είναι μηχανισμός;»

    Δεν απάντησε αμέσως. Έσυρε το δάχτυλο μία μικρή ευθεία πάνω στο τραπέζι, σταμάτησε, γύρισε προς τα αριστερά, κατέβηκε λίγο και έκλεισε την κίνηση με μια δεύτερη, πιο σύντομη γραμμή.

    «Πρώτο», είπε. «Διακοπή.»

    Ξαναγύρισε στην αρχή. Η ίδια πρώτη γραμμή, το ίδιο σταμάτημα.

    «Δεύτερο. Μετατόπιση.»

    Η τρίτη φορά ήταν πιο αργή.

    «Τρίτο. Σφράγιση.»

    «Αυτές είναι λέξεις», σχολίασε η Μίρα χωρίς να κουνήσει το χέρι της.

    «Γι’ αυτό τις δίνω μαζί με κίνηση.»

    «Και μετά;»

    «Ύστερα τις επαναλαμβάνεις μέχρι να μη χρειάζεσαι σκέψη.»

    «Θες να το μάθω έτσι; Χωρίς να ξέρω τι ακριβώς κάνω;»

    Τράβηξε το χέρι του πίσω. «Θες να περιμένεις να αποκτήσεις πλήρη εικόνα ενώ σε παρακολουθούν;»

    Το πρόσωπό της σκλήρυνε. «Μη μου μιλάς λες και μου κάνεις χάρη.»

    «Δεν σου κάνω.»

    «Τότε τι κάνεις;» Η φωνή της χαμήλωσε αντί να ανέβει. «Προσπαθείς να με κάνεις όμοιά σου;»

    Για πρώτη φορά σώπασε αρκετά ώστε η παύση να φανεί επιλογή. Τα χέρια του ήταν ανοιχτά πάνω στο τραπέζι, χωρίς ένταση. Το πρόσωπό του δεν μαλάκωσε.

    «Αν ήθελα αυτό», απάντησε, «θα σου έδινα αφήγηση. Οι άνθρωποι δένονται με αφήγηση.»

    Η απάντηση τη χτύπησε αμέσως· η ψυχρότητά της της έσφιξε το στομάχι. «Κι εσύ μου δίνεις μόνο οδηγίες.»

    «Ναι.»

    «Για να επιβιώσω;»

    «Για να μην εκτεθείς άσκοπα.»

    «Δεν ακούγεται πολύ διαφορετικό.»

    «Είναι αρκετά διαφορετικό.»

    Από τον διάδρομο ακούστηκε ένας μεταλλικός ήχος. Κλειδί ή πόρτα ή τροχήλατο. Γύρισε ελάχιστα το κεφάλι και μετά πάλι πίσω σ’ εκείνον. Ο χρόνος στο επισκεπτήριο είχε αρχίσει να μικραίνει με τρόπο αισθητό. Το καταλάβαινε από το σώμα της, από το ότι κάθε δευτερόλεπτο έπρεπε να αποφασιστεί. Ο φρουρός μετακινήθηκε πίσω από το τζάμι, μια σκιά που κύλησε και ξαναστάθηκε.

    «Πες μου κάτι ακριβές», ζήτησε. «Το χρησιμοποίησες μετά την πρώτη σου πράξη για να μη σε καταλάβουν;»

    «Το χρησιμοποίησα για να μη με προδώσει το σώμα μου.»

    «Και πέτυχε;»

    «Αρκετές φορές.»

    Η απάντηση ήρθε χωρίς δισταγμό. Αυτό την έκανε χειρότερη.

    Ακούμπησε τον δείκτη της στο κρύο μέταλλο. Δεν τον κοίταξε. Κοίταξε το σημείο όπου είχε κινηθεί το δικό του δάχτυλο. Αν το μάθαινε, θα είχε τουλάχιστον ένα πράγμα δικό της πριν την προλάβει πάλι το σώμα.

    «Πάλι», είπε.

    Ένευσε μία φορά. «Αρχή. Διακοπή.»

    Έδειξε την αρχική ευθεία. Εκείνη την ακολούθησε και σταμάτησε ακριβώς στο ίδιο σημείο.

    «Όχι τόσο γρήγορα», τη διόρθωσε.

    Σήκωσε το δάχτυλό της. «Το έκανα.»

    «Το έτρεξες. Αν το τρέξεις όταν θα σε κοιτούν, θα φανεί προσπάθεια να το κρύψεις.»

    «Κι εσύ πώς ξέρεις τι φαίνεται;»

    «Γιατί το είδα.»

    Δεν είπε περισσότερα και δεν χρειαζόταν. Η Μίρα ξανάβαλε το δάχτυλο κάτω.

    «Αρχή», είπε εκείνος.

    Εκείνη χάραζε.

    Χάραξε ξανά την ευθεία, πιο αργά αυτή τη φορά, και έκοψε την κίνηση στο σημείο που της είχε δείξει.

    Ο Μπέρντ κοίταξε τα δάχτυλά της, όχι το πρόσωπό της. «Μετατόπιση.»

    Τράβηξε το δάχτυλο πλάγια. Το κράτησε χαμηλά πάνω στο μέταλλο, σχεδόν ξύνοντάς το.

    «Πολύ κοντά στο πρώτο ίχνος», παρατήρησε. «Αν μείνει κοντά, δεν αλλάζει η ανάγνωση.»

    Εκείνη επανέλαβε την κίνηση λίγο πιο έξω.

    «Σφράγιση.»

    Κατέβασε το δάχτυλο στο τελικό κλείσιμο και σταμάτησε.

    Για λίγο ο Μπέρντ δεν μίλησε. Η σιωπή του ήταν πιο ακριβής από κάθε διόρθωση. Η Μίρα κράτησε ακόμη τα δάχτυλά της στο τέλος της γραμμής και ένιωσε το κρύο του μετάλλου κάτω από την άκρη του νυχιού της.

    «Πάλι», ζήτησε.

    Το έκανε ξανά: Διακοπή, Μετατόπιση, Σφράγιση. Στην τρίτη δεν κοίταξε καθόλου το χέρι του. Στην τέταρτη το σώμα της ακολούθησε τη σειρά πριν την πει μέσα της. Τότε το σώμα της είχε προλάβει τη σκέψη· τώρα τη μάθαινε κομμάτι κομμάτι, για να μην της φύγει ξανά από τα χέρια.

    Ο Μπέρντ ακούμπησε τον δικό του δείκτη δίπλα στον δικό της. «Η διακοπή δεν είναι παύση. Είναι κοπή. Αν αφήσεις χρόνο, ανοίγεις χώρο στον άλλον να διαβάσει.»

    «Ποιον άλλον;»

    «Όποιον κοιτάζει.»

    Σήκωσε το βλέμμα. «Είπες ότι άλλοι θα με παρακολουθούν για επιβεβαίωση.»

    «Βλέπουν.»

    «Ποιοι;»

    «Δεν έχει σημασία τώρα.»

    Η απάντηση βγήκε με τον ίδιο επίπεδο τόνο, χωρίς πίεση, χωρίς απολογία. Το γνωστό κλείσιμο της έσφιξε πάλι το στήθος. Όταν μιλούσε έτσι, το δωμάτιο ξαναγινόταν μόνο αυτό που ήταν: τραπέζι βιδωμένο στο πάτωμα, καρέκλες με σταθερά πόδια, τζάμι στην πόρτα, αέρας στάσιμος.

    «Για σένα έχει σημασία», αντέτεινε.

    «Για μένα είχε πριν.»

    Η φράση έμεινε ανάμεσά τους. Το χέρι της έμεινε πάνω στο μέταλλο. «Πριν από τι;»

    Για πρώτη φορά σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε σταθερά. Δεν υπήρχε δυσφορία στο πρόσωπό του. Μόνο υπολογισμός για το αν η ερώτηση χρειαζόταν απάντηση.

    «Πριν από το πρώτο αίμα», αποκρίθηκε.

    Δεν μίλησε.

    Από κάπου πίσω της ακούστηκε ένα κάθισμα να σύρεται σε άλλο τραπέζι, μια χαμηλή φωνή, ένα βήμα φρουρού στον διάδρομο. Τίποτα δεν μπήκε πραγματικά μέσα στο κεφάλι της. Κοίταζε τον δείκτη του, καθαρό, σταθερό, ακουμπισμένο εκεί όπου πριν από λίγο της έδειχνε πότε να κόβει και πού να μεταφέρει.

    «Το χρησιμοποίησες τότε», είπε.

    «Το χρησιμοποίησα.»

    «Στο πρώτο.»

    «Εκεί.»

    Η λέξη της γύρισε στο στομάχι. Όχι επειδή δεν το περίμενε. Επειδή το άκουσε καθαρά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε ακόμη ένα μικρό κενό, ένα περιθώριο να το βάλει αλλού: σε ανακρίσεις, σε παρακολούθηση, σε κάτι που ήρθε αργότερα. Τώρα δεν υπήρχε κενό.

    «Άρα δεν είναι τεχνική για να περνά μια μετάβαση», είπε αργά. «Είναι για έλεγχο. Καλύπτει το συμβάν. Το κάνει να φαίνεται ελεγχόμενο.»

    «Κρατά την εξωτερική ακολουθία», απάντησε. «Όποιος δει μετά, διαβάζει ανακοπή που ελέγχθηκε, όχι πανικό.»

    Έσφιξε τα δόντια της. «Αυτό λες;»

    «Αυτό.»

    «Σου χρειαζόταν για να μη δουν;»

    «Μην το λες έτσι.» Η διόρθωση βγήκε άμεση. «Χρειαζόταν για να μη διαβάσουν έγκαιρα τι βλέπουν.»

    Έμεινε ακίνητη. «Αυτό έκανες.»

    «Το έκανα.»

    «Με μάρτυρες.»

    «Υπήρχαν άνθρωποι γύρω.»

    «Και το έκανες για να σταματάς, να μετακινείς και να κλείνεις.»

    Ο Μπέρντ ένευσε μία φορά. «Χωρίς να σπάει η εξωτερική ακολουθία.»

    Κοίταξε το τραπέζι. Οι γραμμές δεν υπήρχαν στ’ αλήθεια, όμως τις ήξερε ήδη με τα δάχτυλα. Η αρχή, με την κοπή και την πλάγια μεταφορά. Το τέλος που έκλεινε τη σειρά. Ο αέρας μύριζε μέταλλο και κλεισούρα. Ένα σφίξιμο ανέβηκε στον λαιμό της. Δεν της έδωσε εξήγηση. Της άφησε μόνο τη σειρά.

    Σήκωσε ξανά το χέρι και χάραξε την ευθεία από την αρχή.

    Want to write your own?

    Every book on this page was produced with SYMBAN. If you have a story in your head, give it a try.

    Start for free